Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "πανοῦργος" on this wiki. See also the other search results found.

  • -γως, Ἀθήν. 407Α. - Καθ’ Ἡσύχ.: «πανοῦργος· πάντα μανθάνων δόλιος, πάντα ἐν πονηρίᾳ ἐργαζόμενος». - Κατὰ Φώτ.: «πανοῦργος: ὁ πάντα ἐν πονηρίᾳ ἐργαζόμενος·
    12 KB (1,088 words) - 14:20, 3 October 2019
  • -α, -ο / πανοῡργος, -ον, ΝΜΑ (ως επίθ. και ως ουσ.) αυτός που είναι ικανός να διαπράξει κάθε είδους απάτη ή μοχθηρή πράξη, πονηρός, δόλιος, απατεώνας (α
    2 KB (138 words) - 12:13, 29 September 2017
  • Étymologie: πανοῦργος. from πανοῦργος; adroitness, i.e. (in a bad sense) trickery or sophistry: (cunning) craftiness, subtilty. πανουργίας, ἡ (πανοῦργος, which
    5 KB (491 words) - 14:10, 3 October 2019
  • adj. P. and V. κακός, κακοῦργος, πανοῦργος, πάγκακος, πονηρός, αἰσχρός, μοχθηρός, φλαῦρος, φαῦλος. impious: P. and V. ἀνόσιος, ἀσεβής, ἄθεος, δυσσεβής
    805 bytes (76 words) - 11:54, 18 August 2019
  • adj. wicked: P. and V. κακός, πονηρός, μοχθηρός, πάγκακος, πανοῦργος, φαῦλος, φλαῦρος, ἀνόσιος; see wicked. unfortunate: P. and V. κακός, δυστυχής, δυσδαίμων
    1 KB (153 words) - 11:53, 18 August 2019
  • adj. Wicked: P. and V. κακός, πονηρός, μοχθηρός, πανοῦργος, φαῦλος, φλαῦρος, V. παντουργός. Utterly bad: P. and V. πάγκακος, Ar. and P. παμπόνηρος. Unfortunate:
    1 KB (158 words) - 06:40, 10 January 2019
  • V. διπλοῦς (Plat.), P. ἀπατηλός. Cunning: P. and V. ποικίλος (Plat.), πανοῦργος, πυκνός (Plat.), ἐπίτριπτος, V. παλιντριβής, μηχανορράφος, Ar. and V. δόλιος
    470 bytes (50 words) - 09:26, 21 July 2017
  • adj. P. and V. ποικίλος (Plat.), πανοῦργος, ἐπίτριπτος, πυκνός (Plat.), Ar. and V. δόλιος, αἱμύλος (once in Plat.), V. παλιντριβής, μηχανορράφος. Fem.:
    376 bytes (41 words) - 09:26, 21 July 2017
  • adj. P. and V. κακοῦργος, μοχθηρός, πανοῦργος, ἐπίτριπτος, V. λεωργός, παντουργός. Look up knavish on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora
    258 bytes (28 words) - 09:45, 21 July 2017
  • adj. P. and V. ποικίλος (Plat.), πανοῦργος, ἐπίτριπτος, πυκνός (Plat.), διπλοῦς (Plat.), Ar. and V. δόλιος, αἱμύλος (once in Plat.). V. παλιντριβής, μηχανορράφος
    854 bytes (89 words) - 09:26, 21 July 2017
  • Wicked: P. and V. κακός, πάγκακος, πονηρός, μοχθηρός, φαῦλος, φλαῦρος, πανοῦργος, V. παντουργός. P. and V. κακός, δυστυχής, δυσδαίμων, ἀτυχής (rare V.)
