Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "πανοῦργος" on this wiki. See also the other search results found.

  • -γως, Ἀθήν. 407Α. - Καθ’ Ἡσύχ.: «πανοῦργος· πάντα μανθάνων δόλιος, πάντα ἐν πονηρίᾳ ἐργαζόμενος». - Κατὰ Φώτ.: «πανοῦργος: ὁ πάντα ἐν πονηρίᾳ ἐργαζόμενος·
    12 KB (1,130 words) - 19:00, 30 December 2020
  • -α, -ο / πανοῡργος, -ον, ΝΜΑ (ως επίθ. και ως ουσ.) αυτός που είναι ικανός να διαπράξει κάθε είδους απάτη ή μοχθηρή πράξη, πονηρός, δόλιος, απατεώνας (α
    2 KB (138 words) - 12:13, 29 September 2017
  • Étymologie: πανοῦργος. from πανοῦργος; adroitness, i.e. (in a bad sense) trickery or sophistry: (cunning) craftiness, subtilty. πανουργίας, ἡ (πανοῦργος, which
    5 KB (535 words) - 19:03, 30 December 2020
  • P. and V. κακός, κακοῦργος, πανοῦργος, πάγκακος, πονηρός, αἰσχρός, μοχθηρός, φλαῦρος, φαῦλος. impious: P. and V. ἀνόσιος, ἀσεβής, ἄθεος, δυσσεβής (rare
    1 KB (75 words) - 16:00, 10 December 2020
  • wicked: P. and V. κακός, πονηρός, μοχθηρός, πάγκακος, πανοῦργος, φαῦλος, φλαῦρος, ἀνόσιος; see wicked. unfortunate: P. and V. κακός, δυστυχής, δυσδαίμων
    2 KB (153 words) - 20:37, 9 December 2020
  • wicked: P. and V. κακός, πονηρός, μοχθηρός, πανοῦργος, φαῦλος, φλαῦρος, V. παντουργός. utterly bad: P. and V. πάγκακος, Ar. and P. παμπόνηρος. unfortunate:
    2 KB (157 words) - 18:57, 9 December 2020
  • V. διπλοῦς (Plato), P. ἀπατηλός. cunning: P. and V. ποικίλος (Plato), πανοῦργος, πυκνός (Plato), ἐπίτριπτος, V. παλιντριβής, μηχανορράφος, Ar. and V. δόλιος
    622 bytes (49 words) - 19:35, 9 December 2020
  • P. and V. ποικίλος (Plato), πανοῦργος, ἐπίτριπτος, πυκνός (Plato), Ar. and V. δόλιος, αἱμύλος (once in Plato), V. παλιντριβής, μηχανορράφος. Fem.: V. δολῶπις
    504 bytes (40 words) - 19:30, 9 December 2020
  • P. and V. ποικίλος (Plato), πανοῦργος, ἐπίτριπτος, πυκνός (Plato), διπλοῦς (Plato), Ar. and V. δόλιος, αἱμύλος (once in Plato). V. παλιντριβής, μηχανορράφος
    1 KB (87 words) - 16:00, 3 January 2021
  • wicked: P. and V. κακός, πάγκακος, πονηρός, μοχθηρός, φαῦλος, φλαῦρος, πανοῦργος, V. παντουργός. P. and V. κακός, δυστυχής, δυσδαίμων, ἀτυχής (rare V.)
