Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "διαπεράω" on this wiki. See also the other search results found.

  • Luc. D. Mort. 20, 1; u. intr., übersetzen, εἰς νῆσον, Plut. Them. 24. διαπεράω: μέλλ. -άσω [ᾱ], μεταβαίνω ἀπέναντι, διαβαίνω, ῥοὰς Εὐρ. Τρῳ. 1151· πέλαγος
    12 KB (1,191 words) - 11:30, 20 April 2021
  • ἀποκεντέω, διοδεύω, διέρχομαι, διαπράσσω, διεξαμείβω, διαπερονάω, διαπερονίζω, διαπεράω, διαθρῴσκω, ἐνδιαπερονάω, ἀμείβω, διαμείβω, διανύσσω, διελαύνω, διακόπτω
    1 KB (76 words) - 06:44, 22 August 2017
  • pasar = διαβαίνω, βαίνω, διατρίβω, ἑλκύω, διεκβάλλω, διοδεύω, διέρχομαι, διαπεράω, διαπείρω, ἐκπίπτω, διαπίπτω, ἀμείβω, διεκπλέω, διαπεραιόω, ἐκτελέω, διαδίδωμι
    1 KB (77 words) - 06:43, 22 August 2017
  • salir = διεξοδεύω, διαβαίνω, ἀποσπάω, διαπεράω, ἐκρέω, ἐκφλυνδάνω, ἐκβλήσκομαι, ἐκπίπτω, ἐκδύνω, ἐκφύω, γεννάω, ἐκφεύγω, ἀνατέλλω, ἐξανίστημι, ἐκπορεύω
    1 KB (73 words) - 07:20, 22 August 2017
  • traspasar = ἀποσυριγγόω, διέρχομαι, διαπερονάω, διαπερονίζω, διαπεράω, διαθρῴσκω, διαπήγνυμι, ἐμπείρω, διελαύνω, διασυνίστημι, ἐκποιέω, ἀγκιστρόω, διαβιβάζω
    673 bytes (41 words) - 07:23, 22 August 2017
  • cruzar = διαβαίνω, διαστείβω, διέρχομαι, διαπεράω, ἀμείβω, διεξελαύνω, διεκπλέω, ἐνδιατρέχω, διΐπταμαι, διαλλάσσω, διάγω, διαπορεύω, δίειμι, διαίρω, διαβάλλω
    564 bytes (38 words) - 06:59, 22 August 2017
  • sufrir = ἀπαντλέω, ἐνδέχομαι, ἐνταλαιπωρέω, διαπεράω, ἀθλεύω, γυμνάζω, ἐκμοχθέω, αἴρω, ἀναπίμπλημι, δάκνω, δυσχρηστέω, ἀπολαύω, βαρύνω, γεύω, ἐξαντλέω
    547 bytes (38 words) - 07:22, 22 August 2017
  • superar = διαπεράω, διεκπλέω, ἐκνικάω, ἀμεύομαι, ἀφηβάω, διαβιβάζω, ἐκβιβάζω, ἐλέγχω, ἐκβαίνω, ἐξάλλομαι, ἀναβαίνω, διαφέρω, ἀποκαίνυμαι, ἐκπεράω, ἀπονικάω
    349 bytes (29 words) - 06:48, 22 August 2017
  • transportar = αἴρω, διαπεράω, ἐκφορτίζομαι, αἰωρίζω, ἀγινέω, διαβιβάζω, ἄγω, ἀπάγω, διοχετεύω, ἀποικονομέω, διαβαστάζω, διαπέμπω, διαπορθμίζω, διαπορθμεύω
    382 bytes (30 words) - 07:11, 22 August 2017
  • proceder = βαδίζω, διαπεράω, ἀρτάω, ἀνατέλλω, ἐκπορεύω, εἴσειμι, ἀνάγω, ἀπέρχομαι, ἀναφέρω * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation
    201 bytes (23 words) - 07:16, 22 August 2017
  • trasladar = ἐκτοπίζω, διαπεράω, ἀλλάσσω, ἐμβιβάζω, εἰσφορέω, εἰσάγω, ἐκφέρω, ἐκβιβάζω, διακομίζω * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation
    211 bytes (23 words) - 07:22, 22 August 2017
  • adentrarse en = ἐμβαδίζω, εἰσελάω, διαπεράω, εἰσκύρω, ἐνδιοδεύω, ἐγκαταδύνω, δύω, δύνω * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based
    179 bytes (23 words) - 06:51, 22 August 2017
  • pasar a = διαβαίνω, ἐκβάλλω, διαπεράω, ἐξαλλάσσω, διαφύω, ἐξάγω, ἀναβαίνω * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal
    162 bytes (22 words) - 06:43, 22 August 2017
  • pasar por = διεκβάλλω, διέρχομαι, διαπεράω, διηθέω, ἐκτελέω, διήκω, διαπορεύω, ἐναλλάσσω, διατρέχω, βάλλω * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario
