Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "συνήθως" on this wiki. See also the other search results found.

  • Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο συνήθως = (see also: συνήθης) customarily, habitually, in the usual way ⇢ Look up "συνήθως" on Google | Wiktionary | LSJ
    204 bytes (45 words) - 09:32, 4 July 2020
  • άρθρα, αγγελίες, διαφημίσεις και άλλη ύλη, που εκδίδεται και κυκλοφορεί συνήθως καθημερινά ή και κατά αραιότερα χρονικά διαστήματα μσν.-αρχ. ημερολόγιο
    1 KB (96 words) - 07:15, 29 September 2017
  • το, Ν (γεωμορφ.) επίπεδη συλλεκτήρια λεκάνη που καλύπτεται συνήθως από αλατούχα εδάφη και οφείλει τη σχεδόν τέλεια ισοπέδωσή της σε διαδοχικές πλημμύρες
    811 bytes (57 words) - 12:04, 29 September 2017
  • συνήθως ἔχειν = be intimate with, be on familiar terms with ⇢ Look up "συνήθως ἔχειν" on Google | LSJ full text search (Translation based on the reversal
    89 bytes (32 words) - 21:40, 3 July 2020
  • χρησιμοποίηση πραγμάτων (κυρίως χρημάτων) 3. μοίρασμα περιουσίας, κληροδοσία (συνήθως με διαθήκη) 4. ψυχική ή σωματική κατάσταση, κέφι, όρεξη 5. τα αισθήματα
    1 KB (110 words) - 06:27, 29 September 2017
  • in the usual way: P. and V. εἰωθότως, P. συνήθως. for the most part: P. ὡς ἐπὶ πολύ. as usually happens: P. οἷα φιλεῖ γίγνεσθαι (Thuc. 7, 79). ⇢ Look
    432 bytes (45 words) - 15:35, 10 December 2020
  • σύνολο αθλητών που συνεργάζονται κατά τη διεξαγωγή ενός αθλήματος και φέρουν συνήθως ομοιόμορφη στολή με καθιερωμένο χρώμα και έμβλημα (α. «ομάδα καλαθόσφαιρας»
    8 KB (582 words) - 12:08, 29 September 2017
  • και νομικούς δεσμούς, εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, το οποίο αποτελείται συνήθως από το ζεύγος, τα παιδιά ή και άλλους ανιόντες ή κατιόντες συγγενείς που
    3 KB (216 words) - 12:07, 29 September 2017
  • διατρυπά, διεισδυτικός 2. (για κρύο) τσουχτερός, δριμύς 3. (για φωνή) οξύς και συνήθως ενοχλητικός. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    314 bytes (30 words) - 06:41, 29 September 2017
  • συντήρηση αρχαίων μνημείων») μσν. 1. τίτλος ανώτερων αξιωματούχων στο Βυζάντιο, συνήθως ο κόμις τών θείων πριονάτων, θησαυροφύλακας 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ εἰδικόν
    1 KB (89 words) - 11:15, 14 January 2019
  • καθώς και προς τα αντωνυμικά επίθ. πόσος, τόσος κ.λπ., με τα οποία η λ. συνήθως συνεκφέρεται. Ο αναβιβασμός του τόνου στο επίρρ. ἀκόμη οφείλεται επίσης
    2 KB (152 words) - 11:42, 1 March 2022
  • μέταλλο συνήθως πολύτιμο (ή από άλλο υλικό) σε σχήμα κρίκου με λίθο ή σφραγίδα, το οποίο φοριέται στην κάτω φάλαγγα τών δαχτύλων του χεριού, συνήθως στον