    3 KB (216 words) - 21:13, 9 December 2020
  • P. and V. πανοῦργος, ποικίλος (Plato), ἐπίτριπτος, πυκνός (Plato), διπλοῦς (Plato), Ar. and V. δόλιος, αἱμύλος (once in Plato), V. παλιντριβής, μηχανορράφος
    537 bytes (42 words) - 15:55, 10 December 2020
  • Use adj., P. and V. κακοῦργος, πανοῦργος, V. λεωργός, παντουργός, Ar. and V. ἐπίτριπτος; see also cheat, rascal, rogue. servant: P. and V. ὑπηρέτης, ὁ
    559 bytes (50 words) - 09:00, 10 December 2020
  • crafty: P. and V. ἐπίτριπτος, πανοῦργος, Ar. and V. δόλιος; see crafty. on the sly: P. and V. λάθρα. ⇢ Look up "sly" on Perseus Dictionaries | Perseus
    379 bytes (36 words) - 11:29, 10 December 2020
  • P. and V. ποικίλος, πανοῦργος, δεινός, πυκνός (Plato), V. μηχανόρραφος, Ar. and V. αἱμύλος (also once in Plato). ⇢ Look up "artful" on Perseus Dictionaries
    401 bytes (35 words) - 18:50, 9 December 2020
  • Use adj., P. and V. κακοῦργος, πανοῦργος, μιαρός; see villain, rascal. unhappy man: see wretched, adj. ⇢ Look up "wretch" on Perseus Dictionaries | Perseus
    330 bytes (33 words) - 15:55, 10 December 2020
  • -ή, -ό (AM ἀπατηλός, -ή, -όν) 1. πανούργος, δόλιος, ψεύτικος 2. σφαλερός, λανθασμένος. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    207 bytes (22 words) - 06:56, 29 September 2017
  • P. and V. κακοῦργος, μοχθηρός, πανοῦργος, ἐπίτριπτος, V. λεωργός, παντουργός. ⇢ Look up "knavish" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora
    337 bytes (27 words) - 09:00, 10 December 2020
  • Σοφ. παντουργός: Soph. = πανοῦργος. παντουργός -όν [~ πανοῦργος] tot alles in staat, misdadig. παντ-ουργός, όν = πανοῦργος, Soph.] παντουργός = rascally
    2 KB (181 words) - 19:00, 30 December 2020
  • κακοῦργος, νοσώδης, V. λυμαντήριος, Ar. and V. ἀτηρός. ill-doing: P. and V. πανοῦργος, κακοῦργος. spiteful: P. and V. φθονερός. ἐπίφθονος. malevolent: P. and
    1 KB (85 words) - 09:15, 10 December 2020
  • ἄδικος, οὐκ ὀρθός, V. ἔκδικος. wicked: P. and V. κακός, πονηρός, μοχθηρός, πανοῦργος; see wicked. impious: P. and V. ἀνόσιος, ἀσεβής, ἄθεος, δυσσεβής (rare
    3 KB (276 words) - 15:59, 10 December 2020
  • Ar.), Ar. and V. κέντρων, ὁ (Soph., Fragment), or use adj., P. and V. πανοῦργος, κακοῦργος. ⇢ Look up "scoundrel" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC
    466 bytes (41 words) - 11:20, 10 December 2020
  • subs. Use adj., P. and V. κακοῦργος, πανοῦργος, V. λεωργός (also Xen.); see villainous, rascal. ⇢ Look up "villain" on Perseus Dictionaries | Perseus
    282 bytes (32 words) - 15:45, 10 December 2020
  • P. and V. πανοῦργος, P. ἀπατηλός. false, counterfeit: Ar. and P. παράσημος, P. and V. κίβδηλος. ⇢ Look up "fraudulent" on Perseus Dictionaries | Perseus
    384 bytes (33 words) - 20:45, 9 December 2020
  • P. and V. κακός, πονηρός, μοχθηρός, ἄδικος, κακοῦργος, πανοῦργος. ⇢ Look up "dishonest" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary
    307 bytes (26 words) - 20:15, 9 December 2020
  • πᾰνουργέω: πρκμ. πεπανούργηκα Ἀριστοφ. Πλ. 368· - εἶμαι πανοῦργος, φέρομαι ὡς πανοῦργος ἢ ἀπατεών, Εὐρ. Μήδ. 583, Ἀριστοφ. Ἀχαρν. 658, Ἀντιφῶν 137.