    226 bytes (25 words) - 07:14, 22 August 2017
  • διαπερᾶν = (see also: διαπεράω) cross, pierce, go over, go through, make one's way through, of time, pass through, pass, travel through ⇢ Look up "διαπερᾶν"
    208 bytes (43 words) - 16:28, 5 June 2020
  • experimentar = διαπεράω, ἐκγυμνάζω, ἐκπειράομαι, γεύω * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    104 bytes (18 words) - 06:36, 22 August 2017
  • wohl aus διαπεράσιοσ entstanden, das Ε ausgestoßen, Υ äolisch für Α, von διαπεράω, hindurchdringen. Vgl. διαμπερές. Apollon. Lex. Homer. p. 58, 23 διαπρύσιον·
    12 KB (1,073 words) - 11:25, 29 March 2021
  • διαμπερές steckt, was Einige in Abrede stellen, indem sie das Wort von διαπεράω herleiten und das Μ für ein euphonisches Einschiebsel erklären. – Folgende:
    13 KB (1,253 words) - 11:27, 20 April 2021
  • :—Pass., Iamb.Myst.7.4. II traverse, pass through, λοβόν Aret.SA2.8 (cf. διαπεράω). * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works [Seite 594] vollenden
    7 KB (603 words) - 00:30, 30 December 2020
  • Click links below for lookup in third sources: ατος, τό, (διαπεράω) A strait of the sea, ferry, Str.6.1.5, Peripl.M.Rubr.32, Ptol.Geog.1.13.8. * Abbreviations:
    1 KB (107 words) - 00:25, 30 December 2020
  • doorstaan = διαπεράω, στέγω, συμφέρω * Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site | Mijn
    76 bytes (34 words) - 07:30, 10 January 2019
  • doorboren = δαΐζω, διαπείρω, διαπεράω, διατετραίνω, διατιτρώσκω, κατακεντέω, κατατιτράω, πείρω, περιπείρω, περονάω, τρυπάω * Look up in: Google | Wiktionary
    264 bytes (42 words) - 07:30, 10 January 2019
  • doormaken = διαπεράω * Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site | Mijn | Glosbe | Vandale
    40 bytes (32 words) - 07:30, 10 January 2019
  • oversteken = διακομίζω, διαπεραιόω, διαπεράω, διαπορεύω, περαιόω, περάω, πορθμεύω * Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό |
    172 bytes (38 words) - 10:40, 10 January 2019
  • overzetten = διάγω, διακομίζω, διαπεραιόω, διαπεράω, διαπορεύω, διαπορθμεύω, περαιόω, πορεύω, πορθμεύω * Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek
    218 bytes (40 words) - 10:40, 10 January 2019
  • doorbrengen = διαπεράω, διατρίβω, κατατρίβω, τρίβω * Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This
    102 bytes (35 words) - 07:30, 10 January 2019
  • διαπράσσω: Ἀττ. –ττω, Ἰων. –πρήσσω· μέλλ. –πράξω· - διέρχομαι, ὡς τὸ διαπεράω, μετὰ γεν., διέπρησσον πεδίοιο, ἐμπορεύοντο διὰ μέσου τῆς πεδιάδος, διήρχοντο
    23 KB (2,332 words) - 11:27, 20 April 2021
  • door… trekken = διαπεράω, διαπορεύω * Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site | Mijn |
    64 bytes (34 words) - 07:35, 10 January 2019
  • διεκπλέω, διεκπλώω, διαπλέω, περαιόω, διακολυμβάω, περιπλέω, περιπλώω, διαπεράω, διαβαίνω, μετρέω, ὁρίζω * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь
    405 bytes (54 words) - 18:10, 18 October 2019
