Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κληρικός

Revision as of 15:45, 1 January 2021 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "(*UTF)(*UCP)<b class="b3">(\w+), (\w+)<\/b>" to "$1, $2")
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: κληρικός Medium diacritics: κληρικός Low diacritics: κληρικός Capitals: ΚΛΗΡΙΚΟΣ
Transliteration A: klērikós Transliteration B: klērikos Transliteration C: klirikos Beta Code: klhriko/s

English (LSJ)

ή, όν, A concerning inheritances, τὰ κ. Harp.s.v. παρακαταβολή. 2 Astrol., of or according to the κλῆρος (A) 11.4, Vett.Val. 122.13. Adv. -κῶς Id.123.22. 3 Medic., dub. sens. in BKT3p.33 (v/vi A.D.). II Subst. κληρικός, , cleric, Astramps.Orac. 66p.6H., Cod.Just.1.1.3.2 (pl.), etc.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1450] 1) die Erbschaft betreffend, λόγοι Harpocr. v. παρακαταβολή. – 2) zur Geistlichkeit gehörig, K. S.

Greek (Liddell-Scott)

κληρικός: -ή, -όν, ἀνήκων ἢ ἁρμόζων εἰς κληρονομίαν, λόγοι Ἁρποκρ. ΙΙ. ἀνήκων εἰς τὸν κλῆρον, Ἐκκλ.· κληρικός, ὁ, ἱερωμένος, Συλλ. Ἐπιγρ. 8823, καὶ ἀλλαχοῦ.

Greek Monolingual

-ή, -ό (AM κληρικός, -ή, -όν) κλήρος
το αρσ. ως ουσ. ο κληρικός
γενική ονομασία της τάξης τών διακόνων, πρεσβυτέρων και επισκόπων, ιερωμένος, σε αντιδιαστολή με τους κοσμικούς, τους λαϊκούς
νεοελλ.-μσν.
εκκλ. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον κλήρο
αρχ.
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην κληρονομιά, κληρονομικός
2. αυτός που γίνεται σύμφωνα με τους αστρολογικούς κλήρους, δηλ. με μερικούς βαθμούς του ζωδιακού κύκλου που, όπως πιστευόταν, συνδέονται με πλανήτες και επιδρούν κατά τη γέννηση.