    4 KB (329 words) - 19:10, 30 December 2020
  • P. and V. κακοῦργος, πανοῦργος, ἐπίτρεπτος, μοχθηρός, V. λεωργός (also Xen.), παντουργός; see villainous. ⇢ Look up "rascally" on Perseus Dictionaries
    382 bytes (31 words) - 10:55, 10 December 2020
  • αρχ. κ. ως επίθ., άπατεών, ο, η) αυτός που εξαπατά τους άλλους, δόλιος πανούργος αρχ. ως επίθ. ο απατηλός. [ΕΤΥΜΟΛ. < απάτη + (κατάλ.) -εών, η οποία σε
    768 bytes (60 words) - 11:19, 23 December 2018
  • ill-doing = πανοῦργος, κακοῦργος, πανουργία, κακουργία ⇢ Look up "ill-doing" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary |
    125 bytes (24 words) - 09:30, 23 May 2020
  • third sources: = πανοῦργος, Phot., EM482.26, Suid. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works [Seite 1278] erkl. Suid. πανοῦργος. S. καύαξ. κάβαξ
    736 bytes (47 words) - 17:48, 7 July 2020
  • ὁ πολλὰ εἰδὼς καὶ πανοῦργος. τινὲς δὲ γάσος Hsch. Grammatical information: m. Meaning: ὁ πολλὰ εἰδὼς καὶ πανοῦργος. τίνες δε γάδος H. Cf. γάσος ὁ ἀπατέων
    601 bytes (59 words) - 18:30, 8 July 2020
  • 284. 6· πολὺ πέραν, πολλῷ πλέον, τοῦ πρόσθεν εἰς ὑπερβ. πανοῦργος, πολὺ περισσότερον πανοῦργος παρά... ὁ αὐτ. ἐν Ἱππ. 939, πρβλ. Δημ. 1411. 14· εἰς ὑπερβολὰς
    32 KB (2,858 words) - 13:50, 1 January 2021
  • and V. ἄπιστος. cunning: P. and V. ποικίλος (Plato), πυκνός (Plato), πανοῦργος. ⇢ Look up "shifty" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus
    497 bytes (40 words) - 11:25, 10 December 2020
  • «αγγείο του Σατανά ή του διαβόλου» — άνθρωπος κακός, αισχρός, πρόστυχος, πανούργος, ικανός για κάθε κακή πράξη (ίσως από τη σημασία «ανθρώπινο σώμα» που η
    3 KB (181 words) - 22:10, 29 December 2020
  • όν, (Adv. λέως, ἔργον) A one who will do anything (cf. ῥᾳδιοῦργος, πανοῦργος), villainous, A.Pr.5; of actions, λεωργὰ κἀθέμιστα (fort. καὶ θεμιστά)
    4 KB (310 words) - 15:30, 1 January 2021
  • adv. avec fourberie ou méchanceté. Étymologie: πανοῦργος. πανούργως: хитро, коварно Soph., Arph., Plut. πανούργως = basely, wickedly ⇢ Look up
    280 bytes (38 words) - 09:25, 4 July 2020
  • sources: πανοῦργος, Hsch. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works σέσυφος: «πανοῦργος» Ἡσυχ. Α (κατά τον Ησύχ.) «πανοῡργος». [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ
    539 bytes (35 words) - 18:55, 7 July 2020
  • τύπος τοῦ σοφὸς (μετὰ τοῦ Αἰολ. υ ἀντὶ ο), ὁ Σοφὸς ἢ Πανοῦργος· ὁ Ἡσύχ. ἀναφέρει: «σέσυφος· πανοῦργος». ου (ὁ) : Sisyphe, fils d’Éole, roi de Corinthe
    8 KB (693 words) - 15:05, 1 January 2021
