Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σταμάτημα

Revision as of 12:31, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (38)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη. Τὸ δὲ ἡττᾶσθαι αὐτὸν ὑφ' ἑαυτοῦ πάντων αἴσχιστόν τε ἅμα καὶ κάκιστον. → Τo conquer yourself is the first and best victory of all, while to be conquered by yourself is of all the most shameful as well as evil
Plato, Laws, 626e

Greek Monolingual

και σταμάτισμα, το, Ν σταματώ
1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σταματώ, παύση, στάση (α. «σταμάτημα της καρδιάς» β. «σταμάτημα της μηχανής» γ. «σταμάτημα της βροχής»)
2. εξαναγκασμός σε παύση, σε στάσησταμάτημα τών ληστών από τους αστυνομικούς»)
3. παρεμπόδιση, ανακοπή, αναχαίτιση (α. «σταμάτημα της αιμορραγίας» β. «σταμάτημα της επίθεσης»).