    2 KB (215 words) - 09:44, 21 July 2017
  • subs. Use adj., P. and V. κακοῦργος, πανοῦργος, V. λεωργός, παντουργός, Ar. and V. ἐπίτριπτος; see also cheat, rascal, rogue. Servant: P. and V. ὑπηρέτης
    433 bytes (51 words) - 09:45, 21 July 2017
  • -ή, -ό (AM ἀπατηλός, -ή, -όν) 1. πανούργος, δόλιος, ψεύτικος 2. σφαλερός, λανθασμένος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    207 bytes (22 words) - 06:56, 29 September 2017
  • adj. P. and V. πανοῦργος, ποικίλος (Plat.), ἐπίτριπτος, πυκνός (Plat.), διπλοῦς (Plat.), Ar. and V. δόλιος, αἱμύλος (once in Plat.), V. παλιντριβής, μηχανορράφος
    401 bytes (43 words) - 10:09, 21 July 2017
  • adj. Crafty: P. and V. ἐπίτριπτος, πανοῦργος, Ar. and V. δόλιος; see crafty. On the sly: P. and V. λάθρα. Look up sly on Perseus Dictionaries | Perseus
    291 bytes (37 words) - 10:03, 21 July 2017
  • adj. P. and V. ποικίλος, πανοῦργος, δεινός, πυκνός (Plat.), V. μηχανόρραφος, Ar. and V. αἱμύλος (also once in Plat.). Look up artful on Perseus Dictionaries
    282 bytes (36 words) - 09:20, 21 July 2017
  • subs. Use adj., P. and V. κακοῦργος, πανοῦργος, μιαρός; see villain, rascal. Unhappy man: see wretched, adj. Look up wretch on Perseus Dictionaries |
    274 bytes (34 words) - 10:09, 21 July 2017
  • Σοφ. παντουργός: Soph. = πανοῦργος. παντουργός -όν [~ πανοῦργος] tot alles in staat, misdadig. παντ-ουργός, όν = πανοῦργος, Soph.]
    2 KB (143 words) - 14:15, 14 January 2019
  • ἄδικος, οὐκ ὀρθός, V. ἔκδικος. Wicked: P. and V. κακός, πονηρός, μοχθηρός, πανοῦργος; see wicked. Impious: P. and V. ἀνόσιος, ἀσεβής, ἄθεος, δυσσεβής (rare
    3 KB (280 words) - 10:09, 21 July 2017
  • also Ar.), Ar. and V. κέντρων, ὁ (Soph., Frag.), or use adj., P. and V. πανοῦργος, κακοῦργος. Look up scoundrel on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC |
    298 bytes (42 words) - 11:01, 7 August 2017
  • subs. Use adj., P. and V. κακοῦργος, πανοῦργος, V. λεωργός (also Xen.); see villainous, rascal. Look up villain on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC
    239 bytes (32 words) - 10:09, 21 July 2017
  • κακοῦργος, νοσώδης, V. λυμαντήριος, Ar. and V. ἀτηρός. Ill-doing: P. and V. πανοῦργος, κακοῦργος. Spiteful: P. and V. φθονερός. ἐπίφθονος. Malevolent: P. and
    1,001 bytes (86 words) - 09:46, 21 July 2017
  • adj. P. and V. κακός, πονηρός, μοχθηρός, ἄδικος, κακοῦργος, πανοῦργος. Look up dishonest on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary
    238 bytes (27 words) - 09:27, 21 July 2017
  • = πανοῦργος, Phot., EM482.26, Suid. [Seite 1278] erkl. Suid. πανοῦργος. S. καύαξ. κάβαξ, ὁ (Α) πανούργος. [ΕΤΥΜΟΛ. < καββαλικός, πιθ. με μακρό -ᾱ-
    750 bytes (34 words) - 07:20, 29 September 2017
  • adj. P. and V. πανοῦργος, P. ἀπατηλός. False, counterfeit: Ar. and P. παράσημος, P. and V. κίβδηλος. Look up fraudulent on Perseus Dictionaries | Perseus
    266 bytes (34 words) - 09:41, 21 July 2017
  • αρχ. κ. ως επίθ., άπατεών, ο, η) αυτός που εξαπατά τους άλλους, δόλιος πανούργος αρχ. ως επίθ. ο απατηλός. [ΕΤΥΜΟΛ. < απάτη + (κατάλ.) -εών, η οποία σε
    768 bytes (60 words) - 11:19, 23 December 2018
  • πᾰνουργέω: πρκμ. πεπανούργηκα Ἀριστοφ. Πλ. 368· - εἶμαι πανοῦργος, φέρομαι ὡς πανοῦργος ἢ ἀπατεών, Εὐρ. Μήδ. 583, Ἀριστοφ. Ἀχαρν. 658, Ἀντιφῶν 137.
