Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἁρμόδιος" on this wiki. See also the other search results found.

  • A.D.). ἁρμόδιος: -α, -ον, (ἁρμόζω) ὁ ἁρμόζων, προσαρμοζόμενος, πολλοῖς ἀνθρώπων γλώσσῃ θύραι οὐκ ἐπίκεινται ἁρμόδιαι Θέογν. 422. ΙΙ. ἁρμόδιος, ἀνάλογος
    6 KB (476 words) - 15:25, 8 July 2020
  • Ἁρμόδιος: ὁ Гармодий (соучастник Аристогитона в убийстве Гиппарха) Her.
    155 bytes (9 words) - 17:14, 31 December 2018
  • -α, -ο (AM ἁρμόδιος, -ία, -ιον) ο κατάλληλος, ο υπεύθυνος ή ο ειδικός σε ένα θέμα αρχ. ο ταιριαστός. [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. μεταρρηματικός σχηματισμός < (θ.) αρμοδ-
    503 bytes (39 words) - 11:02, 23 December 2018
  • ἐντάξιος, ἁρμοστός, ἐμμελής, ἁρμόδιος, ἐναίσιος, ἐγχωρέω, διάφορος, ἔγκαιρος, ἄρσιος, ἁρμόνιος, γνήσιος, ἐναίσιμος
    280 bytes (12 words) - 06:51, 22 August 2017
  • ἀποδεκτός, ἀπολαυστός, ἀγανός, ἐμμελής, δεκτός, ἁρμόδιος, ἑδανός, γλυκύς, ἀρέσκω, ἀρεστός, ἀμισής, ἄφορτος, ἀρατός, ἀσπάσιος
    306 bytes (14 words) - 06:51, 22 August 2017
  • ἐντάξιος, ἄρτιος, ἐμμελής, ἁρμόδιος, διάφορος, δέω, ἀνάλογος, γνήσιος, ἐμπρεπής
    200 bytes (9 words) - 06:55, 22 August 2017
  • ἁρμοστός, ἀμφιδέξιος, ἁρμόδιος, ἐγχωρέω, ἐναίσιμος, ἐμπρεπής
    156 bytes (6 words) - 06:54, 22 August 2017
  • Nbf. zu grate (w. s.) = ἡδέως, Gloss. II, 35, 51. ἀποδεκτός, ἀγανός, ἁρμόδιος, γλυκύς, ἀκραής, ἀρεστός, ἐνήδονος, ἀσμενιστός, ἀσπαστός
    311 bytes (21 words) - 07:08, 22 August 2017
  • ἐμμελής, ἁρμόδιος, ἀραρότως, ἀναλογούντως
    112 bytes (4 words) - 06:50, 22 August 2017
  • ἁρμόδιος, ἔνδικος, ἀνεπαίσχυντος
    91 bytes (3 words) - 07:00, 22 August 2017
  • Ἁρμόδιος, ὁ. Harmŏdĭus: ĭi, m., = Ἁρμόδιος, I a famous Athenian, murderer of Hipparchus, Cic. Tusc. 1, 49, 116; Plin. 7, 23, 23, § 87; Gell. 9, 2. Look
    640 bytes (93 words) - 18:38, 19 May 2020
  • για τον οποίο φροντίζει κανείς («ἀλλὰ οἱ τοῦτ’ ἧν ἐπιμελές», Ηρόδ.) 2. αρμόδιος, πρόσφορος, κατάλληλος 3. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἐπιμελές η προσοχή, η περιέργεια
    866 bytes (69 words) - 12:20, 15 February 2019
  • ο (θηλ. επιμελήτρια) (AM ἐπιμελητής) επιμελούμαι ο αρμόδιος για την επιμέλεια, την επιστασία (α. «επιμελητής αρχαιοτήτων» β. «τῶν τῆς πόλεώς εἰμ’ ἐπιμελητὴς
    2 KB (115 words) - 07:11, 29 September 2017
