Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παραποίηση

Revision as of 12:14, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (31)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

η / παραποίησις, -ήσεως, ΝΜΑ παραποιώ
παράνομη, δόλια απομίμηση, νόθευση (α. «παραποίηση γραμματοσήμων» β. «παραποίηση νομίσματος» — παραχάραξη νομίσματος)
νεοελλ.
διαστρέβλωση, αλλοίωσηπαραποίηση της αλήθειας»)
μσν.-αρχ.
μικρή μεταβολή, ελαφρά αλλοίωση.