    4 KB (316 words) - 05:00, 10 January 2019
  • ὁ πολλὰ εἰδὼς καὶ πανοῦργος. τινὲς δὲ γάσος Hsch. Source: γάνδος Grammatical information: m. Meaning: ὁ πολλὰ εἰδὼς καὶ πανοῦργος. τίνες δε γάδος H
    615 bytes (61 words) - 23:20, 2 January 2019
  • 284. 6· πολὺ πέραν, πολλῷ πλέον, τοῦ πρόσθεν εἰς ὑπερβ. πανοῦργος, πολὺ περισσότερον πανοῦργος παρά... ὁ αὐτ. ἐν Ἱππ. 939, πρβλ. Δημ. 1411. 14· εἰς ὑπερβολὰς
    33 KB (2,812 words) - 14:40, 3 October 2019
  • «αγγείο του Σατανά ή του διαβόλου» — άνθρωπος κακός, αισχρός, πρόστυχος, πανούργος, ικανός για κάθε κακή πράξη (ίσως από τη σημασία «ανθρώπινο σώμα» που η
    3 KB (181 words) - 08:54, 23 December 2018
  • subs. Use adj., P. and V. κακοῦργος, πανοῦργος, or use rascal. Look up reprobate on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary
    204 bytes (28 words) - 09:50, 21 July 2017
  • όν, (Adv. λέως, ἔργον)    A one who will do anything (cf. ῥᾳδιοῦργος, πανοῦργος), villainous, A.Pr.5; of actions, λεωργὰ κἀθέμιστα (fort. καὶ θεμιστά)
    4 KB (297 words) - 15:15, 2 October 2019
  • πανοῦργος, Hsch. σέσυφος: «πανοῦργος» Ἡσυχ. Α (κατά τον Ησύχ.) «πανοῡργος». [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. Σίσυφος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    553 bytes (22 words) - 12:28, 29 September 2017
  • τύπος τοῦ σοφὸς (μετὰ τοῦ Αἰολ. υ ἀντὶ ο), ὁ Σοφὸς ἢ Πανοῦργος· ὁ Ἡσύχ. ἀναφέρει: «σέσυφος· πανοῦργος». ου (ὁ) : Sisyphe, fils d’Éole, roi de Corinthe
    8 KB (680 words) - 16:10, 2 October 2019
  • κατεργάρα και -άρισα, ουδ. κατεργάρικο (Μ κατεργάριος και κατεργάρης) πανούργος, δόλιος, παμπόνηρος νεοελλ. 1. (με θωπευτική σημ.) ευφυής, έξυπνος («είδες
    2 KB (156 words) - 06:40, 29 September 2017
  • verwandt mit κίναδος, richtiger viell. κιδ = σχιδ. κίδαφος: -η, -ον, πανοῦργος, δόλιος, Ἡσύχ.· καὶ ὡς οὐσιαστ., κίδαφος, κιδάφη, κινδάφη, κινδάφιος, =
    5 KB (424 words) - 15:10, 2 October 2019
  • από μεγάλη ράτσα») 2. εκλεκτή γενιά («σκυλί ράτσας») 3. μτφ. (για πρόσ.) πανούργος, κατεργάρης. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. razza]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    450 bytes (33 words) - 12:25, 29 September 2017
  • Sp., καὶ πανοῦργος ἀνήρ App. Syr. 24; δογμάτων, kundig, Plut. def. or. 23, Anspielung auf Hom. ἐπίκλοπος: -ον, (κλέπτω) κλεπτικός, πανοῦργος, κρυψίνους
    4 KB (363 words) - 17:30, 10 January 2019
  • ἐπίτριπτος: -ον, (ἐπιτρίβω), ὁ ἐπιτριβῆναι ἄξιος, πανοῦργος, δόλιος, τοὐπίτριπτον κίναδος, ἡ πανοῦργος ἀλώπηξ, Σοφ. Αἴ. 103, πρβλ. Ἀνδοκ. 13. 23· φθείρεσθ’
    5 KB (322 words) - 17:31, 10 January 2019
  • adj. P. and V. κακοῦργος, πανοῦργος, ἐπίτρεπτος, μοχθηρός, V. λεωργός (also Xen.), παντουργός; see villainous. Look up rascally on Perseus Dictionaries
    286 bytes (32 words) - 09:49, 21 July 2017
  • adj. P. and V. ποικίλος. πανοῦργος, ἐπίτριπτος, πυκνός, Ar. and V. δόλιος, αἱμύλος (acc. in Plat.), παλιντριβής, μηχανορράφος. Fem. adj.: V. δολῶπις.