  • 22, 9. κατάλληλος: -ον, ὁ κείμενος ἀπέναντι τοῦ ἄλλου, ἀντίστοιχος, ἀρμόδιος, πόροι «(ἀντιτιθέμενοι τοῖς παραλλάττουσιν) Ἀριστ. Προβλ. 11. 58, 3, πρβλ
    7 KB (530 words) - 18:15, 7 July 2020
  • ἔγκαιρος, -ον) 1. αυτός που γίνεται στον κατάλληλο χρόνο, επίκαιρος 2. αρμόδιος, κατάλληλος μσν.- νεοελλ. (για καρπούς) 1. ώριμος, γινωμένος 2. φρέσκος
    461 bytes (38 words) - 06:28, 29 September 2017
  • λύραν ἐπίτειν' ἕως ἂν ἁρμόσῃ Macho 2.9. [Seite 355] (ἄρω, ἅρμα, ἁρμός, ἁρμόδιος), attisch praes. meist ἁρμόττω; fügen, ordnen, passen. – Hom. viermal:
    53 KB (4,950 words) - 15:25, 8 July 2020
  • μέτρα καὶ ῥυθμοὺς ἐναρμόσασα», Πλούτ.) 3. φρ. «ἐφαρμόζω ἐπί τινος» — είμαι αρμόδιος, σχετικός με κάτι 4. παθ. ἐφαρμόζομαι (για γεωμετρικά σχήματα) συνταυτίζομαι
    3 KB (183 words) - 12:26, 15 February 2019
  • führend, dah. zweckmäßig, τέλος σκοπιμώτατον, Sp. σκόπιμος: -ον, (σκοπὸς) ὁ ἁρμόδιος πρός τινα σκοπόν, Εὐστ. Πονημάτ. 13. 28, κτλ. -η, -ο / σκόπιμος, -ον
    2 KB (132 words) - 12:10, 1 July 2020
  • ἐργαζόμενος, «μαστορικά», Ἀνθ. Π. 1. 106· ― ὡσαύτως σοφουργικός, ή, όν, ἁρμόδιος πρὸς τοῦτο, Ἐκκλ. -όν, Α αυτός που εργάζεται επιδέξια, με μαστοριά («τοῡ
    841 bytes (55 words) - 06:08, 31 December 2018
  • Sch.), Pl. 150, 1067, Lys.1.12, X. Cyr.5.2.28, etc. :—Pass., πειραθεὶς ὁ Ἁρμόδιος ὑπὸ Ἱππάρχου Th.6.54, cf. Pl. Phdr.227c ; v. infr. B. IV, cf. πεῖρα 11
    55 KB (5,757 words) - 11:50, 8 July 2020
  • κοσμεῖν… οἰκοδομήμασιν εὐπρεπέστερα Πλάτ. Νόμ. 761C. 2) ἀρμόζων, πρέπων, ἁρμόδιος, ἄνδρα δ’ εὐπρεπέστερον (δηλ. ἐξελθεῖν ἐστι) Αἰσχύλ. Χο. 664, κτλ.· οὐ
    10 KB (798 words) - 08:45, 8 July 2020
  • ο, Ν εισπράκτορας αρμόδιος να εισπράττει δημόσιους φόρους ή δημοτικά τέλη. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    170 bytes (20 words) - 12:56, 29 September 2017
  • ο (Α ἐλεγκτής) νεοελλ. υπάλληλος αρμόδιος να ελέγχει τη διαχείριση, τα πεπραγμένα άλλων υπαλλήλων («εφορειακός ελεγκτής, τελωνειακός κ.λπ.») αρχ. ο ελεγκτήρ
    363 bytes (31 words) - 07:08, 29 September 2017
  • sufficiency, παίδων Id.Lg.930c. ἱκανότης: -ητος, ἡ, τὸ νὰ εἶναί τις ἱκανός, ἁρμόδιος, πρόσφορος, Πλάτ. Λῦσ. 215Α. ΙΙ. ἐπάρκεια, ἐπαρκὴς ἀριθμός, παίδων δὲ ἱκανότης
    3 KB (235 words) - 15:18, 1 July 2020
  • πιλημάτων ἢ πίλων, ὁ αὐτ. Α΄, 171· ― πιλοποιϊκὸς καὶ -ποιητικός, ή, όν, ἁρμόδιος πρὸς πιλοποιίαν, ὕδωρ Γαλην.· ἡ πιλοποιητική, ἡ τέχνη τοῦ πιλοποιοῦ, Πολυδ
