Open main menu

LSJ β

Changes

χανδόν

150 bytes added, 19:30, 9 August 2017
Bailly1_5
{{ls
|lstext='''χανδόν''': ἐπίρρ., μὲ ἀνοικτὸν [[στόμα]], ἀπλήστως, ἀθρόως, [[οἶνον]] χανδὸν [[ἑλεῖν]] Ὀδ. Φ. 294, πρβλ. Καλλ. Ἀποσπ. 109, Νικ. Θηρ. 341, Ὀππ. Κυνηγ. 4. 340, κτλ.· [[ὡσαύτως]] παρὰ μεταγεν. πεζογράφοις, χ. πίεσθαι Λουκ. Μισθ. Συνόντ. 7· μεταφορ., χ. ἐνεπίμπλατο εὐχῶν ὁ αὐτ. ἐν Ἀλεξ. 14· χ. ὕπνου ἐμπιπλάμενος Φιλόστρ. 847. Ὁ [[τύπος]] χανδὰ μνημονεύεται [[ὡσαύτως]] παρ’ Ἀπολλ. περὶ Ἐπιρρ. 562. 16, 20. - Καθ’ Ἡσύχ.: «[[χανδόν]]· πολύ[ν], καὶ ὅσον δυνατόν, καὶ ἀθρόως, ἀπὸ τοῦ κεχηνέναι πλατύ», καὶ χανδὸν πιεῖν· [[κεχηνότως]] καὶ ἀθρόως πιεῖν ὅλῳ στόματι.
}}
{{bailly
|btext=<i>adv.</i><br />en ouvrant la bouche, à pleine bouche ; <i>fig.</i> avidement.<br />'''Étymologie:''' [[χαίνω]], -δον.
}}