  • verwandt mit κίναδος, richtiger viell. κιδ = σχιδ. κίδαφος: -η, -ον, πανοῦργος, δόλιος, Ἡσύχ.· καὶ ὡς οὐσιαστ., κίδαφος, κιδάφη, κινδάφη, κινδάφιος, =
    5 KB (437 words) - 10:15, 30 December 2020
  • P. and V. ποικίλος. πανοῦργος, ἐπίτριπτος, πυκνός, Ar. and V. δόλιος, αἱμύλος (acc. in Plato), παλιντριβής, μηχανορράφος. Fem. adj.: V. δολῶπις. ⇢ Look
    471 bytes (38 words) - 20:57, 9 December 2020
  • Sp., καὶ πανοῦργος ἀνήρ App. Syr. 24; δογμάτων, kundig, Plut. def. or. 23, Anspielung auf Hom. ἐπίκλοπος: -ον, (κλέπτω) κλεπτικός, πανοῦργος, κρυψίνους
    4 KB (363 words) - 17:30, 10 January 2019
  • κατεργάρα και -άρισα, ουδ. κατεργάρικο (Μ κατεργάριος και κατεργάρης) πανούργος, δόλιος, παμπόνηρος νεοελλ. 1. (με θωπευτική σημ.) ευφυής, έξυπνος («είδες
    2 KB (156 words) - 06:40, 29 September 2017
  • ἐπίτριπτος: -ον, (ἐπιτρίβω), ὁ ἐπιτριβῆναι ἄξιος, πανοῦργος, δόλιος, τοὐπίτριπτον κίναδος, ἡ πανοῦργος ἀλώπηξ, Σοφ. Αἴ. 103, πρβλ. Ἀνδοκ. 13. 23· φθείρεσθ’
    5 KB (361 words) - 08:55, 1 January 2021
  • από μεγάλη ράτσα») 2. εκλεκτή γενιά («σκυλί ράτσας») 3. μτφ. (για πρόσ.) πανούργος, κατεργάρης. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. razza]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    450 bytes (33 words) - 12:25, 29 September 2017
  • Use adj., P. and V. κακοῦργος, πανοῦργος, or use rascal. ⇢ Look up "reprobate" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary
    261 bytes (27 words) - 11:10, 10 December 2020
  • τολμηρός, θρασύς, V. πάντολμος, παντότολμος. wicked: P. and V. κακός, πανοῦργος, πονηρός, V. παντουργός. reckless: P. and V. εὐχερής; see reckless. ⇢
    512 bytes (41 words) - 15:35, 10 December 2020
  • P. and V. κακοῦργος πανοῦργος, αἰσχρός, κακός, μιαρός, V. παντουργός, Ar. and P. παμπόνηρος. bad in quality: P. and V. φαῦλος, κακός, φλαῦρος, Ar. and
    550 bytes (44 words) - 15:50, 10 December 2020
  • ὁ, Α αυτός που ενώ είναι πανούργος, φαύλος, εμφανίζεται ως σοβαρός και σπουδαίος. [ΕΤΥΜΟΛ. < σεμνός + πανοῦργος. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    363 bytes (25 words) - 12:28, 29 September 2017
  • τινος Plat. Rep. V, 451 a; Sp. ἀπᾰτεών: -ῶνος, ὁ, ὁ ἐξαπατῶν, δόλιος, πανοῦργος, Ἱππ. π. Ἄρθρ. 808, Πλάτ. Πόλ. 451Α, Ξεν. Κύρ. 1. 6, 27: ― ἐντεῦθεν, ἀπ
    2 KB (224 words) - 20:00, 31 December 2020
  • [ᾰ], -ον, ὁ τρὶς πανοῦργος, «τετραπέρατος», τὸν τριπάνουργον ἔρωτα Ἀνθ. Π. 12. 57. ος, ον : très perfide. Étymologie: τρεῖς, πανοῦργος. -ον, Α ο τρεις
    2 KB (98 words) - 13:20, 31 December 2020
  • ἴδε Ἀριστ. Σοφιστ. Ἔλεγχ. 25, 5· πρβλ. κλεπτίστατος. 2) καθόλου ἀπατεών, πανοῦργος, δόλιος (πρβλ. κλέπτω IV), Σοφ. Αἴ. 1135· κακῶν ἀλλοτρίων κλέπτης Δημ.