    1 KB (74 words) - 20:55, 7 July 2020
  • u. Sp., wie Plut.; τινός, Arist. probl. 11, 39. ῥυπτικός: -ή, -όν, ὁ ἁρμόδιος πρὸς κάθαρσιν ἀπὸ ῥύπου, ἀπὸ ἀκαθαρσίας, ῥυπτικωτάτη κόνις Πλούτ. 2. 697Α·
    3 KB (228 words) - 15:47, 1 July 2020
  • ; ἡ -κή (sc. τέχνη), magical art, Poll.7.209. μαγγᾰνευτικός: -ή, -όν, ἁρμόδιος πρὸς μαγγανείαν, κτλ.· ἡ -κὴ (ἐνν. τέχνη), γοητεία, ταχυδακτυλουργική,
    1 KB (91 words) - 09:30, 8 July 2020
  • -ή, -ό (AM ἑρμηνευτικός, -ή, -όν) ερμηνευτής 1. αυτός που ερμηνεύει ο αρμόδιος για ερμηνεία («ερμηνευτικά σχόλια») 2. φρ. «ερμηνευτική δύναμη» — η δύναμη
    855 bytes (67 words) - 07:13, 29 September 2017
  • Sp., wie Plut. u. oft S. Emp. πληκτικός: -ή, -όν, (πλήσσω) ὁ ἀνήκων ἢ ἁρμόδιος εἰς πλῆξιν ἢ κτύπημα, πλ. θήρα, ἡ διὰ κάμακος ἁλιεία, Πλάτ. Σοφ. 200C·
    7 KB (519 words) - 15:30, 2 July 2020
  •    A v.l. for ἀγωνιστικός, D.H.Rh.6.6. ἀγωνικός: -ή, -όν, ὁ εἰς ἀγῶνα ἁρμόδιος ἢ ἐπιτήδειος, Διον. Ἁλικ. ῥητ. 6. -ή, -όν • Alolema(s): ἀγονιϙóς Graff
    1 KB (102 words) - 11:46, 21 August 2017
  • ευτρεπίζω μσν. μέσ. εὐπρεπίζομαι 1. είμαι προικισμένος με κάτι 2. είμαι αρμόδιος, κατάλληλος αρχ. παθ. είμαι δεκτός, ευπρόσδεκτος. Αναζήτηση σε: Google
    516 bytes (35 words) - 06:39, 29 September 2017
  • παρασκευάζω, ετοιμάζω 5. κάνω κάτι σύμφωνα με την προτίμηση κάποιου 6. είμαι αρμόδιος, κατάλληλος, έτοιμος, ευχάριστος II. (μτχ.) ἀρηρώς κ. ἀραρώς, -υῑα, -ός
    2 KB (137 words) - 10:50, 23 December 2018
  • ἠθικαί, Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 2. 7, 16. 2) λογικός, εὔλογος, Πολύβ. 25. 9, 2. 3) ἁρμόδιος εἰς λογικὴν σκέψιν ἢ συζήτησιν, οἱ λ. διάλογοι, τοῦ Πλάτωνος, οἷοι ὁ Θεαίτητος
    12 KB (1,083 words) - 09:10, 8 July 2020
  • zum Wiederherstellen geschickt. ἀνασκευαστικός: -ή, -όν, ὁ κατάλληλος ἢ ἁρμόδιος πρὸς ἀνασκευὴν ἢ ἀναίρεσιν, ἐν τῇ λογικῇ, ἀνασκευαστικοὶ τόποι Ἀριστ. Τοπ
    3 KB (219 words) - 14:05, 5 July 2020
  • 1220, ἴδε ἐν λέξ. βορά. ΙV. ἀντίθετ. τῷ ξένος, ὁ πρέπων εἴς τι πρᾶγμα, ἁρμόδιος, κατάλληλος, πρόσφορος, οὔτε ... καλὸν οὐδὲν οὐδ’ οἰκήιον Ἡρόδ. 3. 81,
    37 KB (3,279 words) - 10:00, 8 July 2020
  • – Auch adv., Rhett. θετικός: -ή, -όν, ἔχων ἱκανότητα εἰς τὸ τιθέναι, ἁρμόδιος εἰς τὸ θέτειν, ὀνομάτων θ., εὐφυὴς εἰς τὸ δίδειν ὀνόματα, Διον. Ἁλ. π.