    903 bytes (74 words) - 07:03, 29 September 2017
  • (Euripides, Iphigenia in Aulis 491). customarily: P. and V. εἰωθότως, P. συνήθως. ⇢ Look up "generally" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus
    965 bytes (95 words) - 13:30, 14 October 2021
  • αλιεία 2. (αθλ.) δραστηριότητα αναψυχής, με αντικείμενο τη σύλληψη ψαριών, συνήθως με καλαμίδι, με πετονιά ή με ψαροτούφεκο 3. μτφ. προσπάθεια για την απόσπαση
    549 bytes (46 words) - 06:29, 29 September 2017
  • ίδρυση, θεμελίωση πόλεων («πόλεων οἰκισμοί», Πλάτ.) νεοελλ. 1. ανεξάρτητο συνήθως σύνολο πρόχειρων ή λιγοστών κατοικιών σε ορισμένο τόπο, συνοικισμός («αγροτικός
    866 bytes (62 words) - 12:08, 29 September 2017
  • μσν.- νεοελλ. αυτός που αγωνίζεται για την επικράτηση μιας ιδέας (λέγεται συνήθως για τους χριστιανούς μάρτυρες). [ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ < ἀθλῶ. ΠΑΡ. αθλητικός, αθλητισμός]
    785 bytes (57 words) - 22:40, 29 December 2020
  • μάζα αερίου, συνήθως μίγματος καυσίμου και αέρα, που αντιδρά, δηλαδή καίγεται, με πολύ μεγάλη ταχύτητα αποδίδοντας θεμότητα και, συνήθως, φωτεινή ακτινοβολία
    4 KB (269 words) - 12:50, 29 September 2017
  • το αυτοπροωθούμενο (με δικό του κινητήρα) τετράτροχο, συνήθως, όχημα χερσαίων μεταφορών. [ΕΤΥΜΟΛ. < αυτοκίνητον, ουδ. του αρχ. επιθ. αυτοκίνητος, ως απόδοση
    725 bytes (40 words) - 07:00, 29 September 2017
  • (AM ἀποκοιμίζω) κάνω κάποιον να κοιμηθεί (συνήθως για τα βρέφη με το νανούρισμα) μσν.- νεοελλ. θανατώνω κάποιον νεοελλ. 1. καταφέρνω κάποιον ώστε να μη
    547 bytes (45 words) - 06:25, 29 September 2017
  • το (AM ἀττικόν) ψηλό στηθαίο αψίδων και κτηρίων (συνήθως με ανάγλυφες παραστάσεις ή επιγραφές) που χρησιμοποιήθηκε ήδη από τους ελληνιστικούς χρόνους τόσο
    426 bytes (40 words) - 07:00, 29 September 2017
  • τάση, ενσυνείδητη ή υποσυνείδητη, για την εκτέλεση συγκεκριμένης πράξης, συνήθως σε συνδυασμό με έλλειψη επαρκών αναστολών. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    484 bytes (38 words) - 12:15, 29 September 2017
  • νεοελλ. πύον νεοελλ. φρ. 1. «άτονο έλκος» — δυσίατο έλκος τών κάτω άκρων συνήθως, που προκαλείται από διαταραχές κυκλοφοριακής ή νευρικής αιτιολογίας 2.
    2 KB (148 words) - 22:00, 29 December 2020
  • η συνήθως στον πληθ. διαπραγματεύσεις συζητήσεις μεταξύ ενδιαφερομένων ή τών εντολοδόχων τους για την επίτευξη συμφωνίας σε κάποιο θέμα. * Αναζήτηση σε:
    309 bytes (28 words) - 06:35, 29 September 2017
  • σημαντικό, δυσάρεστο συνήθως γεγονός με σοβαρές επιπτώσεις 3. «σατυρικόν δράμα» — θεατρικό έργο με εύθυμη υπόθεση, χορό που αποτελείται συνήθως από σατύρους,
