Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "διό" on this wiki. See also the other search results found.

  • Pl.R.358d, etc.; διὸ δή Th.2.21, Pl.Cra.412a, al.; διὸ καί, διὸ δὴ καί, Id.Phdr.258e, Smp. 203c; διόπερ Th.1.71, 120, 8.92, etc. διό: σύνδεσμος, ἀντὶ
    6 KB (793 words) - 14:23, 3 July 2020
  • account (A. V. wherefore): Treg. διό περ); L T Tr WH διό. διόπερ (AM) (επιτατ. του διό) γι' αυτό ακριβώς. [ΕΤΥΜΟΛ. < διό + περ]. Αναζήτηση σε: Google |
    3 KB (320 words) - 13:25, 3 October 2019
  • P. and V. τί; see why. relative, for which reason: P. and V. ἀνθ' ὧν, P. διό, διόπερ, ὧν ἕνεκα, V. ὧν οὕνεκα. therefore, before imperatives: P. and V.
    595 bytes (62 words) - 08:54, 20 May 2020
  • (enclitic), Ar. and P. τοιγάρτοι. for which reason: P. and V. ἀνθ' ὧν, P. διό, διόπερ, ὧν ἕνεκα, V. ὧν οὕνεκα. for this reason: V. τούτων χάριν, ἐκ τῶνδε
    817 bytes (76 words) - 08:52, 20 May 2020
  • (in Ep. Δῑο- metri gr.), in compds., both    A sprung from Zeus or the gods, and godlike. Διο-: εὕρηται ἐν ἀρχῇ πολλῶν συνθέτων ὀνομάτων κυρίων τε καὶ
    822 bytes (50 words) - 12:52, 30 June 2020
  • Grammar, 445 (415)): R G διό); T WH Tr marginal reading; L T Tr WH ὅτι); διά καί). 2. for (cf. Fritzsche on L T Tr WH for R G διό); (Tdf. From Herodotus
    12 KB (1,444 words) - 15:20, 4 July 2020
  • τῇ παρὰ τὸν Ἀδρίαν χώρᾳ», Πολ.) 2. (για λόγο) επιμένω στις λεπτομέρειες («διό μᾱλλον ἄν τις ἐνδιατρίψειε περί αὐτῶν», Αριστοτ.) 3. ασχολούμαι με κάτι, επιμένω
    953 bytes (72 words) - 07:08, 29 September 2017
  • ἀνθ' ὧν, διό, διόπερ, ὧν ἕνεκα, ὧν οὕνεκα ⇢ Look up "for which reason" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia
    125 bytes (27 words) - 19:40, 22 May 2020
  • διο- (Α) α' συνθετικό πολλών αρχαίων ελληνικών λέξεων που φανερώνει καταγωγή από τον Δία, συνεπώς τον λαμπρό, τον έξοχο. Πρβλ. αρχ. διόβολος, διογενής
    639 bytes (47 words) - 07:04, 29 September 2017
  • ἀντί, διό, διότι
    57 bytes (3 words) - 07:15, 22 August 2017
  • διὸ τούτῳ τῶν δέκα ταλάντων ἐτίμησαν = therefore they mulcted him in those ten talents ⇢ Look up "διὸ τούτῳ τῶν δέκα ταλάντων ἐτίμησαν" on Google (phrase
    88 bytes (43 words) - 17:10, 6 July 2020
  • Ζηνο-: πρβλ. Διοβλής, Διογενέτωρ, Διογενής, Διογένης, Διομήδης, Διόπαις, Διό(σ)δοτος, Διοσημία, Διόσκουροι, Διοσξεινιασταί, Διοσσωτηριασταί, Ζηνοδοτήρ
    8 KB (645 words) - 15:11, 15 January 2019
  • — είμαι ευτραφής. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -τραφής (< ετράφην του ρ. τρέφω), πρβλ. διο-τραφής, μουσο-τραφής]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    1 KB (78 words) - 06:39, 29 September 2017
  • Διός· ἴδε ἡλιόκτυπος. διόκτυπος, -ον (Α) χτυπημένος από τον Δία. [ΕΤΥΜΟΛ. < διό- + κτύπος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    416 bytes (28 words) - 07:04, 29 September 2017
  • ἔπραττον ἅπερ.. Ξεν. πτώσεις τινὲς κεῖνται ἀπολύτως, 1) ὅπερ, διό, ὅθεν, ὡς τὸ διόπερ (ἴδε ἐν λ. διό), Διόδ. 13. 18: = καίπερ, Βεκκῆρ. εἰς Ἀπολλ. Δυσκ. π. Ἀντωνυμ
    15 KB (1,421 words) - 17:50, 8 July 2020
  • πόροι Arist.Pr.905b8, cf. Thphr.CP6.9.2; φύσει ἅμα κατάλληλα τελειοῦται· διὸ καὶ ἀκούει τε ἅμα καὶ φωνεῖ [τὰ παιδία] Arist.Pr.902a11; γλῶσσα κ. τῷ στόματι
    7 KB (530 words) - 18:15, 7 July 2020
  • διό
    26 bytes (1 word) - 06:50, 22 August 2017
  • διό
    26 bytes (1 word) - 07:15, 22 August 2017
  • δένδρων, Ἡρόδ. 4. 172· πλάτανος ... ἀμφ. τε καὶ ὑψηλὴ Πλάτ. Φαῖδρ. 230Β, διό, 2) πυκνός, κατάφυτος, ἀμφ. ἄλσος δένδρεσιν Καλλ. εἰς Δήμ. 27, πρβλ. Αἰλ.
