Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "θεία" on this wiki. See also the other search results found.

  • σ. 530, 6. ΙΙ. Θεία, κύρ. ὄνομα, θυγάτηρ τῆς Γῆς, μήτηρ τοῦ Ἡλίου καὶ τῆς Σελήνης, Ἡσ. Θ. 135. fém. de θεῖος¹. και θεια, η (AM θεία) η αδελφή του πατέρα
    2 KB (185 words) - 09:55, 30 December 2020
  • Θεία mother of Helios by Hyperion, acc. to Hes., Theog. 371—4: v. Fränkel, W & F, 362, D & P, 554ff.    1 μᾶτερ Ἀελίου πολυώνυμε Θεία (I. 5.1) Θεία:
    413 bytes (44 words) - 21:44, 31 December 2018
  • θεός β) η θεία φύση 6. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα θεία α) τα υπέργεια, τα μη εγκόσμια, τα ιερά και άγια β) η θρησκεία («είναι αφοσιωμένος στα θεία») (μσν)
    4 KB (351 words) - 12:20, 14 January 2019
  • neutre pl. de θεῖος¹.
    58 bytes (4 words) - 19:54, 9 August 2017
  • η (AM ἔμπνευσις) 1. παρακίνηση, παρόρμηση για κάτι 2. θεία φώτιση, θεοπνευστία νεοελλ. 1. αιφνίδια δημιουργία μιας ιδέας χωρίς παρεμβολή της βουλήσεως
    622 bytes (48 words) - 07:08, 29 September 2017
  • η (AM ἀσέβεια) ασεβής η έλλειψη σεβασμού προς τα θεία ή προς κάτι που θεωρείται αξιοσέβαστο. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    215 bytes (25 words) - 06:58, 29 September 2017
  • ευγνωμοσύνης, ευγνωμοσύνη 2. ευχαριστήρια δέηση, δοξολογία 3. φρ. α) «θεία ευχαριστία» — η θεία μετάληψη, το μυστήριο της μετουσιώσεως του άρτου και του οίνου
    1 KB (81 words) - 06:34, 29 September 2017
  • -ές και άσεβος, -η -ο (AM ἀσεβής, -ές) αυτός που δεν σέβεται τα θεία, ο βέβηλος ή ο ιερόσυλος νεοελλ. 1. αυτός που φέρεται με ασέβεια προς τους άξιους
    1 KB (75 words) - 10:50, 23 December 2018
  • διαταγή («εἴπας πρὸς Θρασύβουλον τοῦ Λυδοῦ τὰς ἐντολὰς ἀπῆλθε», Πίνδ.) 2. θεία επιταγή («φυλάξω τὰς ἐντολάς σου») 3. εξουσιοδότηση 4. οι εντολές οι παραγγελίες
    2 KB (110 words) - 19:55, 13 June 2022
  • παρεκτράπηκε ΙΙ. (μέσ. ανακαλιέμαι) 1. επικαλούμαι τη θεία τιμωρία, καταριέμαι 2. επικαλούμαι τη θεία βοήθεια, προσεύχομαι 3. κραυγάζω, οδύρομαι, θρηνώ μσν
    3 KB (156 words) - 06:23, 29 September 2017
  • μου, τον θεωρώ αυθεντία αρχ.-μσν. απρόσ. ἀποκαλύπτεται γίνεται σε κάποιον θεία αποκάλυψη (μσν., -ομαι) (για την Παναγία και τους αγίους) εμφανίζομαι και
    1 KB (79 words) - 06:57, 29 September 2017
  • τὰ θεῖα = religion, religious rites, the dictates of religion ⇢ Look up "τὰ θεῖα" on Google | LSJ full text search (Translation based on the reversal