    2 KB (166 words) - 07:05, 29 September 2017
  • III Adv. συνήθως, ἔχειν τινί to be acquainted, friendly with, D.37.26. 2 habitually, as is usual, συνήθως παρακολουθεῖν Aeschin.2.132; συνήθως ἐξαπατᾶσθαι
    14 KB (1,226 words) - 07:25, 29 August 2021
  • αποκρίνεται σε μια δεδομένη κατάσταση, όταν τα άλλα μέσα, τα οποία είναι συνήθως αποτελεσματικά, του είναι απαγορευμένα 3. (ψυχιατρ.) (κατά τον Φρόυντ) αρχαϊκή
    2 KB (151 words) - 12:33, 29 September 2017
  • επίρρ. (Α ἄλλοτε) (Ν και άλλοτες Μ και ἀλλότες) (για παρελθόν ή μέλλον, συνήθως επαναλαμβανόμενο) σε άλλο χρόνο, άλλη ώρα, άλλη περίσταση, άλλη φορά αρχ
    1 KB (111 words) - 21:50, 29 December 2020
  • η (AM διῶρυξ, ο, η) μεγάλο τεχνητό αυλάκι συνήθως πλωτό για την παροχέτευση υδάτων ή την αποκατάσταση της συγκοινωνίας μεταξύ θαλασσών ή ποταμών, κανάλι
    425 bytes (38 words) - 06:29, 29 September 2017
  • ο δοχείο, συνήθως μετάλλινο, για άντληση και μεταφορά ύδατος, κάδος. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. kova]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    288 bytes (22 words) - 07:25, 29 September 2017
  • βγάζω ή έχω αφρούς 2. (για πρόσωπα και ζώα) βγάζω αφρούς από το στόμα, συνήθως από οργή ή λύσσα νεοελλ. οργίζομαι, θυμώνω πολύ. * Αναζήτηση σε: Google
    364 bytes (39 words) - 06:25, 29 September 2017
  • Γιουγκιδών (βούρλα). Περιλαμβάνει φυτά ποώδη, σπανίως θαμνώδη ή δενδρώδη, συνήθως με ρίζωμα και βλαστό καλαμοειδή. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    457 bytes (39 words) - 06:18, 29 September 2017
  • Αγρωστωδών και άλλων οικογενειών, ετήσια ή διετή τών οποίων οι σπόροι αποτελούν, συνήθως αλεσμένοι, βασικό είδος διατροφής του ανθρώπου και πολλών ζώων, σιτηρά (στάρι
    682 bytes (58 words) - 07:03, 29 September 2017
  • νημάτων στις θέσεις που τους δόθηκαν κατά την ύφανση και πραγματοποιείται συνήθως με ατμό και πρεσάρισμα του υφάσματος 2. (φωτογρ.) επεξεργασία του φωτογραφικού
    1 KB (83 words) - 12:32, 29 September 2017
  • το / ποτήριον, ΝΜΑ, και ποτίρριον Α ποτήρ 1. δοχείο, συνήθως γυάλινο, με το οποίο πίνει κανείς ένα υγρό 2. η ποσότητα υγρού που περιέχει ένα τέτοιο δοχείο
    4 KB (287 words) - 20:25, 13 June 2022
  • το / χωρίον, ΝΜΑ χώρα / χῶρος μτφ. σύντομο, συνήθως αυτοτελές, απόσπασμα κειμένου, περικοπή αρχ. 1. ιδιαίτερος τόπος, περιοχή («ὡς τοῦτ' ἀληθῶς Ἀττικὸν
    1 KB (94 words) - 20:35, 13 June 2022
  • μορφή τών ζωικών οργανισμών, ενδιάμεση μεταξύ εμβρύου και τέλειου ατόμου, συνήθως ενήλικου στα περισσότερα ασπόνδυλα ζώα και σε πολλά κατώτερα σπονδυλόζωα
    676 bytes (50 words) - 12:22, 29 September 2017