    10 KB (744 words) - 08:45, 8 July 2020
  • ineptus, Θεοφρ. Χαρ. 12· ἀκ. καὶ λάλος, Ἀλκίφρ. 3. 62. 2) μετ᾿ ἀπαρ., οὐχὶ ἁρμόδιος ὅπως πράξῃ τι, Ξεν. Ἱππαρχ. 7. 6, κατὰ συγκρ. ος, ον : 1 qui vient ou
    10 KB (856 words) - 15:15, 4 July 2020
  • ἁρμόδιος
    37 bytes (1 word) - 06:48, 22 August 2017
  • Theophr., Diosc. χᾰρᾰκίας: -ου, ὁ, (χάραξ) ὁ ἀνήκων ἢ ἁρμόζων εἰς χάρακα, ἁρμόδιος εἰς κατασκευὴν χαρακώματος, εἶδος καλάμου, Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 4. 11. 1
    2 KB (170 words) - 13:45, 8 July 2020
  • Füttern, Mästen gehörig, geschickt (?). χορταστικός: -ή, -όν, (χορτάζω) ἁρμόδιος εἰς τὸ χορτάζειν, χορταστικὸς ὡς καὶ νῦν, ἴδε καπανικός. -ή, -ό / χορταστικός
    1 KB (70 words) - 17:40, 1 July 2020
  • δύνασθαι λοιδορούμενον φέρειν Φιλήμων ἐν «Ἐπιδικαζομένῳ» 1· - ἁρμόζων, ἁρμόδιος, εὐάρμοστος, πρόσφορος, κατάλληλος, Πλάτ. Νόμ. 729C. - Ἐπίρρ. -κῶς, κατὰ
    17 KB (1,475 words) - 09:45, 8 July 2020
  • attractions, SIG685.70 (Crete, ii B. C.). ἀποδεικτικός: -ή, -όν, κατάλληλος ἢ ἁρμόδιος πρὸς ἀπόδειξιν, ὁ ἀποδεικνύων, ὁ ἀποδεικτικὸς συλλογισμὸς Ἀριστ. Ἀναλυτ
    5 KB (415 words) - 12:30, 1 July 2020
  • εντεταλμένος να παραγγέλλει και να παρακολουθεί την εκκίνηση των δρομέων αρχ. ο αρμόδιος να εκσφενδονίζει στη μάχη πέτρες με ειδική μηχανή. Αναζήτηση σε: Google
    387 bytes (36 words) - 07:00, 29 September 2017
  • ως ουσ. τὸ ἐπιεικές α) επιείκεια, συγκαταβατικότητα β) αγαθότητα αρχ. 1. αρμόδιος, κατάλληλος («τύμβον δ’ οὐ μάλα πολλόν... ἀλλ’ ἐπιεικέα τοῖον», Ομ. Ιλ
    2 KB (161 words) - 06:41, 29 September 2017
  • 1272] trocknend, abmagernd, Arist. probl. 5, 40. ἰσχναντικός: -ή, -όν, ἁρμόδιος πρὸς ἴχνανσιν, Ἀριστ. πρβλ. 5. 40, 4. ἰσχναντικός, -ή, -όν (Α) ισχναίνω
    1 KB (62 words) - 15:40, 1 July 2020
  • B. οἶκος, K. S.; τὸ εὐκτήριον, Beifall, ibd. εὐκτήριος: -ον, ἀνήκων ἢ ἁρμόδιος εἰς προσευχήν, εὐκτήριος οἶκος Συλλ. Ἐπιγρ. 8638, Εὐσέβ. Π. 928Α, Βασίλ
    2 KB (168 words) - 14:10, 30 June 2020
  • προτρεπτικός entgeggstzt Rhett. gr. IV, 60. ἀποτρεπτικός: -ή, -όν, ἐπιτήδειος, ἢ ἁρμόδιος ὅπως ἀποτρέψῃ, τινὸς Διοσκ. 1. 89, Ψευδο-Λουκ. Φιλόπατρ. 8· ἀπ. εἶδος τῶν
    2 KB (209 words) - 14:55, 8 July 2020
  • Themist. – Adv., Aristaen. 1, 15. ἔγκαιρος: -ον, ὁ εἰς κατάλληλον καιρόν, ἁρμόδιος, Πλάτ. Πολιτ. 282Ε, Νόμ. 928Α. -ον • Grafía: en inscr. graf. ἐνκ- 1