    101 bytes (31 words) - 21:45, 3 July 2020
  • γυναικών γενικά) σεβαστή γριούλα 3. (σπάν.) η αδελφή της γιαγιάς, η μεγάλη θεία 4. φρ. «μεγάλη γιαγιά ή προγιαγιά» — η μητέρα της γιαγιάς, η προμάμμη. [ΕΤΥΜΟΛ
    712 bytes (58 words) - 08:35, 23 August 2021
  • -μσν. παθ. προσέρχομαι και μετέχω στη Θεία Λειτουργία μσν. 1. παθ. (για εκκλησία) ανοίγω για να τελεσθεί η θεία λειτουργία 2. (η μτχ. παθ. παρακμ.) (για
    4 KB (303 words) - 08:35, 27 March 2021
  • οὐδὲν δημιουργεῑ μάτην», Αριστοτ. β. «δημιούργησε έξοχα έργα» 2. (για τη θεία δύναμη) φέρνω σε ύπαρξη, πλάθω εκ του μηδενός νεοελλ. 1. γίνομαι αίτιος,
    2 KB (125 words) - 14:25, 27 March 2021
  • πολύ δύσκολο να εκπληρωθούν μσν.-αρχ. 1. άγιος, ιερός («θρησκεία εὐσεβὴς και θεία») 2. επίθετο, τιμητική προσφώνηση αυτοκρατόρων ή υψηλών προσώπων (α. «ἡ ἀγαθή
    3 KB (227 words) - 20:05, 13 June 2022
  • άλλους 2. ο βάναυσος, ο απάνθρωπος 3. όποιος δεν κοινώνησε, δεν έλαβε τη θεία Μετάληψη «πέθανε ακοινώνητος» μσν. εκείνος που έχει αφοριστεί, έχει αποκοπεί
    1 KB (97 words) - 22:55, 29 December 2020
  • θεός β) η θεία φύση 6. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα θεία α) τα υπέργεια, τα μη εγκόσμια, τα ιερά και άγια β) η θρησκεία («είναι αφοσιωμένος στα θεία») (μσν)
    36 KB (3,350 words) - 08:25, 29 May 2022
  • εκκλησιαστικού έτους 2. (λειτ.) καθένα από τα αντίφωνα που ψάλλονται κατά τη θεία λειτουργία στην Ορθόδοξη Εκκλησία πριν από τη Μικρή Είσοδο τις Κυριακές και
    2 KB (155 words) - 12:54, 29 September 2017
  • ιερός, θείος αρχ. (για έργο) ο εμπνευσμένος από θεία δύναμη. επίρρ... ενθέως με τρόπο ένθεο, θεόληπτο, με θεία δύναμη ή έμπνευση, με ενθουσιασμό. * Αναζήτηση
    983 bytes (77 words) - 06:31, 29 September 2017
  • «λέξη ταμπού» (πρβλ. και ὕδωρ: νερό), δήλωνε δηλ. το αγιασμένο κρασί, τη θεία κοινωνία. Η λ. οἶνος διατηρήθηκε μέχρι σήμερα κυρίως ως α' συνθετικό (πρβλ
    5 KB (367 words) - 13:55, 23 August 2021
  • ποιητέον ἐστί», Πλούτ.) ι) «προσθήκης μοῑρα» — προσθήκη ια) «θεία μοῑρα» — το θείο, η θεία πρόνοια ιβ) «μοῑρα βιότοιο» — ο καθορισμένος αριθμός τών ετών
    11 KB (844 words) - 20:20, 13 June 2022
  • πλοία μσν.-αρχ. 1. εκκλ. α) η ύπαρξη του Θεού β) ο άρτος που απομένει μετά τη θεία ευχαριστία 2. η υλική αιτία («ἡ οὐσία αἰτία τοῦ εἶναι ἕκαστον», Αριστοτ.)