    12 KB (1,020 words) - 14:20, 8 July 2020
  • πτερύγια τοῦτο ἐπαινούμενον καὶ ἀντορχούμενον, ὥσπερ νυκτικόραξ ἁλίσκεται· διὸ τοὺς χαύνους καὶ κενοδόξους ὤτους ἐκάλουν» Αἴλ. Διονύσ. παρ’ Εὐστ. 561. 7
    1 KB (102 words) - 14:10, 31 January 2019
  • προαναγγέλλει κακά, ο δυσοίωνος. [ΕΤΥΜΟΛ. < κακ(ο)- + -σημος (< σῆμα), πρβλ. διό-σημος, ομοιό-σημος. Με τη νεοελλ. σημ. η λ. αποτελεί απόδοση του ξεν. pejorative
    1 KB (72 words) - 07:20, 29 September 2017
  • συχνάκις εἰρωνικῶς, ὡς ἐν Ἀριστοφ. Βατρ. 532. Ὁ Ἡσύχ. ἑρμηνεύει: «ἀμέλει· διό· ἁπλῶς [[[καλῶς]]]· οὕτως οὖν, τοιγαροῦν». impér. de ἀμελέω; 1 sois sans
    6 KB (488 words) - 14:40, 14 July 2020
  • αφανίζω 11. (αμτβ.) συνέρχομαι μαζί με άλλους για από κοινού τέλεση πράξης («διὸ καὶ τῶν νόθων εἰς τὸ Κυνόσαργες συντελούντων», Πλούτ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < συν- +
    3 KB (224 words) - 12:53, 29 September 2017
  • τῇ παρὰ τὸν Ἀδρίαν χώρᾳ», Πολ.) 2. (για λόγο) επιμένω στις λεπτομέρειες («διό μᾱλλον ἄν τις ἐνδιατρίψειε περί αὐτῶν», Αριστοτ.) 3. ασχολούμαι με κάτι, επιμένω
    13 KB (1,229 words) - 15:55, 8 July 2020
  • εἴτε κατὰ μέσ., ὡς Θουκ. 4.13, Ξεν. Ἑλλ. 1.1, 5: - Παθ., ναυσὶν ἀνταναχθεὶς Διό. 13. 71: - καθόλου, ἀντεπιτίθεμαι, ἀντεπιφέρομαι, ταῦτα ἐμοῦ λέγοντος ὁ Πρόδικος
    7 KB (604 words) - 15:28, 1 July 2020
  • δι’ ὅ, Ἀριστ. π. Χρωμ. 6, 11, π. Ἀκουστ, 27, π. Θαυμασ. 58, 3 κτλ.˙ πρβλ. διό. ΙΙ. μετὰ συγκριτικόν, = παρά, ἐκεῖσε κρειττόνως αὐξάνουσι παρὸ ἀλλαχοῦ .