    5 KB (527 words) - 12:35, 30 December 2020
  • LSJ full text search slim = δεξιός, κερδαλέος, κερδαλεόφρων, κομψός, πανοῦργος, ποικίλος, πολύϊδρις, πολυκερδής, προμηθικῶς, πυκνός, σοφός * Look up
    487 bytes (65 words) - 11:25, 10 December 2020
  • Θηλαστικά 2. δέρμα, γούνα αλεπούς 3. (για πρόσωπα) δόλιος, ύπουλος, πονηρός, πανούργος 4. είδος ομαδικού παιδικού παιχνιδιού, κατά το οποίο ένας από τους παίκτες
    3 KB (198 words) - 23:20, 29 December 2020
  • ὄχλοις Arist.Rh.1395b27; -ώτατοι οἱ ἐν τοῖς πάθεσιν Id.Po.1455a30; π. καὶ πανοῦργος Plu.2.26a; π. συνταγματάρχης Luc. Bacch.2 : c. inf., -ώτατοι λέγειν Pl
    19 KB (1,633 words) - 20:20, 30 December 2020
  • Use adj., P. and V. κακοῦργος. πανοῦργος, V. λεωργός, παντουργός; see also rascal. ⇢ Look up "miscreant" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus
    321 bytes (30 words) - 09:15, 10 December 2020
  • rascally: P. and V. κακοῦργος, πανοῦργος, ἐπίτριπτος, V. παντουργός. Met., full of youthful spirit: Ar. and P. νεανικός:see mischievous. ⇢ Look up "roguish"
    426 bytes (36 words) - 11:05, 10 December 2020
  • κάλτσα» (για πρόσ.) πολύ έξυπνος, πολύ ικανός, τετραπέρατος, παμπόνηρος, πανούργος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. calza]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    827 bytes (58 words) - 06:41, 29 September 2017
  • κερδᾰλέος: -α, -ον, (κέρδος), ἐπὶ προσώπων καὶ τῶν τεχνασμάτων αὐτῶν, δόλιος, πανοῦργος, ποικίλος, εὐφυής, κ. κ’ εἴη καὶ ἐπίκλοπος Ὀδ. Ν. 291· οὕτω, κ. βουλὴ Ἰλ
    8 KB (669 words) - 12:27, 30 December 2020
  • & Works [Seite 113] ες, fuchsartig, VLL., πανοῦργος. ἀλωπεκώδης: -ές, (εἶδος) ὅμοιος ἀλώπεκι, πανοῦργος, Ἡσύχ., Ἐτυμ. Μ. -ες astuto Hsch.s.u. ἀλωπός
    784 bytes (44 words) - 17:30, 31 December 2020
  • Authors & Works ματαιολοιχός: «ὁ περὶ τὰ μικρὰ πανοῦργος, καὶ λίχνος» Ἡσύχ. ός, όν : ὁ περὶ τὰ μικρὰ πανοῦργος καὶ λίχνος, Hsch. Étymologie: μάταιος, λείχω
    911 bytes (55 words) - 14:50, 30 December 2020
  • alllistig, Sp. παμμήχᾰνος: -ον, ὁ τὰ πάντα μηχανώμενος, πολυμήχανος, λίαν πανοῦργος, Νεῖλ. Ἐπιστ. σ. 330, 331, κλ. παμμήχανος, -ον (Α) αυτός που μηχανάται
    734 bytes (44 words) - 12:03, 29 September 2017
  • λιτουργός: -όν, κατὰ τὸν Ἡσύχ. πανοῦργος, Σιμων. Ἰαμβ. 6. 12, μετὰ διαφ. γραφῆς, λιτοργός, -ωργός· - ὅθεν λιτουργέω, = κακὰ λέγω, κατὰ τὸν Δίδυμον παρ’
    988 bytes (67 words) - 07:33, 29 September 2017
  • von ränkevollen Menschen, neben ἀναίσχυντος καὶ πατραλοίας Nubb. 900; πανοῦργος καὶ ψευδολόγος Ran. 1517; so bei Sp. βωμολόχος: ον (λοχάω), κυρίως ὁ