    4 KB (351 words) - 12:45, 15 February 2019
  • ικεσία, επίκληση του ονόματος («ἐπίκλησις δαιμόνων», Δίων Κάσσ.) μσν. κατά τη θεία λειτουργία η αναφορά του ονόματος του προσώπου που τιμάται αρχ. 1. παρατσούκλι
    2 KB (116 words) - 12:20, 15 February 2019
  • προφητικού βιβλίου του Ευαγγελιστή Ιωάννη (ΚΔ) γ) φρ. «εξ αποκαλύψεως» — με θεία έμπνευση ή δήλωση νεοελλ. 1. η εκμυστήρευση, η ανακοίνωση μυστικών 2. το
    811 bytes (67 words) - 06:57, 29 September 2017
  • ἱρουργία) ιερουργώ ιεροτελεστία, θρησκευτική τελετή, τέλεση τών σχετικών με τη θεία λατρεία. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    272 bytes (28 words) - 07:18, 29 September 2017
  • σώμα και το αίμα του Χριστού που δίνεται για μετάληψη («η αγία μετάδοση» — η θεία κοινωνία) 2. τεχνολ. η μεταβίβαση του κινητήριου έργου από ένα όργανο σε
    2 KB (180 words) - 07:37, 29 September 2017
  • μολύνω κάποιον με νόσημα που έχω, κολλώ κάποιον νεοελλ.-μσν. 1. (σχετικά με τη θεία μετάληψη) κοινωνώ κάποιον 2. (αμτβ.) κοινωνώ, μεταλαβαίνω μσν. μέσ. μεταδίδομαι
    4 KB (265 words) - 09:40, 18 June 2022
  • esp. caused by madness, passion, vice, etc., ν. φρενῶν A.Pers.750 (troch.); θεία νόσος, i.e. divine disease, madness, S.Aj.185 (lyr.); μανιάσιν νόσος ib.59;
    27 KB (2,570 words) - 14:13, 8 August 2022
  • τεμαχισμός του άρτου 6. συνεκδ. ο άρτος που προσφερόταν στους, πιστούς κατά τη θεία λειτουργία 7. φρ. α) «ἡ κλάσις τῶν ἀμπέλων» — η κοπή τών φύλλων και τών κλάδων
    2 KB (147 words) - 07:24, 29 September 2017
  • θεοπνευστία: ἡ, θεία ἔμπνευσις, Ἐκκλ., ἴδε Κόντον ἐν Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 128. η (AM θεοπνευστία) θεόπνευστος η θεία έμπνευση. * Αναζήτηση σε: Google
    286 bytes (28 words) - 07:17, 29 September 2017
  • θεότητα («ελευσίνια μυστήρια») 2. ιεροτελεστία με την οποία μεταδίδεται η θεία χάρη στον χριστιανό, όπως είναι το βάπτισμα, το χρίσμα, η ευχαριστία, η μετάνοια
    4 KB (336 words) - 12:01, 29 September 2017
  • τ. ἱερωργός και επικ. τ. ἱεροεργός) (νεοελλ.-μσν.) ο ιερέας που τελεί τη θεία λειτουργία ή άλλη θρησκευτική τελετή αρχ. 1. ο ιερέας που τελεί τις θυσίες
    970 bytes (70 words) - 18:05, 23 August 2021
  • Δημοσθ.) 3. εκκλ. α) η τελετή της προετοιμασίας τών τίμιων δώρων για τη θεία ευχαριστία β) το παρατραπέζιο που βρίσκεται στο δεξιό μέρος της αγίας τράπεζας
    5 KB (363 words) - 08:45, 27 March 2021
  • πόλεμος 1. κάνω κάποιον εχθρό με κάποιον άλλο (α. «ἐφ' οἷς ἀγανακτήσασα ἡ θεία δίκη αὐτὸν τοι τὸν Ἀντίοχον ἐπολέμωσεν», ΠΔ β. «ἐνδοιάζῃ χωρίον προσλαβεῖν
    3 KB (199 words) - 20:25, 13 June 2022
  • εκκλησιαστική εξουσία 4. χριστιανικός ναός («τα σήμαντρα της εκκλησίας») 5. η Θεία Λειτουργία κυρίως ή οποιαδήποτε άλλη ιεροτελεστία μσν.- νεοελλ. φρ. 1. «η