  • ) πώληση αγαθών, συνήθως μικρής ποσότητας, και υπηρεσιών στους καταναλωτές στ) «πώληση χονδρική» (οικον.) πώληση εμπορευμάτων, συνήθως σε μεγάλες ποσότητες
    5 KB (368 words) - 12:25, 29 September 2017
  • το / ποίμνιον, ΝΜΑ ποίμνη 1. πλήθος από ζώα, συνήθως αιγοπρόβατα και βοοειδή, που ζουν μαζί, ποίμνη, αγέλη, κοπάδι 2. μτφ. το σύνολο τών χριστιανών νεοελλ
    542 bytes (47 words) - 12:19, 29 September 2017
  • θύσανος από φτερά, τρίχες ή νήματα στο πηλήκιο ορισμένων, στρατιωτικών συνήθως, στολών. [ΕΤΥΜΟΛ. < λόφιον, υποκορ. του λόφος «λοφίο (πτηνού)»]. * Αναζήτηση
    989 bytes (73 words) - 07:34, 29 September 2017
  • κυριότερο ο χαρακτήρας του» 2. εκφέρεται μόνος του με επιρρηματική σημασία συνήθως ως απάντηση σε ερώτηση και σημαίνει «βέβαια», «αναμφισβήτητα», «αναντίρρητα»
    11 KB (864 words) - 23:10, 29 December 2020
  • κατακρημνίσματος υπό μορφή σκληρών κόκκων πάγου, του οποίου η πτώση συνοδεύει συνήθως τις καταιγίδες. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    344 bytes (32 words) - 12:54, 29 September 2017
  • οικονομικών («πρώτος λόρδος του θησαυροφυλακίου» — τίτλος ο οποίος δίνεται συνήθως στον πρωθυπουργό στην Αγγλία). * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    608 bytes (46 words) - 07:17, 29 September 2017
  • κινήσεων») 4. τα οπίσθια, η πυγή, ο πρωκτός νεοελλ. 1. κάθισμα πάνω σε βάθρο συνήθως με γραφείο («έδρα καθηγητή, δασκάλου») 2. θέση, αξίωμα καθηγητή ανώτερης
    3 KB (202 words) - 22:03, 29 December 2020
  • «αδελφά πλοία» — πλοία που έχουν ναυπηγηθεί με τις ίδιες προδιαγραφές, έχουν συνήθως τα ίδια χαρακτηριστικά, όπως μήκος, πλάτος, βύθισμα, ταχύτητα, μεταφορική
    13 KB (1,115 words) - 17:25, 4 May 2022
  • φρούτο») 3. φρ. «τί φρούτο είναι πάλι αυτό;» ειρων. δηλώνει δυσάρεστη, συνήθως, έκπληξη μπροστά σε κάτι απροσδόκητο που προκύπτει. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. frutto
    635 bytes (43 words) - 12:54, 29 September 2017
  • το σχολιασμός, συνήθως κακόβουλος, πράξεων ή υποθέσεων τρίτων. [ΕΤΥΜΟΛ. Υποχωρητ. παρ. του ρ. κουτσομπολιάζω]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    282 bytes (23 words) - 07:25, 29 September 2017
  • συνολικά γ) «ὡς ἐπὶ τὸ πλῆθος» ή «ὡς κατὰ τὸ πλῆθος» — ως επί το πλείστον, συνήθως. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. έχει σχηματιστεί από το θ. πλη- του πίμ-πλη-μι και εμφανίζει
    3 KB (277 words) - 12:15, 28 March 2021
  • οἰκεῖος, γνώριμος. συνήθης. be intimate with: P. γνωρίμως ἔχειν (dat.), συνήθως ἔχειν (dat.), χρῆσθαι (dat.). Use adj. hint: P. παραδηλοῦν, ὑποσημαίνειν;
    533 bytes (42 words) - 08:50, 10 December 2020