    2 KB (152 words) - 18:15, 28 June 2020
  • Ζηνο-: πρβλ. Διοβλής, Διογενέτωρ, Διογενής, Διογένης, Διομήδης, Διόπαις, Διό(σ)δοτος, Διοσημία, Διόσκουροι, Διοσξεινιασταί, Διοσσωτηριασταί, Ζηνοδοτήρ
    56 KB (6,078 words) - 20:19, 13 July 2020
  • φαίνεται ἐκ τοῦ ἐν Ἰλ. Ω. 448 κἑξ.· κλ. εὔτυκτος Κ. 566· εὔπηκτος Ι. 663· διό, ὅτε στράτευμά τι ἠγείρετο πρὸς ἀναχώρησιν δὲν διέλυε τὰς κλισίας ὅπως τὰς
    16 KB (1,568 words) - 18:28, 7 July 2020
  • 22. Διόβολος: -ον (βάλλω), αυτός που εξακοντίζεται από το Δία, σε Ευρ. Διό-βολος, ον adj βάλλω hurled by Zeus, Soph., Eur.
    1 KB (74 words) - 13:40, 5 July 2020
  • See fine. therefore they mulcted him in those ten talents: P. διὸ τούτῳ τῶν δέκα ταλάντων ἐτίμησαν (Dem. 862). ⇢ Look up "mulct" on Perseus Dictionaries
    298 bytes (36 words) - 09:08, 20 May 2020
  • πρύμνης οἰακίζοντος», Πολ.) 2. μτφ. δίνω κατεύθυνση, κυβερνώ, καθοδηγώ (α. «διὸ παιδεύουσι τοὺς νέους οἰακίζοντες ἡδονῇ καὶ λύπῃ», Αριστοτ. β. «ὁ κοινὸς βίος
    1 KB (79 words) - 12:50, 15 February 2019
  • καταστέλλειν, ῥίπτειν πρὸς τὰ κάτω ἢ ἐμποδίζειν καὶ καταπαύειν, κατάπαυσις. Διὸ ἀντιτίθενται καταστολὴ καὶ ταραχὴ Διόδ. 15. 94· κ. τῶν παθῶν Κλήμ. Ἀλ. 137
    7 KB (574 words) - 18:15, 7 July 2020
  • «καθό», «καθά» i) λόγω του ότι ii) ακριβώς όπως β) «δι' ο» και, με συντμ., «διό» — γι'αυτό γ) «ό εστι» — δηλαδή δ) «ο μη γένοιτο» — απευχή για να μη γίνει
    9 KB (767 words) - 11:40, 9 January 2019
  • 7. 13· τὸ ὄνομα δὲ τοῦτο ἐδίδετο εἰς τὸν Σοφοκλέα, «ὁ Σοφοκλῆς γὰρ ἡδύς, διὸ καὶ μέλιττα ἐκαλεῖτο» Σχόλ. εἰς Ἀριστοφ. Σφ. 460· ἴδε κατωτ. ΙΙΙ. 2) εἰς τὰς
    15 KB (1,258 words) - 08:35, 16 July 2020
  • вследствие чего = διό, δι' ὅ, ὡς, ὅθεν, ὥσπερ Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com
    88 bytes (43 words) - 17:20, 18 October 2019
  • вот почему = παρό, διό, δι' ὅ, ταῦτα Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    76 bytes (42 words) - 13:20, 14 October 2019
  • потому что = διόπερ, διό, δι' ὅ, ἐπεί, ὥστε, ἕνεκα, εἵνεκεν Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota
    131 bytes (45 words) - 19:05, 14 October 2019
  • поэтому = ᾗ, εἴσοπτρον, ἐντεῦθεν, διό, δι' ὅ, ὥστε, τοῦτο, ταῦτα, τοίνυν, τοιγάρ, ἀτταταῖ, ἐπεί, γοῦν Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь |
    240 bytes (50 words) - 09:15, 15 October 2019
  • διομηνία, η (Α) μήνις, οργή του Δία, θεομηνία. [ΕΤΥΜΟΛ. < διο- + μήνις «οργή»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    298 bytes (21 words) - 07:04, 29 September 2017
  • διόπεμπτος, -ον (Μ) σταλμένος από τον Δία. [ΕΤΥΜΟΛ. < διο- + πεμπτός < πέμπω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    316 bytes (20 words) - 06:27, 29 September 2017
  • διόπαις, ο (Α) (για τον Απόλλωνα) ο γιος του Διός. [ΕΤΥΜΟΛ. < διο- + παις]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    281 bytes (22 words) - 06:27, 29 September 2017
  • emitir borborigmos διὸ καὶ βομβυλίζουσιν οἱ δεινῶς δεδιότες Arist.Pr.949a13. Source: βομβυλίζω
    153 bytes (13 words) - 11:57, 21 August 2017
  • Συνθέσ. 2, Ἀπολλ. Δύσκ. ἐν Α. Β. σελ. 529. 6, κἑξ. ΙΙΙ. σκωπτικὸν ἐπώνυμον, διὸ τῆς μανίας ἐπίρρημ’ Μάχων παρ’ Ἀθην. 578D (τὸ ῥῆμ’ Meineke ἐν νεωτ. ἔκδ.)