    361 bytes (39 words) - 09:42, 21 July 2017
  • adj. P. and V. κακοῦργος πανοῦργος, αἰσχρός, κακός, μιαρός, V. παντουργός, Ar. and P. παμπόνηρος. Bad in quality: P. and V. φαῦλος, κακός, φλαῦρος, Ar
    415 bytes (45 words) - 10:08, 21 July 2017
  • and V. ἄπιστος. Cunning: P. and V. ποικίλος (Plat.), πυκνός (Plat.), πανοῦργος. Look up shifty on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora
    405 bytes (41 words) - 10:02, 21 July 2017
  • κερδᾰλέος: -α, -ον, (κέρδος), ἐπὶ προσώπων καὶ τῶν τεχνασμάτων αὐτῶν, δόλιος, πανοῦργος, ποικίλος, εὐφυής, κ. κ’ εἴη καὶ ἐπίκλοπος Ὀδ. Ν. 291· οὕτω, κ. βουλὴ Ἰλ
    8 KB (633 words) - 02:53, 10 January 2019
  • ματιολοιχός. ματαιολοιχός: «ὁ περὶ τὰ μικρὰ πανοῦργος, καὶ λίχνος» Ἡσύχ. ός, όν : ὁ περὶ τὰ μικρὰ πανοῦργος καὶ λίχνος, Hsch. Étymologie: μάταιος, λείχω
    932 bytes (42 words) - 07:36, 29 September 2017
  • ὁ, Α αυτός που ενώ είναι πανούργος, φαύλος, εμφανίζεται ως σοβαρός και σπουδαίος. [ΕΤΥΜΟΛ. < σεμνός + πανοῦργος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    363 bytes (25 words) - 12:28, 29 September 2017
  • Θηλαστικά 2. δέρμα, γούνα αλεπούς 3. (για πρόσωπα) δόλιος, ύπουλος, πονηρός, πανούργος 4. είδος ομαδικού παιδικού παιχνιδιού, κατά το οποίο ένας από τους παίκτες
    3 KB (198 words) - 06:50, 29 September 2017
  • [ᾰ], -ον, ὁ τρὶς πανοῦργος, «τετραπέρατος», τὸν τριπάνουργον ἔρωτα Ἀνθ. Π. 12. 57. ος, ον : très perfide. Étymologie: τρεῖς, πανοῦργος. -ον, Α ο τρεις
    2 KB (85 words) - 01:55, 10 January 2019
  • τινος Plat. Rep. V, 451 a; Sp. ἀπᾰτεών: -ῶνος, ὁ, ὁ ἐξαπατῶν, δόλιος, πανοῦργος, Ἱππ. π. Ἄρθρ. 808, Πλάτ. Πόλ. 451Α, Ξεν. Κύρ. 1. 6, 27: ― ἐντεῦθεν, ἀπ
    2 KB (186 words) - 16:20, 9 January 2019
  • adj. P. and V. κακός, πονηρός, ἀνόσιος, μιαρός, αἰσχρός, κακοῦργος, πανοῦργος. Look up nefarious on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora
    256 bytes (28 words) - 09:47, 21 July 2017
  • ἴδε Ἀριστ. Σοφιστ. Ἔλεγχ. 25, 5· πρβλ. κλεπτίστατος. 2) καθόλου ἀπατεών, πανοῦργος, δόλιος (πρβλ. κλέπτω IV), Σοφ. Αἴ. 1135· κακῶν ἀλλοτρίων κλέπτης Δημ.
