Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ακοή

Revision as of 06:48, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (2)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

η (Α ἀκοὴ) ἀκούω
1. μια από τις πέντε αισθήσεις, με την οποία αντιλαμβανόμαστε τους ήχους
2. το αφτί
3. πληροφόρηση, είδηση, φήμη
4. το να ακούει κανείς προσεκτικά τα λόγια κάποιου, συμμόρφωση, υπακοή
μσν.
φρ. «προτίθημι ή προστίθημι τὰς ἀκοάς», προσέχω
αρχ.
1. ακουόμενος ήχος, άκουσμα
2. λόγος που πρέπει να τον ακούσει κανείς
3. λόγος, παράδοση
4. (η δοτ. ως επίρρ.) ἀκοῇ
εξ ακοής, ακουστά
5. στον πληθ. aἱ ἀκοαί
υπερφυσικές, υπερκόσμιες φωνές.