    3 KB (269 words) - 09:50, 30 June 2020
  • 7, 10 Oec. 5, 10; Luc. u. a. Sp. πρεπώδης: -ες, (εἶδος) κατάλληλος, ἁρμόδιος, ἁρμόζων, ὡς ἡ μετοχ. πρέπων, Ἀριστοφ. Πλ. 793· μετὰ δοτ., αὐτόθι 797·
    3 KB (223 words) - 15:54, 4 July 2020
  • ἐπηβόλους», Αισχύλ. β. «οὐ γὰρ νηὸς ἐπήβολο γίγνομαι οὐδ' ἐρετάων», Ομ. Οδ.) 3. αρμόδιος, κατάλληλος αρχ. 1. ικανός, επιδέξιος 2. προσιτός, εκείνος τον οποίο μπορεί
    1 KB (70 words) - 06:38, 29 September 2017
  • ἐκπορίζεσθαι ἃ πρόσφορα ἦν Θουκ. 1. 125, πρβλ. 7. 62· ὅθεν, 2) κατάλληλος, ἁρμόδιος, ἄξιος, Πινδ. Ν. 3. 54., 8. 82, κτλ. (ἴδε ἐν λέξ. ἀνηγέομαι)· μετὰ δοτ
    15 KB (1,343 words) - 14:55, 4 July 2020
  • εμπειρογνώμων, ο, η πραγματογνώμων, ειδικός, που λόγω τών προσόντων του θεωρείται αρμόδιος να εκφέρει γνώμη για ειδικό ζήτημα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    278 bytes (29 words) - 06:29, 29 September 2017
  • διαιρετικῶς λέγειν, Plut. reip. ger. pr. 6. διαιρετικός: -ή, -όν, ὁ ἀνήκων ἢ ἁρμόδιος εἰς διαίρεσιν, ὃν δύναταί τις νὰ διαιρέσῃ, Πλάτ. Σοφ. 226C. 2) ἱκανὸς νὰ
    8 KB (670 words) - 17:11, 1 July 2020
  • φύλαξη δημόσιων εγγράφων μσν.-αρχ. δικαστικός υπάλληλος ο οποίος είναι αρμόδιος για τη σύνταξη τών συμβολαίων. [ΕΤΥΜΟΛ. < συμβόλαιο(ν) + -γράφος]. Αναζήτηση
    2 KB (124 words) - 19:55, 28 June 2020
  • ; – gedankenreich, Arist. poet. 24. διανοητικός: -ή, -όν, ὁ ἀνήκων ἢ ἁρμόδιος εἰς σκέψιν, τοῦ νοῦ, ἡ δ. κίνησις Πλάτ. Τιμ. 89Α· ἀρετὴ δ., ἀντίθ. τῷ ἠθική
    7 KB (615 words) - 22:40, 7 July 2020
  • Νόμ. 655Α, Κρατ. 405Α. ΙΙ. ἐπὶ ἀνθρώπων, ὁ καλῶς συμμορφούμενος εἴς τι, ἁρμόδιος, ἐπιτήδειος, πρὸς ἅπαντα Ἰσοκρ. 239C· εὐάρμ. ἑαυτὸν ἐν πᾶσι παρέχειν Πλάτ
    5 KB (380 words) - 23:05, 7 July 2020
  • ἀκόλουθος PLond.ined. 2089 (iii B.C.). ἡγεμονικός: -ή, -όν, ἀνήκων ἢ ἁρμόδιος εἰς ἡγεμόνα, ἕτοιμος, ἐπιτήδειος πρὸς ὁδηγίαν, πρὸς τι Ξεν. Ἀπομν. 2. 3
    7 KB (548 words) - 17:10, 8 July 2020
  • ἐφαρμόσσειε, «εἰ ἐφαρμόζοιεν αὐτῷ τὰ ὅπλα» (Θ. Γαζῆς), Ἰλ. Τ. 385. 2) εἶμαι ἁρμόδιος ἢ δύναμαι νὰ προσαρμοσθῶ εἴς τι, τινι Ἀριστ. Ἀναλυτ. Ὕστ. 1. 32, 2, Πολιτικ
    14 KB (1,152 words) - 15:05, 7 July 2020
  • -α, -ο, Ν αρμόδιος ο μαζί με άλλον ή άλλους αρμόδιος («συναρμόδια υπουργεία»). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    343 bytes (44 words) - 12:39, 29 September 2017