    3 KB (190 words) - 16:20, 8 July 2020
  • ἐκυλίετο πρὸ τῶν τρικυμιῶν ὡσεὶ διὰ νὰ προαναγγείλῃ ταύτας εἰς τοὺς ναύτας, διὸ καὶ ἐθεωρεῖτο φίλος τῶν ἀνθρώπων· ἐντεῦθεν ἡ διήγησις περὶ τοῦ Ἀρίονος, Ἡρόδ
    2 KB (180 words) - 09:44, 5 August 2017
  • διόθεν επίρρ. (Α) από τον Δία, σύμφωνα με τη θέληση του. [ΕΤΥΜΟΛ. < διο- + (επιρρ. κατάλ.) -θεν]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    460 bytes (41 words) - 18:40, 31 December 2018
  • τὸ μὲν γὰρ κερτερεῖν ἐστὶν ἐν τῷ ἀντέχειν, ἡ δὲ ἐγκράτεια ἐν τῷ κρατεῖν…, διὸ καὶ αἱρετώτερον ἐγκράτεια καρτερίας ἐστίν» Ἀριστ. Ἠθ.Ν. 7. 7, 4·- ἐν τῷ πληθ
    3 KB (289 words) - 18:20, 7 July 2020
  • συχν. παρ’ Ἀττ., ὡς Πλάτ. Συμπ. 220C. IX. Ἐπιρρημ. χρήσεις: 1) διὰ ταῦτα, διό, ὅθεν, διὰ τοῦτο συχν. παρ’ Ἀττ. κτλ.· ὡσαύτως πρὸς ταῦτα, οὕτω λοιπόν, λοιπόν
    146 KB (17,836 words) - 11:40, 8 July 2020
  • (Α) 1. ολιγόσπερμος 2. (για δημητριακά) αυτός που φέρει λίγους καρπούς («διὸ καὶ πυροὶ κριθῶν ὀψιέστεροι καὶ ὀλιγοχούστεροι», Θεόφρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀλιγ(ό)-
    669 bytes (45 words) - 12:08, 29 September 2017
  • καυλοῦ ὀπός, ὀπὸν δὲ διττὸν ἔχει τὸν μὲν ἀπὸ τοῦ καυλοῦ τὸν δὲ ἀπὸ τῆς ῥίζης, διὸ καλοῦσι τὸν μὲν καυλίαν τὸν δὲ ῥιζίαν Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 6. 3, 2. καυλίας
    1 KB (103 words) - 16:50, 30 June 2020
  • n. de plante, sans étym. κισσός    1 ivy θάλλοντος ἐκ κισσοῦ στεφάνων Διο[νύσου Θρ. 3. 3. hiedra ο (AM κισσός, Α αττ. τ. κιττός) γένος ξυλωδών αναρριχώμενων
    8 KB (698 words) - 18:25, 7 July 2020
  • — είμαι ευτραφής. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -τραφής (< ετράφην του ρ. τρέφω), πρβλ. διο-τραφής, μουσο-τραφής]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    5 KB (326 words) - 08:59, 8 July 2020
  • (Α) η απομάκρυνση του κακού με εξιλαστήρια θυσία ή επικλήσεις. [ΕΤΥΜΟΛ. < διο- + πέμπω «στέλνω»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    488 bytes (44 words) - 06:27, 29 September 2017
  • zu jedem Geschäfte tüchtig, geschickt, gewandt, wie Arist. eth. 6, 12 sagt διὸ καὶ τοὺς φρονίμους δεινοὺς καὶ πανούργους φαμὲν εἶναι; vgl. Schol. Ar. Ran
    12 KB (1,118 words) - 11:40, 8 July 2020
  • ͵μ = 40,000. Ἐν Ἐπιγραφαῖς τὸ μ σημαίνει μύριοι ἢ μυριάς, ὡς τὸ Π πέντε· διὸ ? = πεντακισμύριοι ἤτοι πέντε μυριάδες, 50,000. - Περὶ τοῦ γράμματος Μ ἐπὶ
