Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προπληρωμή

Revision as of 12:22, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (34)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι → Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.

Greek Monolingual

η, Ν προπληρώνω
1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του προπληρώνω, η προκαταβολή της αξίας ενός πράγματος ή η προκαταβολή της αμοιβής μιας εργασίας
2. (νομ. -οικον.) το απαιτούμενο ποσό που προκαταβάλλεται από το δημόσιο ταμείο, με χρηματικά εντάλματα, σε περιπτώσεις δημόσιων δαπανών που έχουν επείγοντα χαρακτήρα και επομένως είναι αδύνατο να εφαρμοστούν γι' αυτές οι κανονικές διατυπώσεις με τη δικαιολόγηση εξόδων.