Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ώρονομικός

Revision as of 06:30, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (47c)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

German (Pape)

[Seite 1415] ή, όν, zum ὡρονόμος gehörig, ihm eigen, ὡρονομικὸν κατασκεύασμα, Werkzeug zur Abtheilung u. Bezeichnug der Stunden, Schol. Ar. Av. 1093.

Greek Monolingual

-ή, -ό / ὡρονομικός, -ή, -όν, ΝΑ ὡρονόμος
νεοελλ.
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο ωρονόμιο
αρχ.
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη διαίρεση και σημείωση τών ωρών.