    8 KB (725 words) - 21:45, 7 July 2020
  • Aemil. Paul. 37. – 2) übh. zirkelrund machen, Plat. Critia. 113 d; auch med., διὸ καὶ σφαιροειδὲς αὐτὸ ἐτορνευσατο, Tim. 35 b, rings abzirkeln. – Vgl. τορεύω
    5 KB (349 words) - 20:09, 7 July 2020
  • Οἰ. 2. σ. 102. 3) καθόλου, βλάβη, προσβολή, ἀτιμία, Θουκ. 7. 75 [αἰκῖα, διὸ ὁ Dawes, ὁ Πόρσ. καὶ ἄλλοι προτιμῶσι αἰκεία, πρβλ. ἀεικείη: ἀλλ’ ἴδε Ellendt
    7 KB (695 words) - 21:50, 7 July 2020
  • πρύμνης οἰακίζοντος», Πολ.) 2. μτφ. δίνω κατεύθυνση, κυβερνώ, καθοδηγώ (α. «διὸ παιδεύουσι τοὺς νέους οἰακίζοντες ἡδονῇ καὶ λύπῃ», Αριστοτ. β. «ὁ κοινὸς βίος
    4 KB (254 words) - 08:50, 30 June 2020
  • παραιρέω. -έσεως, ἡ, Α παραιρώ 1. αφαίρεση αντικειμένου που ανήκει σε άλλον («διὸ καὶ παραίρεσιν ποιοῡνται τῶν ὅπλών», Αριστοτ.) 2. μείωση, ελάττωση, μετριασμός
    3 KB (243 words) - 14:30, 4 July 2020
  • καί τινα διαφορὰν ἄλλην ἔχον Pl.Ti.23a, τῆς ναυπηγίας Plb.1.51.4, πᾶν ῥᾴ[διο] ν εἰς τ[οὺς ἀ] δελφοὺς σου διαφορὰ[ν ἔ] χεις καὶ ὑπεροχήν en todo aventajas
    17 KB (1,639 words) - 15:25, 4 July 2020
  • ἡμιόνων καὶ χρησιμεύουσα πρὸς μεταφορὰν πραγμάτων, Ἰλ. Ω. 782, Ὀδ. Ζ. 37· διὸ καὶ ὁ Πρίαμος λαμβὰνει μίαν τοιαύτην ἅμαξαν ὅπως μεταφέρῃ τὰ δῶρα αὑτοῦ εἰς
    11 KB (1,207 words) - 18:45, 8 July 2020
  • γενέσθαι Διόδ. 5. 35. 4) ἐπὶ τῶν μαστῶν τοῦ δελφῖνος, ὁ δελφίς ζῳοτοκεῖ, διὸ ἔχει μαστοὺς δύο... ἔχει δ’ οὐχ ὥσπερ τὰ τετράποδα ἐπιφανεῖς θηλάς, ἀλλ’ οἷον
    4 KB (359 words) - 14:15, 4 July 2020
  • avec des prép. : ἀνθ’ ὧν pour cela que, ἀφ’ οὗ et ἐξ οὗ depuis que, δι’ ὅ ou διό à cause de quoi, c’est pourquoi, ἐς ὅ jusqu’à ce que, καθ’ ὅ ou καθ’ ἅ à cause
    96 KB (12,710 words) - 17:54, 8 July 2020
  • δρόσος. I intr. 1 convertirse en gotas de humedad, condensarse en rocío διὸ καὶ δροσίζει ἀφιέμενον τὸ ὑγρὸν ἀπὸ τοῦ θερμοῦ Arist.Pr.939b38, del sudor
    7 KB (643 words) - 08:50, 4 July 2020
  • ἡ,    A cradle, Sor.1.106,109. -ης, ἡ I 1cuna διὸ καὶ παρακείσθωσαν αἱ βαυκάλαι τῇ κλίνῃ Sor.80.30, cf. 83.17 •ἡ Β. La Cuna iglesia de Alejandría en
    1 KB (83 words) - 14:05, 28 June 2020
  • ἀέρα οὐκ ἀθρόως, ἀλλὰ διὰ στενοῦ τοῦ στόματος, ὁ δὲ ἀάζων ἀθρόον ἐκπνεῖ, διὸ θερμόν». Ἀριστοτέλ. Προβλ. λδ΄. 7. exhalar el aliento καὶ γὰρ τοῦτο ...
