Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καβούκι

Revision as of 06:38, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (18)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Τοῦ ὅλου οὖν τῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ διώξει ἔρως ὄνομα → Love is the name for our pursuit of wholeness, for our desire to be complete
Plato, Symposium, 192e10

Greek Monolingual

το
1. όστρακο (χελώνας, καβουριού, αστακού, σαλιγκαριού κ.λπ.)
2. το σκληρό εξωτερικό περίβλημα του ψημένου ψωμιού
3. ανατολίτικο υψηλό κάλυμμα του κεφαλιού, κουκούλα
4. φρ. «μπήκε στο καβούκι του» ή «μαζεύτηκε στο καβούκι του» — αποσύρθηκε από φόβο ή λόγω αποτυχίας και απογοητεύσεως.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. kabuk].