Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γαστρί

Revision as of 06:26, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (8)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

το (AM γαστρίον) γαστήρ
νεοελλ.
γλαστράκι, συνήθως σταμνί του οποίου έσπασε το επάνω μέρος
μσν.
κάθε μεταλλικό έλασμα πανοπλίας στο μέρος της κοιλιάς
αρχ.
1. είδος αλλαντικού
2. γλύκισμα με σουσάμι.