    3 KB (225 words) - 08:40, 27 March 2021
  • ανεύλαβος, -η, -ο (AM ἀνευλαβής, -ές) αυτός που δεν δείχνει ευλάβεια στα θεία, ασεβής. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    193 bytes (24 words) - 06:54, 29 September 2017
  • εὐχαριστεῖν») 3. παθ. εὐχαριστοῦμαι γίνομαι δεκτὸς με ευχαριστίες 4. (για τη θεία ευχαριστία) ευλογώ τον άρτο και τον οίνο 5. παρακαλώ, δέομαι. * Αναζήτηση
    3 KB (188 words) - 08:40, 27 March 2021
  • «δίνω τόπο στην οργή» — συγκρατώ τον θυμό μου και τα νεύρα μου, υποχωρώ β) «θεία οργή» ή «οργή θεού» — μεγάλη καταστροφή, θεομηνία γ) «φωνή λαού, οργή θεού»
    5 KB (403 words) - 12:10, 29 September 2017
  • ΝΜΑ φωτίζω παροχή φωτός, φωτισμός νεοελλ. 1. (κυρίως) η επιφώτιση με τη θεία χάρη, η παροχή πνευματικού φωτός από τον Θεό («ο Θεός να σού δίνει φώτιση»)
    526 bytes (50 words) - 13:00, 29 September 2017
  • μεταλαβαίνω κάποιον («ήλθε ο παπάς και τον κοινώνησε») 2. (αμτβ.) παίρνω θεία μετάληψη, θεία κοινωνία, μεταλαβαίνω («νηστεύει, γιατί θα κοινωνήσει») μσν. 1. δίνω
    2 KB (111 words) - 16:30, 26 March 2021
  • μέταλλο, το οποίο έχει σχήμα μικρού κουταλιού και χρησιμοποιείται κατά τη θεία μετάληψη (μσν. -αρχ.) 1. μικρή λαβή 2. άγκιστρο, περόνη, αιχμηρό όργανο («ταῖς
    2 KB (130 words) - 18:47, 23 August 2021
  • μυσταγωγός 1. εισάγω, μυώ κάποιον στα μυστήρια, κατηχώ 2. τελώ τη θεία μυσταγωγία, τη θεία λειτουργία, ιερουργώ αρχ. 1. τελώ ιεροτελεστίες 2. μτφ. οδηγώ,
    789 bytes (60 words) - 15:16, 27 March 2021
  • εκπορευόμενον», Μηναί.) β) «πνεύμα Θεού» και «πνεύμα Κυρίου» — η θεία δύναμη, η θεία βούληση γ) «άχραντα πνεύματα» — οι άγγελοι δ) «κακό(ν) πνεύμα» — ο
    13 KB (972 words) - 20:15, 13 June 2022
  • φυλάσσεται και από το οποίο δίδεται στους πιστούς ο καθαγιασμένος κατά τη θεία ευχαριστία οίνος και το οποίο συμβολίζει το ποτήρι που χρησιμοποίησε ο Χριστός
    4 KB (287 words) - 20:25, 13 June 2022
  • P. ἐπίπνοια, ἡ, θεία ὁρμή, ἡ, ἐνθουσιασμός, ὁ, V. τὸ βακχεύσιμον, τοὐκ θεοῦ παρόν (Sophocles, Oedipus Coloneus 1540). ⇢ Look up "inspiration" on Perseus
    389 bytes (35 words) - 13:20, 14 October 2021
  • μετά τον αγιασμό τών Τιμίων Δώρων, η Θεία Κοινωνία β) ο άρτος και ο οίνος της Ευχαριστίας, ο οποίος παρέχεται με τη Θεία Κοινωνία μσν.-αρχ. 1. (σχετικά με
    3 KB (205 words) - 20:20, 13 June 2022
  • αίσθηση της πραγματικότητας 3. παροιμ. «ο θεός αργεί, μα δεν αλησμονεί» — η θεία δίκη μπορεί να καθυστερήσει να έλθει, αλλά σίγουρα θα έλθει μσν. φρ. «ἀλησμονοῦμαι
    2 KB (122 words) - 16:30, 26 March 2021