    7 KB (692 words) - 06:10, 10 January 2019
  • πνευμάτων, ο διάβολος, ο εωσφόρος νεοελλ. 1. μτφ. α) άνθρωπος πονηρός, πανούργος β) άνθρωπος διαβολικός, καταχθόνιος 2. φρ. «πίσω μου σέ έχω σατανά!» —
    1 KB (86 words) - 12:27, 29 September 2017
  • Πολ. 7. 7, 2· τ. ὄμματα Αἰλ. Ποικ. Ἱστ. 14. 47. 2) πλήρης τεχνασμάτων, πανοῦργος, Πολύβ. 16. 6, 6, ΙΙ. ἐπὶ πραγμάτων, τεχνητός, διὰ τέχνης πεποιημένος,
    14 KB (1,157 words) - 12:55, 31 December 2020
  • που δεν γέννησε ακόμη 3. το αρσ. ως ουσ. ο αγέννητος α) ο διάβολος β) πανούργος, πονηρός άνθρωπος αρχ. 1. ο ταπεινής καταγωγής 2. αυτός που δεν γεννά,
    954 bytes (71 words) - 22:10, 29 December 2020
  • General | Authors & Works [Seite 195] ες, nicht wahrhaftig, falsch, mit πανοῦργος vrbdn, Plut. Alc. et Cor. 2; Dion. H. ἀνᾰλήθης: -ες, ὁ μὴ ἀληθής, ψευδής
    3 KB (231 words) - 18:25, 31 December 2020
  • u. öfter; Dem. 19, 209; Luc. Tim. 46; Ausruf des Staunens, ἰοὺ ἰοὺ ὡς πανοῦργος εἶ Plat. Gorg. 499 b; Ausruf der Freude, hei, he! in welchem Falle es nach
    4 KB (403 words) - 11:55, 1 January 2021
  • (down) (S. Ant. 1275 with v. l. λακ-πάτητος, s. λάξ); cf. further λεωργός = πανοῦργος, κακοῦργος (Archil. 88, 3, A. Pr. 5, X.), s. Chantraine Glotta 33, 25 ff
    27 KB (2,583 words) - 10:35, 10 January 2021
  • ου (ὁ) : coquin d’Hipparchidas. Étymologie: πανοῦργος, Ἱππαρχίδας. Πᾰνουργιππαρχίδᾱς: ου ὁ шутл. Плутогиппархид, Гиппархидожулик Arph.
    284 bytes (14 words) - 01:28, 1 January 2019
  • P. and V. κακός, πονηρός, ἀνόσιος, μιαρός, αἰσχρός, κακοῦργος, πανοῦργος. ⇢ Look up "nefarious" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora
    325 bytes (27 words) - 09:25, 10 December 2020
  • used adj. P. and V. πανοῦργος, κακός, μιαρός, πάγκακος, αἰσχρός; see rascal. ⇢ Look up "blackguard" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus
    309 bytes (29 words) - 19:00, 9 December 2020
  • βᾰθύτροπος: -ον, βαθύνους, πανοῦργος, Μανασσ. Χρον. 5313. βαθύτροπος, -ον (Μ) ύπουλος, δόλιος, πονηρός. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    237 bytes (22 words) - 07:00, 29 September 2017
  • Use adj., P. and V. πανοῦργος, κακοῦργος, V. παντουργός, λεωργός (also Xen. but rare P.), or use participles, P. and V. ὁ ἀδικῶν, ὁ ἁμαρτάνων. ⇢ Look
    451 bytes (43 words) - 15:55, 10 December 2020
  • Click links below for lookup in third sources: λόγιος, πανοῦργος, Hsch. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works
    311 bytes (16 words) - 16:25, 1 January 2021
