Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προαιρούμαι

Revision as of 12:15, 28 March 2021 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "εῑσθαι" to "εῖσθαι")
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

προαιροῦμαι, -έομαι, ΝΜΑ αιρώ, -ούμαι]]
επιθυμώ ή αποφασίζω κάτι με ελεύθερη βούληση, χωρίς καμιά δέσμευση ή εξαναγκασμό, επιλέγω ελεύθερα (α. «δώστε ό,τι προαιρείσθε» — δώστε ό,τι επιθυμείτε
β. «όπως προαιρούνται» — όπως επιθυμούν
γ. «ὁ ακρατὴς ἐπιθυμῶν μὲν πράττει, προαιρούμενος δ' οὔ», Αριστοτ.)
αρχ.
1. (και το ενεργ.) προαιρῶ, -έω
α) παίρνω κάτι και το φέρνω έξω και, ειδικότερα, εξάγω μέρος από ένα αποταμιευμένο σύνολο προκειμένου να το χρησιμοποιήσω («προαιρούσαις λαβεῖν ἄλφιτον», Αριστοφ.)
β) παίρνω κάτι πριν από κάποιον άλλο
2. (το μέσ.) α) αφαιρώ, ξεχωρίζω κάτι για τον εαυτό μου
β) αλλάζω θέση σε κάτι, το μετακινώ, τὸ μετατοπίζω
γ) εκλέγω προηγουμένως
δ) προτιμώ («τοῦ παρόντος κινδύνου τον μέλλοντα προαιρεῖσθαι», Ηρωδιαν.)
ε) έχω σκοπό ή σκέπτομαι να κάνω κάτι.