    5 KB (490 words) - 13:55, 3 October 2019
  • ὄχλοις Arist.Rh.1395b27; -ώτατοι οἱ ἐν τοῖς πάθεσιν Id.Po.1455a30; π. καὶ πανοῦργος Plu.2.26a; π. συνταγματάρχης Luc. Bacch.2 : c. inf., -ώτατοι λέγειν Pl
    20 KB (1,594 words) - 12:05, 26 February 2019
  • subs. Use adj., P. and V. κακοῦργος. πανοῦργος, V. λεωργός, παντουργός; see also rascal. Look up miscreant on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus
    241 bytes (31 words) - 09:47, 21 July 2017
  • τολμηρός, θρασύς, V. πάντολμος, παντότολμος. Wicked: P. and V. κακός, πανοῦργος, πονηρός, V. παντουργός. Reckless: P. and V. εὐχερής; see reckless. Look
    411 bytes (42 words) - 10:08, 21 July 2017
  • adj. Rascally: P. and V. κακοῦργος, πανοῦργος, ἐπίτριπτος, V. παντουργός. Met., full of youthful spirit: Ar. and P. νεανικός:see mischievous. Look up
    346 bytes (37 words) - 09:50, 21 July 2017
  • κάλτσα» (για πρόσ.) πολύ έξυπνος, πολύ ικανός, τετραπέρατος, παμπόνηρος, πανούργος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. calza]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    827 bytes (58 words) - 06:41, 29 September 2017
  • ου, ὁ,    A = πανοῦργος, Ptol.Tetr.166. [Seite 464] ὁ, = παντοποιός, Ptolem. παντοπράκτης: -ου, ὁ τὰ πάντα πράττων, πανοῦργος, Πτολ. Τετράβ. σ. 166
    1 KB (54 words) - 12:13, 29 September 2017
  • LSJ full text search slim = δεξιός, κερδαλέος, κερδαλεόφρων, κομψός, πανοῦργος, ποικίλος, πολύϊδρις, πολυκερδής, προμηθικῶς, πυκνός, σοφός Look up in:
    411 bytes (66 words) - 18:50, 9 January 2019
  • 7, 15. ου (ὁ) : qui aime à finasser, finassier. Étymologie: βαυκός, πανοῦργος. -ου, ὁ hipócrita, remilgado οἱ δὲ τὰ μικρὰ καὶ φανερὰ προσποιούμενοι
    2 KB (82 words) - 06:10, 10 January 2019
  • EM75.5. [Seite 113] ες, fuchsartig, VLL., πανοῦργος. ἀλωπεκώδης: -ές, (εἶδος) ὅμοιος ἀλώπεκι, πανοῦργος, Ἡσύχ., Ἐτυμ. Μ. -ες astuto Hsch.s.u. ἀλωπός
    815 bytes (33 words) - 11:58, 21 August 2017
  • πνευμάτων, ο διάβολος, ο εωσφόρος νεοελλ. 1. μτφ. α) άνθρωπος πονηρός, πανούργος β) άνθρωπος διαβολικός, καταχθόνιος 2. φρ. «πίσω μου σέ έχω σατανά!» —
    1 KB (86 words) - 12:27, 29 September 2017
  • ἀγαθὸς τὴν καρδίαν, ἀγαθός, ἁπλοῦς, ἄδολος, Πλάτ. Πολ. 348Β· ἀντίθετον τῷ πανοῦργος, Λυσ. 100. 17· τὸ εὔηθες = εὐήθεια, Θουκ. 3. 83· τὸ εὐηθέστατον Ἀριστ.