  • από αυτό που της έκανα») 2. σέβομαι κάποιον, αισθάνομαι δέος για κάποιον, συνήθως μεγαλύτερο σε ηλικία ή ανώτερο σε αξίωμα («ντρέπομαι τον πατέρα μου») 3
    1 KB (78 words) - 12:03, 29 September 2017
  • το (Α αἴνιγμα) 1. φράση, στίχος ή δίστιχο που συνήθως καλύπτει με περιφράσεις και παρομοιώσεις κάποια έννοια, την οποία καλείται κάποιος να ανακαλύψει
    1 KB (74 words) - 22:05, 29 December 2020
  • απειλητικά προμηνύματα 4. φρ. «πάει σύννεφο» (ιδιωμ.) λέγεται για κάτι, συνήθως αρνητικό, που υπάρχει ή γίνεται καθ' υπερβολήν (α. «η χαζομάρα πάει σύννεφο»
    982 bytes (75 words) - 12:46, 29 September 2017
  • λέξη δήλωνε τον ταξιδιώτη, αργότερα αυτόν που εμπορεύεται ταξιδεύοντας συνήθως μέσω θαλάσσης και, τέλος, μετέπεσε στη γενικότερη σημασία «έμπορος». ΠΑΡ
    4 KB (200 words) - 22:05, 29 December 2020
  • εργαλείο πολλαπλών χρήσεων και διαφόρων μεγεθών αποτελούμενο από μεταλλική συνήθως, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις και από ξύλινη, κεφαλή και μεταλλική ή ξύλινη
    1 KB (93 words) - 12:52, 29 September 2017
  • το, Ν 1. κλασματικό μέρος ποσού που ορίζεται συνήθως σε εκατοστά ή χιλιοστά (α. «είναι μεγάλο το ποσοστό τών ανέργων» β. «η ανεργία ανέβηκε σε μεγάλα ποσοστά»
    868 bytes (70 words) - 12:20, 29 September 2017
  • στον αργαλειό, ο υφασμένος 2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα υφαντά υφάσματα, συνήθως χοντρά, που έχουν σχέδια ενυφασμένα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    447 bytes (45 words) - 12:55, 29 September 2017
  • το / φέρετρον, ΝΑ, και φέρεθρον και συγκεκομμένος τ. φέρτρον Α ξύλινο συνήθως κιβώτιο στο οποίο τοποθετείται ο νεκρός για να μεταφερθεί στον χώρο ταφής
    730 bytes (61 words) - 13:00, 29 September 2017
  • σχηματίζει κεφαλή και χρησιμοποιείται για πρόχειρη ένωση διαφόρων αντικειμένων, συνήθως κομματιών υφάσματος 2. γυναικείο κόσμημα που προσαρμόζεται στο ένδυμα. [ΕΤΥΜΟΛ
    683 bytes (47 words) - 07:21, 29 September 2017
  • μαζί με κάτι άλλο, συνδυάζω στενά 2. κάνω κάποιον να αναμιχθεί σε κάτι, συνήθως δυσάρεστο ή επικίνδυνο («τον ενέπλεξε σε περιπέτειες», «τους έκανε να εμπλακούν
    941 bytes (71 words) - 06:29, 29 September 2017
  • habituellement, selon la coutume; 2 familièrement. Étymologie: συνήθης. συνηθῶς: 1) обыкновенно, по привычке, привычным образом, как обычно (παρακολουθεῖν
    555 bytes (40 words) - 11:15, 10 January 2019
  • γεράκιν) κοινή ονομασία αρπακτικών πουλιών της οικογένειας Falconidae με συνήθως μεγάλο στρογγυλό κεφάλι, μακριές μυτερές φτερούγες, μακριά μυτερή ουρά και
    1 KB (76 words) - 06:26, 29 September 2017
  • το (Α ἀνάκτορον) συνήθως στον πληθ. τα ανάκτορα βασιλική κατοικία, παλάτι νεοελλ. μέγαρο, πολυτελής κατοικία αρχ. κατοικία θεού, ναός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνάκτωρ
    621 bytes (34 words) - 06:53, 29 September 2017
  • η (Μ κουκούλα) κωνικό, συνήθως, κάλυμμα του κεφαλιού, κατσούλα νεοελλ. 1. κάθε κωνικό ή σφαιροειδές κατασκεύασμα από ύφασμα ή άλλο μαλακό υλικό που χρησιμοποιείται
    785 bytes (57 words) - 06:41, 29 September 2017
  • ο ασθενής αλλά δεν μπορεί να απαλλαγεί από αυτόν και ο οποίος αποτελεί συνήθως ουσιώδες σύμπτωμα φοβιακής νεύρωσης και σπανιότερα κατάθλιψης ή ψύχωσης
    980 bytes (74 words) - 12:51, 29 September 2017
  • η / ὑδρία, ΝΜΑ, και ιων. τ. ὑδρίη και δ. γρφ. ὑδρείη Α 1. αγγείο, συνήθως πήλινο, για την εναπόθεση και μεταφορά νερού, στάμνα 2. αρχαιολ. αγγείο για τη
    1 KB (110 words) - 12:44, 29 September 2017
  • μεταγενέστερη εποχή. Ο τ. αρνούμαι διαφέρει από το «ου φημι», γιατί χρησιμοποιείται συνήθως με συναισθηματική σημασία. Το νεοελλ. αρνιέμαι είναι μεταπλασμένος τ. του
    3 KB (177 words) - 16:25, 26 March 2021
  • καθαρός, σαφής, ισορροπημένος λόγος δ) «ψιλή κουβέντα» — συνεχής συνομιλία, συνήθως χωρίς σοβαρό περιεχόμενο. [ΕΤΥΜΟΛ. < μσν. κομβέντος < λατ. conventus «συνέλευση»
    1 KB (93 words) - 07:25, 29 September 2017
  • (AM δυσφημῶ, -έω) κακολογώ, διαδίδω πληροφορίες, συνήθως ανυπόστατες, με σκοπό να βλάψω την υπόληψη κάποιου («τὶ μὲ δυσφημεῑς», Ευρ. Εκ.) αρχ. λέω κακές
    461 bytes (40 words) - 19:50, 13 June 2022
  • «στολίδι τών βασιλέων» (Ιλ. Δ 144) ή «προσφορά προς τους θεούς» χρυσού συνήθως ή υφασμάτων. Στον Ηρόδοτο και στους Αττικούς συγγραφείς σημαίνει «ομοίωμα
    3 KB (170 words) - 21:50, 29 December 2020
  • ο, θηλ. κουτσομπόλα αυτός που συζητά και επικρίνει ή διαδίδει, συνήθως κακόβουλα, υποθέσεις τρίτων. [ΕΤΥΜΟΛ. Υποχωρ. παρ. του ρ. κουτσομπολιάζω]. * Αναζήτηση
    336 bytes (29 words) - 07:26, 29 September 2017
  • φρ. «ο απόδημος ελληνισμός». [ΕΤΥΜΟΛ. < απο- + δήμος «εδαφική περιοχή, συνήθως για να δηλώσει τον τόπο καταγωγής κάποιου»]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    580 bytes (43 words) - 06:26, 29 September 2017
  • η (AM ἐπιστολή) επιστέλλω γραπτή ανακοίνωση ή μήνυμα, συνήθως σε τυποποιημένο φύλλο χαρτιού, που αποστέλλεται ή επιδίδεται μέσα σε φάκελο νεοελλ. φρ. 1
    2 KB (168 words) - 07:12, 29 September 2017
  • αμφισβητώ 3. αρνούμαι, απορρίπτω 4. απαντώ αρχ.-μσν. τα αντιλεγόμενα 1. (συνήθως για βιβλία) τα αμφισβητούμενα, εκείνα των οποίων η γνησιότητα δεν είναι
    1 KB (80 words) - 06:56, 29 September 2017
  • ν) < gwā- (του ρ. βαίνω) + (επίθημα) -μα. Στην Αρχαία χρησιμοποιούνταν συνήθως με τη σημ. «βήμα (ρήτορα)» και αναφερόταν, κατά κύριο λόγο, στην Πνύκα.