  • -η, -ο θεόφοβος 1. αυτός που δεν φοβάται τον θεό ή τη θεία δίκη, ασεβής 2. άδικος, ασυνείδητος, φαύλος, αλιτήριος. [ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ < α- στερητ. + θεόφοβος
    536 bytes (35 words) - 22:35, 29 December 2020
  • η (AM ἐπιφοίτησις) επιφοιτώ κάθοδος από ψηλά, από τον ουρανό, θεία έμπνευση, φώτιση (α. «επίφοίτηση του Αγίου Πνεύματος» β. «ἐπιφοιτήσει τοῦ Θεοῦ», Ιώσ
    602 bytes (51 words) - 20:05, 13 June 2022
  • βοσκού σε βοσκοτόπι 5. θερινό θέατρο μσν. 1. περίβολος 2. (φρ) α) «μάνδρα θεία καὶ ἐπουράνιος» — ο παράδεισος β) «μάνδρα τῆς ἐκκλησίας» — το σύνολο τών
    3 KB (207 words) - 14:40, 23 August 2021
  • απορρόφησή του από μια ισχυρή εντύπωση, η εμβροντησία, το θάμβος 3. απασχόληση με θεία και υπερφυσικά φαινόμενα 3. παθολογική, ψυχική κατάσταση («έκσταση φρενών»
    2 KB (150 words) - 07:07, 29 September 2017
  • (Εκκλ.) χωρίο, απόσπασμα εκκλησιαστικού κειμένου που διαβάζεται κατά τη θεία λειτουργία νεοελλ. 1. επιστημονικό σύγγραμμα που εκδίδεται εν είδει προφορικών
    1 KB (73 words) - 06:53, 29 September 2017
  • ευλαβής 1. το ήθος και ο τρόπος του ευλαβούς, ο σεβασμός, η ευσέβεια προς τα θεία, η θεοσέβεια (α. «τὴν περὶ τὸ θεῑον εὐλάβειαν ἐπιχλευάσας», Πλούτ. β. «ἐκανε
    2 KB (138 words) - 06:34, 29 September 2017
  • τον εορτασμό» β. «η προετοιμασία του συνεδρίου γ. «η προετοιμασία για τη Θεία Μετάληψη» νεοελλ. 1. μουσ. η απάλυνση της εντύπωσης που προκαλεί μια διάφωνη
    2 KB (123 words) - 21:40, 30 December 2020
  • διαφορετική γνώμη μσν. (για τη θέληση του Χριστού αναφορικά με την ανθρώπινη και τη θεία υπόστασή του) διαφορετικός, ξεχωριστός στη σκέψη αρχ. 1. αυτός που έχει ευμετάβλητες
    1 KB (71 words) - 08:11, 30 January 2022
  • προβαίνω σε εκδηλώσεις αντίθετες με τον οφειλόμενο σεβασμό σε κάτι («υβρίζουν τα θεία») αρχ. 1. φέρομαι με αυθάδεια, συμπεριφέρομαι υπερφίαλα, παρεκτρέπομαι, ζω
    2 KB (186 words) - 11:27, 16 April 2022
  • θα σωθούν στη Μέλλουσα Κρίση γ) «ἡ ἄχραντος μερίδα» ή «ἡ ἁγία μερίς» — η θεία μετάληψη μσν.-αρχ. 1. τμήμα γης 2. τμήμα ιδιοκτησίας, οικόπεδο 3. περιοχή
    4 KB (305 words) - 20:27, 27 January 2022
  • αμπελιού, σιτηρών κ.λπ.) (αρχ. -μσν.) συνηθισμένη μεταφορά για τον Χριστό και τη Θεία Κοινωνία «τοῦ θείου ἄνθρακος μεταλάβωμεν» αρχ. το γυναικείο αιδοίο. [ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ
    5 KB (227 words) - 21:55, 29 December 2020
  • ἀπολαῡσαι φιλανθρωπίας, μηδὲ ροπῆς, μηδὲ βοηθείας», Ιωάνν. Χρυσ.) 5. η θεία βοήθεια, η θεία πρόνοια («οὐκ ἀρκεῑ προθυμία ἀνθρώπου, ἄν μὴ τῆς ἄνωθέν τις ἀπολαύσῃ
    9 KB (747 words) - 20:20, 13 June 2022
  • (για πρόσωπα) 1. αυτός που δεν παρακολούθησε τη θεία λειτουργία ή που δεν συνηθίζει να συχνάζει στη θεία λειτουργία 2. ασεβής, φαύλος, αθεόφοβος 3. το ουδ