  • Gemeinde sollen einen Eid leisten. γερούσιος: -α, -ον, ὁ προωρισμένος ἢ ἁρμόδιος διὰ τοὺς γέροντας, γ. οἶνος, ὃν πίνουσι μόνον οἱ ἀρχηγοί, Ἰλ. Δ. 259· γ
    4 KB (338 words) - 17:50, 30 June 2020
  • Ῥωμαίων, Plut. Pomp. 37; – auch adv., Plut. παροξυντικός: -ή, -όν, ὁ ἁρμόδιος εἰς τὸ προτρέπειν, παροτρύνει, εἴς τι Ξενοφ. Κύρ. 2. 4, 29· πρός τι Δημ
    5 KB (402 words) - 20:45, 7 July 2020
  • τινός, Sezt. Emp. adv. math. 8, 165. ἐκκαλυπτικός: -ή, -όν, κατάλληλος, ἁρμόδιος πρὸς ἐκκάλυψιν, μετὰ γεν., Σέξτ. Ἐμπ. 11. 2 101. ― Ἐπίρρ. -κῶς, αὐτόθι
    2 KB (135 words) - 18:25, 1 July 2020
  • Angemessene, der ἀκαιρία entgeggstzt, Plat. Polit. 305 d. ἐγκαιρία: ἡ, ἁρμόδιος καιρός, ἀντίθετον τῷ ἀκαιρία, Πλάτ. Πολιτ. 305D. -ας, ἡ • Alolema(s):
    1 KB (88 words) - 15:40, 8 July 2020
  • machen, Vitr.; vgl. Anthol. XIV, 139. γνωμονικός: -ή, -όν, (γνώμων Ι) ἁρμόδιος ὅπως παράσχῃ κρίσιν, Ξεν. Ἀπομν. 4. 2,10· πεπειραμένος, ἔμπειρος ἔν τινι
    6 KB (521 words) - 22:30, 7 July 2020
  • aus Daktylen bestehend, ῥυθμός Longin. δακτῠλικός: -ή, -όν, ὁ ἀνήκων ἢ ἁρμόδιος εἰς τὸν δάκτυλον, Λατ. digitalis· αὐλὸς δ., αὐλὸς ὃν ἔπαιζον διὰ τῶν δακτύλων
    5 KB (476 words) - 16:10, 30 June 2020
  • δικαιολογημένος, δίκαιος («ἀποτροπῆς πρόφασις εὔλογος», Θουκ.) αρχ. 1. αρμόδιος, κατάλληλος 2. αξιέπαινος, επαινετός («καὶ κατορθώσασι γὰρ εὔλογόν (ἐστι)»
    3 KB (176 words) - 06:42, 29 September 2017
  • 16· Ἰων. -εώτερος, -εώτατος, Ἡρόδ. 9. 2., 1. 110, κ. ἀλλ. (ἐπιτηδές): ― ἁρμόδιος, κατάλληλος, πρόσφορος, γῆ, χώρα Ἡρόδ. κλ. ‒― Σύνταξις: ἐπιτήδειος ἔς τι
    24 KB (2,152 words) - 16:25, 8 July 2020
  • πάντες ἐναίσιμοι ὄρνιθες αὐτόθι 182· ἰδίως ἐπὶ καλῆς σημασ., πρόσφορος, ἁρμόδιος, ἐπιτήδειος, Λατ. opportunus, ἐπὶ οἰωνῶν, ἐναίσιμα σήματα φαίνων, εὐσύμβολα
    13 KB (1,112 words) - 15:50, 8 July 2020
  • ἀνόητος καὶ φορτικός Plut. Alc. 3 l. φορτῐκός: -ή, -όν, (φόρτος)· ― κυρίως, ἁρμόδιος πρὸς μεταφορὰν φορτίων, πλοῖον φ., φορτηγόν, Δίων Κ. 56. 27. ― Ὁ Πολυδ
    15 KB (1,256 words) - 13:05, 8 July 2020
  • ἀλλήλοις περὶ ἀνδραγαθίας ἀντεποιοῦντο X.An.5.2.11, ὁ Ἀριστογείτων ἐκεῖνος καὶ Ἁρμόδιος οὐ διὰ τὸ γένος ἐτιμήθησαν ἀλλὰ διὰ τὴν ἀνδραγαθίαν Is.5.47, ἐν δὲ κινδύνοις
    5 KB (469 words) - 15:33, 4 July 2020