    3 KB (182 words) - 08:28, 23 August 2021
  • ρίζας ενός δεδομένου αριθμού στ) «ελεύθερες ρίζες» χημ. συμπλέγματα ατόμων, συνήθως τμήματα μορίων, τα οποία περιλαμβάνουν ένα τουλάχιστον ασύζευκτο ηλεκτρόνιο
    8 KB (548 words) - 16:10, 8 May 2022
  • το (AM γαστρίον) γαστήρ νεοελλ. γλαστράκι, συνήθως σταμνί του οποίου έσπασε το επάνω μέρος μσν. κάθε μεταλλικό έλασμα πανοπλίας στο μέρος της κοιλιάς
    495 bytes (40 words) - 06:26, 29 September 2017
  • το 1. κορμός δένδρου κομμένος ή κλαδεμένος 2. χοντρό ξύλο που χρησιμεύει συνήθως ως καυσόξυλο 3. κορμός αμπελιού 4. κομμάτι χοντρού κορμού πάνω στο οποίο
    1 KB (82 words) - 07:25, 29 September 2017
  • ῥίψωμεν», Ιωάν. Χρυσ.) 7. φρ. «ρίχνω λόγο» και «ρίπτω λόγους» — εκφέρω, συνήθως απρόσμενα, μια γνώμη, διατυπώνω μια πρόταση (α. «μού ριξε μια κουβέντα»
    12 KB (887 words) - 19:20, 6 August 2022
  • ο (ΑΜ ἱστός) 1. μακρύ, κυλινδρικό συνήθως, δοκάρι, κάθετο στον διαμήκη άξονα του πλοίου, πάνω στο οποίο είναι αναρτημένα τα πανιά, κατάρτι, άρμπουρο 2
    4 KB (270 words) - 10:05, 23 August 2021
  • η (AM -ις) διατυπώ έκφραση διανοήματος νεοελλ.-μσν. συνήθως στον πληθ. διατυπώσεις τυπικές πράξεις που τηρούνται υποχρεωτικά για να ενισχύσουν το κύρος
    2 KB (113 words) - 18:06, 26 March 2021
  • να αιφνιδιάσουν τους αντιπάλους 2. φυσ. θέση στο εσωτερικό ενός στερεού, συνήθως ημιαγωγού, η οποία εμποδίζει την κίνηση τών φορέων του ηλεκτρικού ρεύματος
    2 KB (182 words) - 12:04, 29 September 2017
  • προσλαμβάνω οικοδόμους για να κτίσω κάτι («τὰ τείχη οἰκοδομησαμένων», Θουκ.) β) (συνήθως με κακή έννοια) παίρνω θάρρος, παρακινούμαι, συνηθίζω («οἰκοδομηθήσεται
    2 KB (123 words) - 15:50, 25 July 2021
  • ὑποβαστάζει τὴν κεφαλήν», Σχόλ. Νικ. Θηρ.) νεοελλ. συγκρατώ, στηρίζω κάποιον, συνήθως από τις μασχάλες, για να μην πέσει. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- + βαστάζω «βαστώ,
    721 bytes (50 words) - 12:56, 29 September 2017
  • και περβόλι, το / περιβόλι(ο)ν, ΝΜ περιφραγμένη συνήθως έκταση γης στην οποία καλλιεργούνται άνθη, λαχανικά, οπωροφόρα κ.ά. δένδρα νεοελλ. 1. μτφ. φρ.
    1 KB (84 words) - 12:16, 29 September 2017
  • καιρός πουλεί τα λάχανα κι η ακρίβεια τ' αγοράζει» (για κάτι που είναι συνήθως φτηνό, αλλά γίνεται δαπανηρό λόγω της έλλειψης). [ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ < αρχ. ἀκρίβεια
    4 KB (268 words) - 14:20, 27 March 2021
  • παντοδαπός, ποδαπός, ἡ(ὑ)μεδαπός. Το επίθημα -δαπὸς είναι άγνωστης ετυμολογίας. Συνήθως ο τ. εξηγείται < ουδ. ἀλλοδ- (πρβλ. λατ. aliud) + -απὸς < ΙΕ -nkwos, αντίστοιχο
    1 KB (84 words) - 23:20, 29 December 2020
  • Η αφηρημένη σημασία του θεωρώ διατηρείται εν μέρει, το ρ. όμως σημαίνει συνήθως «βλέπω, παρατηρώ»]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    1 KB (106 words) - 07:18, 29 September 2017
  • ονομασία διεθνών συνόδων τών αντιπροσώπων διαφόρων κρατών, που συγκαλούνται συνήθως για τη σύναψη συνθηκών ειρήνης 4. το σύνολο τών μελών συνεδρίου («το συνέδριο