    10 KB (776 words) - 11:35, 26 February 2019
  • που δεν γέννησε ακόμη 3. το αρσ. ως ουσ. ο αγέννητος α) ο διάβολος β) πανούργος, πονηρός άνθρωπος αρχ. 1. ο ταπεινής καταγωγής 2. αυτός που δεν γεννά,
    947 bytes (71 words) - 11:10, 14 January 2019
  • alllistig, Sp. παμμήχᾰνος: -ον, ὁ τὰ πάντα μηχανώμενος, πολυμήχανος, λίαν πανοῦργος, Νεῖλ. Ἐπιστ. σ. 330, 331, κλ. παμμήχανος, -ον (Α) αυτός που μηχανάται
    734 bytes (44 words) - 12:03, 29 September 2017
  • λιτουργός: -όν, κατὰ τὸν Ἡσύχ. πανοῦργος, Σιμων. Ἰαμβ. 6. 12, μετὰ διαφ. γραφῆς, λιτοργός, -ωργός· - ὅθεν λιτουργέω, = κακὰ λέγω, κατὰ τὸν Δίδυμον παρ’
    988 bytes (67 words) - 07:33, 29 September 2017
  • Πολ. 7. 7, 2· τ. ὄμματα Αἰλ. Ποικ. Ἱστ. 14. 47. 2) πλήρης τεχνασμάτων, πανοῦργος, Πολύβ. 16. 6, 6, ΙΙ. ἐπὶ πραγμάτων, τεχνητός, διὰ τέχνης πεποιημένος,
    14 KB (1,116 words) - 11:25, 14 January 2019
  • 4 (Comp.), Longin.3.4. [Seite 195] ες, nicht wahrhaftig, falsch, mit πανοῦργος vrbdn, Plut. Alc. et Cor. 2; Dion. H. ἀνᾰλήθης: -ες, ὁ μὴ ἀληθής, ψευδής
    3 KB (220 words) - 05:56, 31 December 2018
  • οὔτ’ ἀνελεύθερον ὑπαγροικοτέραν Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 552. 5) ἐπὶ ζῴων, δόλιος, πανοῦργος, [ζῷα] ἀν. καὶ ἐπίβουλα, οἷον οἱ ὄφεις Ἀριστ. Ἱστ. Ζ. 1. 1, 32. ΙΙ. Ἐπίρρ
    9 KB (731 words) - 11:40, 10 January 2019
  • von ränkevollen Menschen, neben ἀναίσχυντος καὶ πατραλοίας Nubb. 900; πανοῦργος καὶ ψευδολόγος Ran. 1517; so bei Sp. βωμολόχος: ον (λοχάω), κυρίως ὁ
    7 KB (694 words) - 06:10, 10 January 2019
  • το ύφος του λόγου) α) στρυφνός, περίπλοκος β) σαφής, λιτός 2. πονηρός, πανούργος 3. αρπακτικός. [ΕΤΥΜΟΛ. Από τη ρίζα ἀγκ- όπως και τα αγκάλη, αγκύλη, άγκυρα
    1 KB (67 words) - 06:17, 29 September 2017
  • ου (ὁ) : coquin d’Hipparchidas. Étymologie: πανοῦργος, Ἱππαρχίδας. Πᾰνουργιππαρχίδᾱς: ου ὁ шутл. Плутогиппархид, Гиппархидожулик Arph.
    284 bytes (14 words) - 01:28, 1 January 2019
  • βᾰθύτροπος: -ον, βαθύνους, πανοῦργος, Μανασσ. Χρον. 5313. βαθύτροπος, -ον (Μ) ύπουλος, δόλιος, πονηρός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    237 bytes (22 words) - 07:00, 29 September 2017
  • adv. avec fourberie ou méchanceté. Étymologie: πανοῦργος. πανούργως: хитро, коварно Soph., Arph., Plut.
    216 bytes (13 words) - 06:12, 31 December 2018
  • λόγιος, πανοῦργος, Hsch.
