Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αργία

Revision as of 06:22, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (6)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Cras amet qui numquam amavit quique amavit cras amet -> May he love tomorrow who has never loved before; And may he who has loved, love tomorrow as well
Pervigilium Veneris

Greek Monolingual

η (AM ἀργία) [[[αργός]] (II)]
1. παύση, ανάπαυση
2. τιμωρία, ιερωμένου με απαγόρευση να ιερουργεί
νεοελλ.
ημέρα αργίας, εορτάσιμη ημέρα, εορτή
αρχ.
1. το να μην εργάζεται κάποιος, έλλειψη εργασίας, απραξία (γνωμ., «ἀργία μήτηρ πάσης κακίας»)
2. οκνηρία, φυγοπονία
3. πληθ. αργίαι
εορτάσιμες ημέρες, διακοπές.