    1 KB (106 words) - 23:05, 29 December 2020
  • περισσότερο στην ιατρική πείρα και λιγότερο σε αντικειμενικά κριτήρια 2. φρ. «θεία πρόγνωση» θεολ. μερική έκφραση της παγγνωσίας του Θεού ο οποίος γνωρίζει
    2 KB (179 words) - 12:21, 29 September 2017
  • κάποιου 4. ανάγω κάτι στη θεία επιρροή 5. (το ουδ. πληθ. παθ. μτχ. ενεστ. ως ουσ.) τά θεολογούμενα η έρευνα για τον θεό και τα θεία πράγματα. * Αναζήτηση
    736 bytes (64 words) - 06:36, 29 September 2017
  • θεοσοφῶ, -έω (Α) θεόσοφος έχω θεία σοφία, ασχολούμαι με τα θεία. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    160 bytes (20 words) - 07:17, 29 September 2017
  • διακονία ιερέων, σε Καινή Διαθήκη· έπειτα, με τη σύγχρονη έννοια, Θεία λειτουργία, Θεία Ευχαριστία. λειτουργία: атт. λῃτουργία ἡ 1) лейтургия (литургия)
    19 KB (1,770 words) - 11:54, 27 January 2022
  • ἐνθεάζω (AM) ένθεος είμαι ένθεος, γίνομαι ένθεος, θεόληπτος, γεμίζω από θεία έμπνευση, κατέχομαι από θείο πνεύμα («μάντις χρησμοὺς λέγων καὶ ἐνθεάζων»
    375 bytes (31 words) - 07:08, 29 September 2017
  • που εμφανίστηκε τον 5ο μ.Χ. αιώνα και διδάσκει ότι ο Ιησούς έχει μόνο τη θεία φύση, από την οποία απορροφήθηκε μετά την ενανθρώπηση και η ανθρώπινη φύση
    765 bytes (57 words) - 07:40, 29 September 2017
  • («έπιθειαζόντων μή κατάγειν», Θουκ.) 3. εμπνέω 4. προφητεύω 5. αποδίδω κάτι σε θεία έμπνευση («ἐπιθειάζουσι τὰς πράξεις», Πλούτ.) 6. παρουσιάζω κάτι ως θέλημα
    899 bytes (64 words) - 06:31, 29 September 2017
  • ιδιοκτήτρια πορνείου 2. προαγωγός νεαρών γυναικών. [ΕΤΥΜΟΛ. < τσάτσα (Ι) «θεία»]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    292 bytes (22 words) - 12:44, 29 September 2017
  • religious rites: Ar. and P. τὰ ἱερά, P. and V. τὰ θεῖα; see rites. pious: P. and V. εὐσεβής, ὅσιος, θεοσεβής. ⇢ Look up "religious" on Perseus Dictionaries
    398 bytes (38 words) - 11:05, 10 December 2020
  • αρχ. 1. (για τον ήλιο) επιβλέπω, κοιτάζω από πάνω 2. (για θεούς ή για τη θεία πρόνοια) προσέχω, παρακολουθώ 3. επισκέπτομαι («ἐποψόμενος δαῑτα κλυτάν»
    930 bytes (61 words) - 06:36, 29 September 2017
  • μανία Διονύσου πάρα E.Ba.305; ἀπὸ Μουσῶν κατοκωχή τε καὶ μ. Pl.Phdr. 245a; θεία μανία, opp. σωφροσύνη ἀνθρωπίνη, ib.256b, cf. Prt.323b, X. Mem.1.1.16; τῆς
    10 KB (831 words) - 20:05, 13 June 2022
  • ενανθρώπηση, η θεία και η ανθρώπινη φύση ενώθηκαν σε μία, η οποία προέκυψε από τη σύγκραση της πεπερασμένης ανθρώπινης φύσης με την άπειρη θεία φύση του Υιού
    880 bytes (71 words) - 15:20, 23 August 2021
  • ἐπίπνοια, ἡ (AM) επίπνους θεία έμπνευση (α. «κατὰ θείαν ἐπίπνοιαν» β. «ἄνευ τινὸς ἐπιπνοίας θεῶν», Πλάτ.) αρχ. φύσημα, πνοή («ἐπίπνοιαι χειμεριναί», Θεόφρ