  • ἴδε Δικαίαρχ. παρὰ Διογ. Λ. 1. 40 κἑξ., πρβλ. σοφιστὴς Ι. 2· ἐντεῦθεν, πανοῦργος, «σοφὸς τοῦ αἰῶνος τούτου», Πινδ. Ι. 2. 19, πρβλ. Ἡρόδ. 3. 85· σ. ἄνδρες
    41 KB (3,956 words) - 16:05, 1 January 2021
  • would be privative, with a non-Greek adj.?). One compared Σίσυφος, σέσυφος πανοῦργος H. Fur. 337 further compares αἰσύφιος δεινός, ψευδης, ἀπατεών H. (-ος Kyr
    6 KB (566 words) - 23:25, 31 December 2020
  • LXX., Ios. δόλιος: -α, -ον, καὶ ος, ον, Εὐρ. Ἀλκ. 35, Τρῳ. 530, κτλ.· -πανοῦργος, ἀπατηλός, δόλιος, ἐν Ὀδ. ἀείποτε ἐπὶ πραγμάτων, π. χ. ἔπεα, τέχνη Ι. 282
    10 KB (1,132 words) - 15:20, 1 January 2021
  • malefactor. κακουργον (contracted from κακοεργος, from κακόν and ἘΡΓΩ; cf. πανοῦργος, and on the accent of both see Göttling, Lehre v. Accent, p. 321; (Chandler
    11 KB (1,001 words) - 10:28, 30 December 2020
  • Click links below for lookup in third sources: ου, ὁ, A = πανοῦργος, Ptol.Tetr.166. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works [Seite 464]
    1 KB (67 words) - 19:04, 30 December 2020
  • ἐστίν Com.Adesp.606; and Gramm. explain τρώκτης by φάγος, φιλοκερδής, πανοῦργος, ἀπατεών, Hsch., Phot., Eust.1757.51; φιλοχρήματοι καὶ τ. Philostr.Her
    5 KB (388 words) - 13:35, 31 December 2020
  • Fraenkel Lit. et. Wb. s. kaũkti, Mayrhofer s. káuti; also Bq s. v. - καύαξ πανοῦργος Suid. as term of abuse from the comedy? s. Kretschmer KZ 31, 354. - The
    4 KB (489 words) - 18:30, 8 July 2020
  • το ύφος του λόγου) α) στρυφνός, περίπλοκος β) σαφής, λιτός 2. πονηρός, πανούργος 3. αρπακτικός. [ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ Από τη ρίζα ἀγκ- όπως και τα αγκάλη, αγκύλη
    1 KB (67 words) - 22:15, 29 December 2020
  • [ΕΤΥΜΟΛ. < κακ(ο)- + -οῦργος (< ἔργον). Σημειώνεται ότι το κακοῦργος και το πανοῡργος αποτελούν τα μόνα παροξυτονούμενα (προπερισπώμενα) σύνθετα σε -ουργος έναντι
    2 KB (161 words) - 12:30, 15 February 2019
  • Works [Seite 113] Soph. frg. 242. 276 bei Hesych., der es ἀλωπεκώδης, πανοῦργος erkl. Bei Ignat. ep. 9 = ἀλώπηξ. ἀλωπός: ὁ, = ἀλώπηξ, Ἀρκάδ. σ. 67. 23
    2 KB (147 words) - 17:35, 31 December 2020
  • v. πανοῦργος.
    46 bytes (2 words) - 20:05, 9 August 2017
  • P. and V. πανοῦργος, κακός; see wicked. ⇢ Look up "unprincipled" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia |
    237 bytes (24 words) - 15:25, 10 December 2020
  • Pănurgus,¹³ ī, m. (Πανοῦργος), Panurge [nom d’esclave] : Cic. Com. 27.
    110 bytes (10 words) - 06:59, 14 August 2017
  • τριπανοῦργος -ον [τρι -, πανοῦργος] driewerf schurkachtig.