  • περονάω, κατακεντέω, ἀναπείρω, ἀμπείρω, ἀποκεντέω, διασεύομαι, ἀναμηλόω, διαπεράω, διωθέω, συγκεντέω, ἐρείδω * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь
    533 bytes (59 words) - 10:03, 15 October 2019
  • εἰσδύνω, ἐσδύνω, διαδύομαι, ἐπεισδύω, παρεισδύομαι, εἰσέχω, ἐσέχω, παραρρέω, διαπεράω, διήκω, διεκπεράω, διέχω, ἐκρήγνυμι, προδιέρχομαι, προσεμβάλλω, ὑπορρέω
    1 KB (87 words) - 09:20, 15 October 2019
  • περιΐσχω, στεφανόω, συμπεριλαμβάνω, ἀπολαμβάνω, ἀμφιέπω, ἀμφέπω, συνεκδέχομαι, διαπεράω, κατακρύπτω, ἀμφιχέω, συνέργω, συνείργω, συνεέργω, σφίγγω, κνίζω, ἐμπεριλαμβάνω
    1,021 bytes (79 words) - 07:55, 15 October 2019
  • ἐπιδιαφέρω, διαπορεύω, διακομίζω, διαπορθμεύω, περαιόω, παρακομίζω, παραπέμπω, διαπεράω * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия
    353 bytes (50 words) - 18:13, 14 October 2019
  • διορθόω, ἰθύνω, οἰκονομέω, ναυστολέω, ἀνάσσω, αἰσυμνάω, εὐθύνω, ἡνιοστροφέω, διαπεράω, διανέμω, προστατέω, κρατύνω, καρτύνω, κυβερνάω, ἡνιοχέω, ἁνιοχέω, ἡγεμονεύω
    655 bytes (66 words) - 09:52, 15 October 2019
  • проезжать = περιελαύνω, ὁδεύω, διαβάλλω, ναυστολέω, παραφέρω, παρφέρω, διαπεράω, διοδεύω, παραμείβω, παροδεύω, ὁδοιπορέω, διαφοιτάω, διαφοιτέω, διεξελαύνω
    377 bytes (52 words) - 07:45, 15 October 2019
  • καταπράττω, ἐπιτελειόω, ἀποτελέω, περαίνω, τελευτάω, τελευτέω, ἐφάπτω, ἐπάπτω, διαπεράω, ἐργάζομαι, τολυπεύω, ἐκτολυπεύω, ἐξεργάζομαι, διεργάζομαι, διαπράσσω,
    1 KB (93 words) - 09:25, 15 October 2019
  • ἀναπείρω, ἀμπείρω, τετραίνω, ἀναπήγνυμι, διαπερονάω, ἀποκεντέω, διατρυπάω, διαπεράω, διαιρέω * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό
    360 bytes (51 words) - 12:20, 14 October 2019
  • διαπεραιόω, διαπορεύω, διαπορθμεύω, περαιόω, ἐπιδιαβαίνω, ἀποπεράω, διεκβάλλω, διαπεράω, διεκπεράω, διαβαίνω, διαίρω * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь
    350 bytes (50 words) - 18:35, 18 October 2019
  • διάγω, διαπεραιόω, διαπορεύω, διακομίζω, διαπορθμεύω, περαιόω, παρακομίζω, διαπεράω, διαφέρω * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό
    373 bytes (51 words) - 18:04, 18 October 2019
  • ἐπιτελέω, ποιέω, ἀναπίμπλημι, ἀμπίμπλημι, ὀχέω, λατρεύω, ἀποτελέω, περαίνω, διαπεράω, ἐργάζομαι, ἐξεργάζομαι, βεβαιόω, ἀντλέω, λύω, πονέω, τηρέω, τελέω, πορσύνω
    513 bytes (60 words) - 17:21, 18 October 2019
  • владеть = κρατέω, μεταχειρίζω, κατακρατέω, ἀνάσσω, κατακτάομαι, διαπεράω, κρατύνω, καρτύνω, κατέχω, ἐπέχω, κτάομαι, νέμω * Look up in: Google | Wiktionary
    268 bytes (48 words) - 17:25, 18 October 2019
  • пробивать = κεάζω, τορέω, ῥήγνυμι, ῥηγνύω, διαράσσω, πείρω, διατετραίνω, διαπεράω, διακροτέω, διωθέω, ἀναρρήγνυμι, ἐρείκω, περαίνω * Look up in: Google
    288 bytes (49 words) - 18:35, 18 October 2019
  • ἐπιπάρειμι, παρφέρω, ἐξήκω, ἐπιστείχω, διέρπω, παρήκω, διοιχνέω, διοίχομαι, διαπεράω, παρεξέρχομαι, διοδεύω, διαστείβω, ἐπινίσσομαι, διεξοδεύω, διήκω, παρέρχομαι
    2 KB (113 words) - 07:50, 15 October 2019