    3 KB (229 words) - 13:55, 8 July 2020
  • φθίνουσα πορεία, μαρασμός (α. «η παρακμή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας» β. «διὸ καὶ δῆλόν ἐστιν οὐ παρακμῇ τινὶ δι' ἡλικίαν τὸ θυμοειδὲς οὐδὲ αυτομάτως ἀπομαραινόμενον»
    3 KB (244 words) - 11:45, 8 July 2020
  • σωρηδόν («ὅταν ὁ σῑτος εἰς τὰ οἰκεῑα τεθῇ χύδην», Θεόφρ.) 2. σε πεζό λόγο («διὸ καὶ τῶν μέτρων πάντες μνημονεύουσι μᾱλλον τῶν χύδην», Αριστοτ.) 3. (σχετικά
    9 KB (756 words) - 13:50, 8 July 2020
  • Ἀντιφάνης ἐν «Εὐθυδίκῳ» 3, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 9. 2, 1· «κέστρα γὰρ ἡ σφῦρα διὸ καὶ ὁ καλούμενος ἰχθὺς σφύραινα, συνωνύμως καὶ κέστρα ὠνόμασται» Σημείωσις
    2 KB (169 words) - 19:45, 7 July 2020
  • μητέρα του Δία 2. (κατά τους Πυθαγόρειους) η ονομασία της δυάδας. [ΕΤΥΜΟΛ. < διο- + -μήτωρ < μήτηρ. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    952 bytes (59 words) - 22:50, 7 July 2020
  • Plutarchi) fr. 153. ]Διόνυς[ Δ. 2. 31. ἔντι [δὲ καὶ] θάλλοντος ἐκ κισσοῦ στεφάνων Διο[νύσου μ]αιόμεναι (supp. Hermann, Wil.) Θρ. 3. 3. test., Herodian. 2. 492.
    3 KB (246 words) - 09:40, 13 January 2019
  • στίχους («τινὰ ποιήματα οὐ μόνον ἐμμέτρως γέγραπται, ἀλλὰ καὶ μετὰ μέλους διὸ καὶ οὐδ' ὁ στίχος κεῑται ἐν τῇ στοιχήσει τέλειος, ἀλλὰ μέχρι τοῡ ἀπηχήματος
    712 bytes (62 words) - 12:32, 29 September 2017
  • διόγνητος, -ον (Α) ο διογενής. [ΕΤΥΜΟΛ. Συντετμημένος τ. αντί διογένητος < διο- + -γένητος < γίγνομαι. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    455 bytes (25 words) - 18:56, 31 December 2018
  • εἶδος. -ές, ΝΜΑ 1. αυτός που μοιάζει με σφαίρα, σφαιρικός, στρογγυλός («διὸ δὴ καὶ σφαιροειδὲς... καὶ κυκλοτερὲς [τὸ σχῆμα τοῡ κόσμου] ἐτορνεύσατο», Πλάτ
    6 KB (413 words) - 13:33, 1 July 2020
  • que se ven unas cosas sí y otras no, Gloss.5.616. 2 falta de visibilidad διὸ συγχυθέντες ἀορασίᾳ διεκόπτοντο LXX 2Ma.10.30. II 1invisibilidad ὕπαρξις ἀθανασίας
    2 KB (140 words) - 17:50, 1 July 2020
  • ὑγιαίνοντες ἀντιτίθενται· πολιτικῶς, κακῶς, δυσμενῶς διατεθειμένος, δυσηρεστημένος, διὸ συνάπτονται, καχέκται καὶ στασιώδεις 1. 68, 10· καχέκται καὶ κινητικοὶ 1.
