Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "βραβευτής" on this wiki. See also the other search results found.

  • 12 (todas imper.). 3 admin. ejercer el cargo de βραβευτής SEG 38.1303.8 (Frigia II/III d.C.). βραβευτής, ο (AM) βραβεύς βραβεύς, κριτής. * Αναζήτηση
    4 KB (424 words) - 20:30, 29 December 2020
  • arbitrator, subs.: P. διαιτητής, ὁ, μέσος δικαστής, ὁ, ἐπιγνώμων, ὁ, βραβευτής, ὁ, P. and V. βραβεύς, ὁ (Plato), διαλλακτής, ὁ, V. διαλλακτήρ, ὁ. umpire
    1 KB (139 words) - 08:55, 10 December 2020
  • árbitro = διαχωριστής, αἰσυμνήτης, βραβευτής, διαιτός, διαλλακτής, διαλλακτήρ, ἔκκλητος, διαιτητής, βραβεύς, διαιτατρ, ἀγωνοθέτης, διαστάτης, ἀκουστής
    378 bytes (30 words) - 06:54, 22 August 2017
  • magistrado = βραβευτής, ἀρχεῖον, ἀρχός, διαστάτης * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    101 bytes (18 words) - 07:12, 22 August 2017
  • arbiter formae, Ov. H. 16, 69: pugnae, the judge, umpire of the contest, ὁ βραβευτής, Hor. C. 3, 20, 11: favor arbiter coronae, which adjudged the prize of
    11 KB (1,424 words) - 18:45, 9 December 2020
  • P. διαιτητής, ὁ, μέσος δικαστής, ὁ, ἐπιγνώμων, ὁ, βραβευτής, ὁ, P. and V. βραβεύς, ὁ (Plato), διαλλακτής, ὁ, V. διαλλακτήρ, ὁ. decide as arbitrator against
    1 KB (179 words) - 18:50, 9 December 2020
  • the arbiter and director of a contest, who awards the prize; called also βραβευτής, Latin dsesignator), the award to the victor in the games, a prize, (in
    5 KB (507 words) - 09:25, 20 July 2021
  • (Plato), διαλλακτής, ὁ, P. διαιτητής, ὁ, μέσος δικαστής, ὁ, ἐπιγνώμων, ὁ, βραβευτής, ὁ, V. διαλλακτήρ, ὁ. ⇢ Look up "mediator" on Perseus Dictionaries |
    1 KB (185 words) - 09:10, 10 December 2020
  • ejercer el cargo de = βραβευτής, βραβεύω * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    58 bytes (19 words) - 07:03, 22 August 2017
  • Derivative: Denominatives Verb βραβεύω richten, entscheiden (Isok. usw.) mit βραβευτής = βραβεύς (Is., Pl. usw.; vgl. Fraenkel Nom. ag. 2, 63), βράβευμα Richterspruch
    9 KB (869 words) - 08:30, 23 August 2021
  • LSJ brăbeuta,¹⁶ æ, m. (βραβευτής), arbitre dans les jeux entre les combattants : Suet. Nero 53. brabeuta, ae, m. (βραβευτής), der Anordner öffentlicher
    744 bytes (123 words) - 00:15, 28 February 2019
  • τὸ ῥαβδοῦχος, ἐπὶ τῶν Ρωμαίων ῥαβδούχων, Πλουτ. Αἰμίλ. 32· ἀγωνοδίκης, «βραβευτής», Ἡσύχ. ου (ὁ) : litt. « qui règle (les choses) au moyen d’une baguette »
    3 KB (215 words) - 14:48, 1 January 2021
  • earlier σκῆπτρον, Pl.Ax.367a, LXX Ps.44(45).7, 109(110).2; carried by a βραβευτής, Phld.Vit.p.25J.:— dub. in A.Supp.248 for ῥαβδοῦχος. 6 wand borne by the
    31 KB (2,977 words) - 09:05, 27 March 2021
  • elección dicho de los tribunos romanos, Plu.Cat.Mi.44. 3 ejercer el cargo de βραβευτής SEG 38.1303.8 (Frigia II/III d.C.). II tr. 1 disponer, mandar, controlar
    10 KB (1,016 words) - 20:40, 29 December 2020
  • Don. Ter. Ad. 1, 2, 7.— III An umpire at public spectacles, i. q. Gr. βραβευτής, Dig. 3, 2, 4, § 1; Cic. Att. 4, 3, 2. * Look up in: Google | Google Books
    2 KB (241 words) - 21:00, 27 February 2019
  • ῥάβδον ὡς σημεῖον ἀξιώματος· 1) δικαστής, κριτὴς ἀγῶνος, ἀγωνοδίκης, = βραβευτής, Πλάτ. Πρωτ. 338Α. 2) θεράπων ἄρχοντος, ὁ φέρων τὴν ῥάβδον αὐτοῦ, Ἀριστοφ
    8 KB (764 words) - 11:22, 2 January 2021
  • 231 (s. Pfeiffer 567) and Fr. anon. 135; by H. explained with ἄρχων, βραβευτής, βοηθός, ἐπίσκοπος, ἔφορος, ἐπήκοος erklärt. Origin: XX [etym. unknown]
    3 KB (233 words) - 12:55, 20 April 2021
  • στεφᾰνοδότης: -ου, ὁ διδοὺς στεφάνους, ἀνταμείβων, βραβευτής, Θεόδ. Στουδ. ὁ, Μ αυτός που δίνει στεφάνους και, κυρίως, αυτός που δίνει στεφάνια ως βραβεία
    704 bytes (43 words) - 13:16, 25 August 2021
  • juez de un certamen o juegos atléticos = βραβευτής * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    38 bytes (21 words) - 07:10, 22 August 2017
  • scheidsrechter = βραβευτής, διαιτητής, κριτής * Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site
    84 bytes (34 words) - 19:31, 9 January 2019
  • τῷ Διονύσῳ Pl.Smp.175e, σὲ δὲ ... δικαστὴν ποιοῦμαι ἔγωγε Luc.Prom.5, ὁ βραβευτὴς καὶ δ. θεός Ph.1.512, cf. 672, Tat.Orat.12, Athenag.Leg.12.1, Const.App
    9 KB (979 words) - 08:40, 23 August 2021