    358 bytes (31 words) - 07:12, 29 September 2017
  • -ον) άσπιλος, αμόλυντος α) «Άχραντε Θεοτόκε» β) «τα Άχραντα Μυστήρια» — η Θεία Κοινωνία). [ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ < α- στερ. + χραίνω «μιαίνω, μολύνω»]. * Αναζήτηση
    503 bytes (36 words) - 22:10, 29 December 2020
  • P. and V. τὰ θεῖα. worship: P. θεῶν θεραπεία, ἡ. religiousness: P. and V. εὐσέβεια, ἡ. ⇢ Look up "religion" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC |
    345 bytes (33 words) - 11:05, 10 December 2020
  • έλαιο τους ασθενείς και γενικά τους πιστούς και έτσι επέρχεται σε αυτούς η θεία χάρη νεοελλ. συνεκδ. το έλαιο που αγιάζεται με το μυστήριο του ευχελαίου
    731 bytes (57 words) - 07:15, 29 September 2017
  • αποδεκτό μσν.-αρχ. 1. (για γυναίκα) συλλαμβάνω, πιάνω παιδί 2. (σχετικά με τη Θεία Ευχαριστία) δέχομαι, παίρνω με τον πρέποντα σεβασμό και στην καθορισμένη
    5 KB (400 words) - 20:36, 13 June 2022
  • τυπογραφικές αβλεψίες αρχ. 1. αυτός που έχει θεϊκή υπόσταση και ιδιότητες 2. η θεία δύναμη, το θεῑον 3. η τύχη, η μοίρα του κάθε ανθρώπου 4. άνθρωπος που έγινε
    5 KB (321 words) - 08:35, 23 August 2021
  • παιδείας») (νεοελλ.-μσν.) το κόκκινο και γλυκό κρασί που προορίζεται για τη θεία μετάληψη αρχ. (κατά τον Ησύχ.) α) «ξύλινος ὀχετός» β) «νάματα προβολαί»
    2 KB (122 words) - 11:56, 29 September 2017
  • ομοειδών πραγμάτων που ζυγίζεται μ' ένα ζύγισμα («ένα ζύγι κάρβουνα») 2. μτφ. η θεία θέληση, η ροπή της τύχης («αν φέρουν οι καιροί που 'ναι στο ζύγι απάνω και
    3 KB (217 words) - 06:35, 29 September 2017
  • -ές (ΑΜ εὐλαβής, -ές) πλήρης σεβασμού προς τα θεία, ευσεβής, θεοσεβής («ἄνθρωπος δίκαιος καὶ εὐλαβής», ΚΔ) μσν.-αρχ. 1. το ουδ. ως ουσ. τὸ εὐλαβές α) ευλάβεια
    3 KB (207 words) - 17:40, 23 August 2021
  • ἱερουργῶ, -έω) ιερουργός τελώ θρησκευτικές τελετές ως ιερέας, ιδίως τελώ τη θεία λειτουργία, τελώ καθήκοντα ιερέα («στις μεγάλες εορτές έρχεται και ιερουργεί
    2 KB (170 words) - 20:00, 13 June 2022
  • η θεοσοφίστρια μσν.-αρχ. αυτός που έχει θεία σοφία, ο σοφός σχετικά με τα θεία. επίρρ... θεοσόφως (Α) με θεία σοφία. [ΕΤΥΜΟΛ. < θεο- + σοφός. * Αναζήτηση
    2 KB (114 words) - 09:55, 30 December 2020
  • μεταφορ., λόγων ν. Τίμ. 75Ε. - Ἐκκλ., ὁ οἶνος ᾧ χρῶνται οἱ ἱερουργοῦντες ἐν τῇ θεία μεταλήψει, Ψευδο-Χρυσ. XII, 778C, K. Πορφυρ. Ἔκθ. Βασιλ. Τάξ. 134, 25.
    5 KB (419 words) - 14:46, 31 January 2022
  • Ν 1. θεία 2. γιαγιά 3. ειρων. χοντρή ηλικιωμένη γυναίκα. [ΕΤΥΜΟΛ. Κατά μία άποψη, ο τ. τσατσά έχει σχηματιστεί με επανάληψη του τ. τσα (< θεια), κατά
    717 bytes (61 words) - 12:43, 29 September 2017
  • formación, establecimiento ἠθῶν Phld.Adul.2.8G. •disposición, preparación θεία Clem.Al.Ex.Thdot.59.
