Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εξάρτηση

Revision as of 07:09, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (12)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Cras amet qui numquam amavit quique amavit cras amet → May he love tomorrow who has never loved before; And may he who has loved, love tomorrow as well
Pervigilium Veneris

Greek Monolingual

η (Α ἐξάρτησις) εξαρτώ
το αποτέλεσμα του εξαρτώ, η ανάρτηση, το κρέμασμα
νεοελλ.
1. η υπαγωγή κάποιου στην εξουσία ή στη διάθεση άλλου ατόμου, συνόλου ή καταστάσεως («εξάρτηση από την κρατική οργάνωση»)
2. λογική εξάρτηση, αλληλεξάρτηση
3. γραμμ. η σχέση ανάμεσα στον όρο που προσδιορίζει και αυτόν που προσδιορίζεται («εξάρτηση του αντικειμένου από το ρήμα»)
4. (πολιτ.) η υπαγωγή μιας χώρας στον απόλυτο ή μερικό πολιτικοοικονομικό έλεγχο μιας άλλης, χωρίς ενσωμάτωση της πρώτης στη χώρα που ασκεί τον έλεγχο
5. (ψυχολ.) «συναίσθημα εξαρτήσεως» — το συναίσθημα κατά το οποίο το άτομο συναισθάνεται εξαρτημένο είτε από άλλο άτομο (γονέα, διδάσκαλο κ.λπ.) είτε από το άπειρο και υποτάσσεται σε μερικές υπερατομικές αρχές που κείνται έξω από τη βούληση του
6. τεχνολ. συνών. του ανάρτηση
7. (γυμν.) η στήριξη και αιώρηση του σώματος του αθλητή, με τη βοήθεια τών χεριών, από την ξύλινη ή ατσάλινη οριζόντια ράβδο του μονόζυγου ή του δίζυγου, ως προκαταρκτική φάση τών περιστροφών και αναρριχήσεων σε υπερκείμενα κατακόρυφα ή διαγώνια όργανα
αρχ.
1. συνοχή ή συναρμογή τών μερών ενός σώματος μεταξύ τους
2. το κρέμασμα ενός βάρους.