    106 bytes (6 words) - 09:16, 1 January 2019
  • ἁμαρτωλὸς πρὸς τοὺς θεούς, Ἰλ. Ψ. 595 καὶ μετὰ ἐννοίας ἐπιεικεστέρας, πανοῦργος, περίτριμμα, Ὀδ. Ε. 182· θηλ., ἀλιτρὴ εὕρηται ἐν Σιμων. Ἰαμβ. 7. 7, τήν
    7 KB (598 words) - 16:10, 1 January 2021
  • ζημίωσαν μσν. 1. (για τον κόσμο) απατηλός 2. ληστής 3. απαγωγέας αρχ. 1. πανούργος, δόλιος («κακῶν ἀλλοτρίων κλέπτης», Δημοσθ.) 2. φρ. «ὁ τοῦ κλέπτου λόγος»
    5 KB (305 words) - 07:24, 29 September 2017
  • αἰπυδολωτής: -οῦ, ὁ, παμπόνηρος, πανοῦργος εἰς τὸν ὕψιστον βαθμόν, Τίμων παρὰ Σέξτ. Ἐμπ. Μ. 11. 171. αἰπυδολωτής: необычайно хитрый, коварный (λυμάντορες
    355 bytes (24 words) - 15:36, 31 December 2018
  • παρρέκτης: -ου, ὁ, =πανοῦργος, Ἡσύχ. ὁ, Α πανούργος, κακοποιός. [ΕΤΥΜΟΛ. < παν- + ῥέκτης (< ῥέζω «πράττω»), πρβλ. κακο-ρρέκτης, με αφομοιωτική τροπή
    543 bytes (33 words) - 12:14, 29 September 2017
  • ασυλία», «διπλωματικό σώμα») 2. αυτός που ενεργεί με πονηριά ή επιδεξιότητα, πανούργος, ανειλικρινής 3. φρ. «διπλωματική έκδοση (παπύρων και χειρογράφων)» — πανομοιότυπη
    1 KB (107 words) - 07:04, 29 September 2017
  • ἀγαθὸς τὴν καρδίαν, ἀγαθός, ἁπλοῦς, ἄδολος, Πλάτ. Πολ. 348Β· ἀντίθετον τῷ πανοῦργος, Λυσ. 100. 17· τὸ εὔηθες = εὐήθεια, Θουκ. 3. 83· τὸ εὐηθέστατον Ἀριστ.
    10 KB (815 words) - 15:25, 1 January 2021
  • κεκρυμμέναι πέτραι· ὅθεν καὶ ὕφαλος ἄνθρωπος λέγεται ὁ κεκρυμμένος καὶ πανοῦργος» Ἐτυμολ. Μέγ. 785, 44· «οὐχ ἁπλοῦν γένος εὑρίσκω τοὺς Ἀρμενίους, ἀλλὰ κρυπτόν
    4 KB (347 words) - 14:45, 1 January 2021
  • πυκινόφρον, ἄνθρωπος εὐφυής, πανοῦργος, Φώτ. Σουΐδ. -ήματος, τὸ, ΜΑ σπαθῶ μσν. φρ. «σπάθημα φρενῶν» — ευφυής άνθρωπος, πανούργος αρχ. (για ύφασμα) ο πυκνά
    1 KB (93 words) - 09:25, 31 December 2020
  • ἀγκυλομήτης, ὁ (Α) (ως επίθετο θεών) πανούργος. [ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ < ἀγκύλος + μῆτις. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    294 bytes (19 words) - 22:15, 29 December 2020
  • ἀκόμης: «οὐκ εὐδιάκονος, οὐδὲ πανοῦργος», Ἡσύχ. οὐκ εὐδιάκονος οὐδὲ πανοῦργος Hsch.
    201 bytes (11 words) - 12:10, 21 August 2017
  • 7, 15. ου (ὁ) : qui aime à finasser, finassier. Étymologie: βαυκός, πανοῦργος. -ου, ὁ hipócrita, remilgado οἱ δὲ τὰ μικρὰ καὶ φανερὰ προσποιούμενοι
    2 KB (93 words) - 20:15, 29 December 2020
  • lookup in third sources: πανοῦργος, Hsch. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works [Seite 1485] erkl. Hesych. ὁ πανοῦργος.
    394 bytes (21 words) - 18:50, 7 July 2020

View (previous 100 | next 100) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)