    201 bytes (17 words) - 12:27, 21 August 2017
  • τοῖς ἤθεσιν ἄγειν καὶ κινεῖν ἀκροατὰς φιλοτεχνοῦντας», Πλούτ.) 3. φρ. α) «θεία οικονομία» ή, απλώς, «οικονομία» — το όλο σχέδιο του θεού για τη σωτηρία
    7 KB (520 words) - 08:55, 27 March 2021
  • ὑπηρεσίᾳ, Θεοδοτ. Παλ. Διαθ. Ἐκκλ. ο, ΝΜΑ νεοελλ. κληρικός που τελεί τη Θεία Λειτουργία μαζί με άλλους κληρικούς μσν.-αρχ. αυτός που εκτελεί μια δημόσια
    2 KB (121 words) - 12:36, 29 September 2017
  • Χαρίτων τύχᾳ, Id.N.6.24, 4.7; θείῃ τύχῃ Hdt.1.126, 3.139, 4.8, 5.92.γ; ἐὰν θεία τις συμβῇ τ. Pl.R.592a; θείᾳ τινὶ τύχῃ Id.Ep.327e; ἐκ θείας τύχης S.Ph.1326;
    48 KB (4,486 words) - 15:00, 31 January 2022
  • ακολουθίας («οι δάσκαλοι εκκλησιάζουν τους μαθητές») 2. ἐκκλησιάζομαι μετέχω στη Θεία Λειτουργία. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    416 bytes (33 words) - 07:06, 29 September 2017
  • μεσοψάλλω (Μ) ψάλλω ή τελώ ώς τα μισά την Θεία Λειτουργία. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    137 bytes (20 words) - 07:37, 29 September 2017
  • του χρόνου και μετρείται συνήθως σε κυβικά μέτρα ανά δευτερόλεπτο μσν.-αρχ. θεία δωρεά, δωρήματα του Θεού προς τους ανθρώπους («περὶ τῶν θεϊκῶν ἐνεργειῶν
    5 KB (399 words) - 15:51, 11 January 2022
  • ο (AM ἐκκλησιασμός) νεοελλ. το να εκκλησιάζεται κανείς, να μετέχει στη Θεία Λειτουργία αρχ. συνέλευση του λαού. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    262 bytes (26 words) - 07:06, 29 September 2017
  • αδελφός της μητέρας ή του πατέρα, θείος («πήγα στη θεία μου για ψωμί, στο μπάρμπα για παπούτσια, η θεία μου μ' είδε κι' έκλεισε, ο μπάρμπας μ' αμπαρώνει»
    1 KB (116 words) - 11:59, 29 September 2017
  • τ' αὐδαθέντων δέξαιτ' ὀμφάν», Ευρ.) 4. (κατά τον Ησύχ.) «ὀμφή φήμη θεία, κληδὼν θεία. φωνή, δόξα, πνοή, ὀνείρου φαντάσματα». [ΕΤΥΜΟΛ. Αρχ. λ., η οποία ανάγεται
    2 KB (179 words) - 11:45, 9 January 2019
  • wandering or roaming without home or hope of rest, Od.10.464, E.Or.56 (pl.); θεία ἄλη, as etym. of ἀλήθεια, Pl.Cra.421b; in later Prose, Plu.Mar.45, Hld.7
    6 KB (590 words) - 15:22, 21 January 2022
  • η υποκορ. του θεία. [ΕΤΥΜΟΛ. < θει-ίτσα κατά προφύλαξη < θεία + υποκορ. κατάλ. -ίτσα (πρβλ. κιθαρίτσα, ταβερνίτσα)]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    415 bytes (25 words) - 17:50, 23 August 2021
  • αιτιατική (συνήθως με την πρόθεση εις) (πρβλ. «Ανθρώπῳ γαρ αφορώντι εις κέρδος τα θεία ύστερα λημμάτων», Παυσανίας «Αφορώντες εις τον της πίστεως αρχηγόν και τελειωτήν
    2 KB (151 words) - 08:25, 23 August 2021
  • (για πρόσωπα) 1. αυτός που δεν παρακολούθησε τη θεία λειτουργία ή που δεν συνηθίζει να συχνάζει στη θεία λειτουργία 2. ασεβής, φαύλος, αθεόφοβος 3. το ουδ
    5 KB (422 words) - 10:11, 20 July 2021

View (previous 100 | next 100) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)