    3 KB (217 words) - 19:02, 30 June 2020
  • Σ Aesch., Eum. 2, Πίνδαρός φησι πρὸς βίαν κρατῆσαι Πυθοῦς τὸν Ἀπόλλωνα, διὸ καὶ ταρταρῶσαι ἐζήτει αὐτὸν ἡ Γῆ fr. 55. -ῶθεν, from the Pythian festival
    6 KB (673 words) - 21:40, 7 July 2020
  • Ψαμμίτου. II. ὑπισχνοῦμαι, κατεγγυῶ, μνηστεύω, ἀρραβωνίζω, Πολύβ. 5. 43, 1· διὸ καὶ ὁ Ἡσύχ. «τᾶλις, ἡ μελλόγαμος παρθένος καὶ κατωνομασμένη τινί»· πρὸς δὲ
    4 KB (319 words) - 08:50, 4 July 2020
  • προσφιλές; is een dergelijke daad ook de goden welgevallig? Aeschl. Sept. 580; διὸ πάσαις ἡλικίαις καὶ πᾶσιν ἤθεσιν ἡ χρῆσις αὐτῆς ἐστὶ προφιλής daardoor is
    11 KB (969 words) - 15:55, 4 July 2020
  • (-ῆτος), ο, η (AM) ο χτυπημένος από τον Δία, κεραυνόπληκτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < διο- + -βλητος < βάλλω]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    2 KB (189 words) - 13:44, 5 July 2020
  • Marterwerkzeug, D. Sic. 20, 71 Charit. 3, 4. καταπέλτης: -ου, (ἐκ τοῦ καταπάλλω, διὸ καὶ φέρεται ἡ γραφή: καταπάλτης ἐν Ἐπιγραφῖς, Συλλογ. Ἐπιγραφ. 2360, 36, Ussing
    5 KB (391 words) - 06:56, 1 January 2019
  • Diótono tebano, personaje de diálogo Plu.2.595e, pero quizá error por gen. Διο<γεί>τονος. Source: Διότονος
    134 bytes (20 words) - 12:25, 21 August 2017
  • Α (κατά τον Ησύχ.) «διὸ δή». Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    88 bytes (15 words) - 12:44, 29 September 2017
  • κατακυλίω 1. κυκλικός («ἡ Γαλιλαίη κατακυλιστὴ τῇ Ἑλλάδι γλώττῃ ἑρμηνεύεται, διὸ καὶ Γελγὲ ὁ τροχὸς ὀνομάζεται» (Σευήρ. Αντ.) 2. αυτός που ρέπει προς ηθική
    416 bytes (38 words) - 07:22, 29 September 2017
  • Πίνδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < κύριο όν. Κοῖος + -γενής (< γένος < γίγνομαι), πρβλ. διο-γενής, καδμο-γενής. Ο τ. κοιογένεια < κοιογενής]. Αναζήτηση σε: Google |
    824 bytes (52 words) - 06:40, 29 September 2017
  • φαινόμενο που προαναγγέλλει το μέλλον 2. οιωνός, σημάδι, μήνυμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < διο- + -σημία < -σημος < σήμα] Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    2 KB (210 words) - 14:52, 31 December 2018
  • adv. en conexión διὸ οὐκ ἐπερειστικῶς αὐτῶν ἐστιν ἀχώριστος, ἀλλὰ μᾶλλον ἀ. καὶ συνεκτικῶς Simp.in de An.285.19. Source: ἀνοχικῶς
    219 bytes (22 words) - 12:14, 21 August 2017
  • ἐπιχώριος, ἐντόπιος, Λατ. indigena, τῷ αὐτιγενεῖ θεῷ Ἡρόδ. 4. 180, πρβλ. Διο. Ἁλ. 1. 9· αὐτιγενεῖς ποταμοὶ Σκυθικοί, οἱ ἐκεῖ ἔχοντες τὰς πηγὰς αὐτῶν, Ἡρόδ
    6 KB (536 words) - 21:50, 7 July 2020
  • dios al que estaba dedicada ἡ ἱερὰ Λητοῦς γ. TAM 3.765.11 (Termeso, imper.), Διὸ[ς] Σωτ[ῆ] ρος ἡ γ. IPrusias 63, 64. II fig. semejanza κατὰ τὴν γειτνίασιν
    4 KB (373 words) - 10:34, 30 June 2020
  • anlegen, mit anfassen, helfen, beistehen; Ar. im med., προσλάβεσθε, Pax 9; διὸ καὶ ἐμὲ τῆς ἀποκρίσεως ὑμῖν δίκαιον τὰ νῦν προσλαμβάνειν, Plat. Legg. X, 697
    29 KB (2,786 words) - 14:40, 14 July 2020
  • σχηματισθεῖσα ὑπὸ τοῦ Ἀριστοτέλους, ὅστις καλεῖ τὴν ψυχὴν ἐντελέχειαν τοῦ σώματος, διὸ ψυχή ἐστιν ἐντελέχεια ἡ πρώτη σώματος φυσικοῦ δυνάμει ζωὴν ἔχοντος π. Ψυχῆς
    10 KB (862 words) - 15:55, 8 July 2020
  • • πρώϊζα : 1 avant-hier; 2 tout récemment. Étymologie: πρωΐ, th. ζο- de δjο- de διο- de διϜο- ; cf. lat. dies.