    6 KB (452 words) - 12:40, 29 September 2017
  • κυνηγεύω και κυνηγεύγω) κυνηγός 1. συλλαμβάνω και φονεύω πουλιά ή άλλα ζώα, συνήθως με τη βοήθεια κυνηγόσκυλου, επιδίδομαι στο κυνήγι πτηνών ή άλλων ζώων 2
    2 KB (195 words) - 07:26, 29 September 2017
  • γης προς καλλιέργεια ετήσιων φυτών και μάλιστα δημητριακών (στους αρχ. συνήθως στον πληθ.) 2. στον πληθ. οι αγροί εκτάσεις γης έξω από την πόλη, η εξοχή
    3 KB (158 words) - 22:35, 29 December 2020
  • του Ηλίου β) «αιωρούμενη σταγόνα» (μικρβλ.) σταγόνα υγρού του οργανισμού, συνήθως του αίματος, που προορίζεται για μικροσκοπική εξέταση γ) «σταγόνα στον ωκεανό»
    3 KB (190 words) - 12:31, 29 September 2017
  • το, Ν (οικον.) μορφή χρήματος, από ειδικής ποιότητας χαρτί, συνήθως μεγαλύτερης αξίας από τα κέρματα, με την οποία καλύπτεται ο κύριος όγκος της νομισματικής
    691 bytes (50 words) - 12:49, 29 September 2017
  • ἐπισυνάπτω) συνάπτω προσθέτω, συνάπτω σε κάτι νεοελλ. 1. συνδέω, προσαρτώ (και συνήθως κλείνω στον ίδιο φάκελο) έγγραφο, επιταγή, σημείωμα, σχέδιο κ.λπ. σε επιστολή
    887 bytes (65 words) - 07:12, 29 September 2017
  • το συνήθως στον πληθυντικό τα αιμοσφαίρια έμμορφα στοιχεία του αίματος που διακρίνονται σε ερυθρά αιμοσφαίρια ή ερυθροκύτταρα και σε λευκά αιμοσφαίρια
    355 bytes (32 words) - 06:34, 29 September 2017
  • η (AM αὐλή) 1. ανοιχτός χώρος, συνήθως περιφραγμένος, μπροστά ή γύρω από σπίτι ή άλλο κτήριο 2. μάντρα («Χαῑρε αὐλή λογικῶν προβάτων» — για τη Θεοτόκο)
    3 KB (205 words) - 06:23, 29 September 2017
  • μηνοειδής, συνήθως, υμένας που προσφύεται στο χείλος του έξω στομίου του κολεού παρθένας γυναίκας και το στενώνει και ο οποίος ρήγνυται συνήθως μετά την
    4 KB (308 words) - 12:55, 29 September 2017
  • / ῥίνισμα, ΝΜΑ ῥινίζω το ψήγμα, το απόξεσμα που πέφτει από σκληρό σώμα, συνήθως μέταλλο, την ώρα που ρινίζεται, που αποξέεται με τη λίμα («ρινίσματα σιδήρου»)
    453 bytes (42 words) - 12:26, 29 September 2017
  • παρελθόντος κάποιου («πες μας την ιστορία σου») 5. γεγονός, πρόβλημα, υπόθεση συνήθως δυσάρεστη και ενοχλητική (α. «είναι παλιά ιστορία» β. «μού δημιουργεί κάθε
    4 KB (246 words) - 07:19, 29 September 2017
  • βοήθεια β) «γλιστράει η γλώσσα του» — για άνθρωπο που εύκολα εκφράζεται συνήθως για κακό γ) «γλιστράει σαν χέλι» — για άνθρωπο πονηρό, που κατορθώνει να
    3 KB (182 words) - 08:30, 23 August 2021
  • ξενοδόχος νεοελλ. 1. κτήριο ή κτηριακό συγκρότημα που παρέχει κατάλυμα και, συνήθως, τροφή στο κοινό έναντι πληρωμής 2. εστιατόριο 3. φρ. «αλυσίδα ξενοδοχείων»
    707 bytes (55 words) - 12:06, 29 September 2017
  • σε ένδειξη τιμής και ευγνωμοσύνης νεοελλ. 1. προσφέρω σε κάποιον κάτι (συνήθως έργο δικό μου) σε ένδειξη σεβασμού ή αγάπης 2. αφιερώνομαι (ή αφιερώνω τον
    2 KB (125 words) - 18:20, 24 October 2020

View (previous 100 | next 100) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)