    321 bytes (3 words) - 21:30, 8 February 2013
  • (down) (S. Ant. 1275 with v. l. λακ-πάτητος, s. λάξ); cf. further λεωργός = πανοῦργος, κακοῦργος (Archil. 88, 3, A. Pr. 5, X.), s. Chantraine Glotta 33, 25 ff
    28 KB (2,538 words) - 14:00, 3 October 2019
  • [ΕΤΥΜΟΛ. < κακ(ο)- + -οῦργος (< ἔργον). Σημειώνεται ότι το κακοῦργος και το πανοῡργος αποτελούν τα μόνα παροξυτονούμενα (προπερισπώμενα) σύνθετα σε -ουργος έναντι
    2 KB (161 words) - 12:30, 15 February 2019
  • ἴδε Δικαίαρχ. παρὰ Διογ. Λ. 1. 40 κἑξ., πρβλ. σοφιστὴς Ι. 2· ἐντεῦθεν, πανοῦργος, «σοφὸς τοῦ αἰῶνος τούτου», Πινδ. Ι. 2. 19, πρβλ. Ἡρόδ. 3. 85· σ. ἄνδρες
    41 KB (3,909 words) - 14:25, 3 October 2019
  • LXX., Ios. δόλιος: -α, -ον, καὶ ος, ον, Εὐρ. Ἀλκ. 35, Τρῳ. 530, κτλ.· -πανοῦργος, ἀπατηλός, δόλιος, ἐν Ὀδ. ἀείποτε ἐπὶ πραγμάτων, π. χ. ἔπεα, τέχνη Ι. 282
    10 KB (1,094 words) - 13:05, 3 October 2019
  • ἐστίν Com.Adesp.606; and Gramm. explain τρώκτης by φάγος, φιλοκερδής, πανοῦργος, ἀπατεών, Hsch., Phot., Eust.1757.51; φιλοχρήματοι καὶ τ. Philostr.Her
    5 KB (375 words) - 02:00, 10 January 2019
  • ζημίωσαν μσν. 1. (για τον κόσμο) απατηλός 2. ληστής 3. απαγωγέας αρχ. 1. πανούργος, δόλιος («κακῶν ἀλλοτρίων κλέπτης», Δημοσθ.) 2. φρ. «ὁ τοῦ κλέπτου λόγος»
    5 KB (305 words) - 07:24, 29 September 2017
  • malefactor. κακουργον (contracted from κακοεργος, from κακόν and ἘΡΓΩ; cf. πανοῦργος, and on the accent of both see Göttling, Lehre v. Accent, p. 321; (Chandler
    11 KB (955 words) - 13:59, 3 October 2019
  • Fraenkel Lit. et. Wb. s. kaũkti, Mayrhofer s. káuti; also Bq s. v. - καύαξ πανοῦργος Suid. as term of abuse from the comedy? s. Kretschmer KZ 31, 354. - The
    4 KB (489 words) - 15:05, 2 October 2019
  • u. öfter; Dem. 19, 209; Luc. Tim. 46; Ausruf des Staunens, ἰοὺ ἰοὺ ὡς πανοῦργος εἶ Plat. Gorg. 499 b; Ausruf der Freude, hei, he! in welchem Falle es nach
    4 KB (390 words) - 14:35, 9 January 2019
  • ασυλία», «διπλωματικό σώμα») 2. αυτός που ενεργεί με πονηριά ή επιδεξιότητα, πανούργος, ανειλικρινής 3. φρ. «διπλωματική έκδοση (παπύρων και χειρογράφων)» — πανομοιότυπη
    1 KB (107 words) - 07:04, 29 September 2017
  • 39. [Seite 113] Soph. frg. 242. 276 bei Hesych., der es ἀλωπεκώδης, πανοῦργος erkl. Bei Ignat. ep. 9 = ἀλώπηξ. ἀλωπός: ὁ, = ἀλώπηξ, Ἀρκάδ. σ. 67. 23
    2 KB (136 words) - 15:56, 31 December 2018
  • v. πανοῦργος.
    46 bytes (2 words) - 20:05, 9 August 2017
  • subs. used adj. P. and V. πανοῦργος, κακός, μιαρός, πάγκακος, αἰσχρός; see rascal. Look up blackguard on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus
    238 bytes (30 words) - 09:23, 21 July 2017
  • Pănurgus,¹³ ī, m. (Πανοῦργος), Panurge [nom d’esclave] : Cic. Com. 27.