    601 bytes (59 words) - 19:31, 9 August 2017
  • ος, ον : c. διογενής. διόγονος, -ον (Α) βλ. διογενής. [ΕΤΥΜΟΛ. < διο- + -γονος < γίγνομαι. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    456 bytes (25 words) - 08:32, 31 December 2018
  • auszudrücken, Eustath. Od. 28, 15 p. 1937, 2 καιρία δὲ ἡ λέξις καὶ δυσμετάληπτος· διὸ καὶ ἡ γραῦς τῇ αὐτῇ προϊοῦσα λέξει χρᾶται, d. h. es ist schwer, den Begriff
    982 bytes (118 words) - 06:27, 29 September 2017
  • διόβολος διόβολος, -ον (Α) (για κεραυνό) ριγμένος από τον Δία. [ΕΤΥΜΟΛ. < διο- + -βολος < βάλλω]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    1 KB (82 words) - 13:39, 5 July 2020
  • καταρρεπής: -ές, ῥέπων πρὸς τὰ κάτω, κατωφερής, ἢ καὶ πρὸς τὸ ἕτερον μέρος κλίνων, διὸ ὁ Ἡσύχ. ἑρμηνεύει: «ἑτερορρεπὴς ἢ ἑτεροκλινής». ής, ές : qui penche. Étymologie:
    1 KB (71 words) - 22:40, 31 December 2018
  • τὸ ἀνταποδιδόναι χάριν, κτλ., κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὸ ἀποδοχή, Θουκ. 4. 81˙ διὸ καὶ Χαρίτων ἱερὸν ἐμποδὼν ποιοῦνται, ἵνα ἀνταπόδοσις ᾖ Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 5. 5
    11 KB (960 words) - 14:43, 8 July 2020
  • πρὸς τὰ κάτω μεθ’ ὁρμῆς, κ. ἐπ’ αὐτῶν τῶν ὀρῶν φέρεται Νεῖλος Φιλόστρ. 265, διὸ καὶ ἐπακολουθεῖ, ἡ ἠχὼ τοῦ ῥεύματος καταρρηγνυμένου τῶν ὀρῶν. ΙΙ. ὡς οὐσιαστ
    4 KB (276 words) - 18:05, 7 July 2020
  • 271 Α· ἐνταῦθα δὲ καὶ ὁ Ἀριστοτέλης συνείθιζε νὰ διδάσκῃ ἢ ὁμιλῇ περιπατῶν, διὸ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐκλήθησαν Λύκειοι Περιπατητικοί, Σχόλ. εἰς Ἀριστοτ. Σ. 24
    3 KB (186 words) - 21:50, 7 July 2020
  • ἱστοδόκῃ πέλασαν προπόνοισιν ὑφέντες Ἰλ. Α. 434· ἴδε Σχολ., ὅστις ἑρμηνεύει διὸ τοῦ ἱστοθήκη. ης (ἡ) : chevalet sur lequel on renverse le mât d’un vaisseau
    3 KB (204 words) - 16:06, 1 July 2020
  • βεβαιωθῶμέν τι περὶ τοῦ γένους πλὴν τοῦ μνημονευθέντος χωρίου τοῦ Ἡσιόδου· διὸ ἔχει προταθῇ ἐν τῷ χωρίῳ ἐκείνῳ νὰ ἀναγνωσθῇ: τρίπηχυ, νὰ γείνῃ δὲ δεκτὸς
    7 KB (532 words) - 18:05, 8 July 2020

View (previous 100 | next 100) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)