    110 bytes (10 words) - 06:59, 14 August 2017
  • τριπανοῦργος -ον [τρι -, πανοῦργος] driewerf schurkachtig.
    106 bytes (6 words) - 09:16, 1 January 2019
  • ἁμαρτωλὸς πρὸς τοὺς θεούς, Ἰλ. Ψ. 595 καὶ μετὰ ἐννοίας ἐπιεικεστέρας, πανοῦργος, περίτριμμα, Ὀδ. Ε. 182· θηλ., ἀλιτρὴ εὕρηται ἐν Σιμων. Ἰαμβ. 7. 7, τήν
    7 KB (587 words) - 15:15, 9 January 2019
  • would be privative, with a non-Greek adj.?). One compared Σίσυφος, σέσυφος πανοῦργος H. Fur. 337 further compares αἰσύφιος δεινός, ψευδης, ἀπατεών H. (-ος Kyr
    6 KB (555 words) - 14:10, 2 October 2019
  • ἀγκυλομήτης, ὁ (Α) (ως επίθετο θεών) πανούργος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγκύλος + μῆτις. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    287 bytes (19 words) - 06:31, 29 September 2017
  • αἰπυδολωτής: -οῦ, ὁ, παμπόνηρος, πανοῦργος εἰς τὸν ὕψιστον βαθμόν, Τίμων παρὰ Σέξτ. Ἐμπ. Μ. 11. 171. αἰπυδολωτής: необычайно хитрый, коварный (λυμάντορες
    355 bytes (24 words) - 15:36, 31 December 2018
  • παρρέκτης: -ου, ὁ, =πανοῦργος, Ἡσύχ. ὁ, Α πανούργος, κακοποιός. [ΕΤΥΜΟΛ. < παν- + ῥέκτης (< ῥέζω «πράττω»), πρβλ. κακο-ρρέκτης, με αφομοιωτική τροπή
    543 bytes (33 words) - 12:14, 29 September 2017
  • βυσσοδομώ μσν. (η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) μηχανεμένος, -η, -ον πονηρός, πανούργος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    2 KB (101 words) - 19:33, 6 January 2019
  • ὁ, künstliche Einrichtung, κατηγορίης Maneth. 4, 332. τεχνασμός: ὁ, πανοῦργος ἐπίνοια, τέχνασμα, κατηγορίης τε τεχνασμοὶ Μανέθων 4. 332. ὁ, Α τεχνάζω
    987 bytes (50 words) - 12:41, 29 September 2017
  • κεκρυμμέναι πέτραι· ὅθεν καὶ ὕφαλος ἄνθρωπος λέγεται ὁ κεκρυμμένος καὶ πανοῦργος» Ἐτυμολ. Μέγ. 785, 44· «οὐχ ἁπλοῦν γένος εὑρίσκω τοὺς Ἀρμενίους, ἀλλὰ κρυπτόν
    4 KB (334 words) - 21:04, 20 August 2019
  • πυκινόφρον, ἄνθρωπος εὐφυής, πανοῦργος, Φώτ. Σουΐδ. -ήματος, τὸ, ΜΑ σπαθῶ μσν. φρ. «σπάθημα φρενῶν» — ευφυής άνθρωπος, πανούργος αρχ. (για ύφασμα) ο πυκνά
    1 KB (80 words) - 12:30, 29 September 2017
  • ἀκόμης: «οὐκ εὐδιάκονος, οὐδὲ πανοῦργος», Ἡσύχ. οὐκ εὐδιάκονος οὐδὲ πανοῦργος Hsch. Source: ἀκόμης
    201 bytes (13 words) - 12:10, 21 August 2017
  • πανοῦργος, Hsch. [Seite 1485] erkl. Hesych. ὁ πανοῦργος.
    408 bytes (8 words) - 18:53, 2 August 2017

View (previous 100 | next 100) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)