  • onis, Akk. onem u. ona, m. (Ἀριστογείτων), I) ein Athener, mit Harmodius (Ἁρμόδιος) Mörder des Pisistratiden Hipparchus, als Urheber der demokratischen Freiheit
    897 bytes (109 words) - 09:07, 15 August 2017
  • [Seite 743] ή, όν, einführend, Clem. Al. εἰσηγητικός: ἁρμόδιος εἰς εἰσήγησις, τινὸς Κλήμ. Ἀλ. 22. -ή, -όν inductor εἰ. τρόπος ἀπάτης Clem.Al.Prot.2
    872 bytes (72 words) - 07:06, 29 September 2017
  • scherzweis, scherzhaft, Sp. παικτός: -ή, -όν, πρὸς ὃν δύναταί τις νὰ παίξῃ, ἁρμόδιος πρὸς εὐθυμίαν καὶ παιγνίδια, Ἐκκλ. παικτός, -ή, -όν (ΑΜ) παίζω 1. αυτός
    906 bytes (75 words) - 12:12, 29 September 2017
  • γένοιντο ἐμμελέστεροι αὐτόθι 121Β· οὕτω, ἐμμελὴς πολιτεία Πλούτ. Πελοπ. 19. β) ἁρμόδιος, κατάλληλος, προσήκων, κριτὴς Πλάτ. Νόμ. 876D· ἐμμελὴς ἐπί τι Πλουτ. Λούκουλ
    20 KB (1,771 words) - 16:45, 8 July 2020
  • adv. avec de justes proportions, convenablement. Étymologie: ἁρμόδιος. ἁρμοδίως: надлежащим образом, справедливо (προσφιλῶς πᾶσι καὶ ἁ. ποιεῖσθαι τι
    312 bytes (19 words) - 17:12, 31 December 2018
  • [Seite 4] κύων, ὁ, zur Hasenjagd geeignet, Sp. λαγωϊκός: -ή, -όν, ἁρμόδιος πρὸς θήραν λαγωῶν, Achmes Ὀνειρ. 279. λαγωϊκός, -ή, -όν (Μ) λαγώς αυτός
    437 bytes (40 words) - 07:29, 29 September 2017
  • seeräuberisch, νῆες, Plut. Pomp. 45 u. a. Sp. πειρᾱτικός: -ή, -όν, ὁ ἁρμόδιος εἰς πειρατείαν, Ἀχιλλ. Τάτ. 2. 17· ὁ ἀνήκων εἰς πειρατάς, Πλουτ. Πομπ.
    4 KB (277 words) - 11:55, 8 July 2020
  • δημηγορία, rhet. 1, 1. – Adv., Poll. 4, 26. δημηγορικός: -ή, -όν, ὁ ἀνήκων ἢ ἁρμόδιος πρὸς δημοσίαν ἀγόρευσιν ἔχων τὴν πρὸς τοῦτο ἱκανότητα. Ξεν. Ἀπομν. 1. 2
    6 KB (522 words) - 22:42, 7 July 2020
  • - ἡ λεκτικὴ (δηλ. τέχνη), ἡ τέχνη τοῦ ὁμιλεῖν, Πλάτ. Πολιτικ. 305D. ΙΙ. ἁρμόδιος εἰς τὴν ὁμιλίαν, οἱ λ. τῶν λόγων, οἱ συντεταγμένοι εἰς κοινὸν τῆς συνηθείας
    6 KB (506 words) - 09:00, 8 July 2020
  • όν,    A for quarrying stones, σίδηρος D.S.3.12. λᾱτομικός: -ή, -όν, ἁρμόδιος πρὸς ἐξαγωγὴν λίθων, σίδηρος Διόδ. 3. 12. -ή, -ό (Α λατομικός, -ή, -όν)
    1 KB (63 words) - 10:50, 1 July 2020
  • προσήκοντα καιρὸν ἢ κατὰ τὴν προσήκουσαν ἐποχὴν φαινόμενος, ἄνθη Ἀλκίφρων 3. 16· ἁρμόδιος, κατάλληλος, πρόσφορος, χειμῶνος ὥρα ἦν, καὶ πῦρ ἐξέκαυσε τῇ ὥρᾳ σύγκαιρον
    2 KB (136 words) - 14:46, 1 July 2020
  • Benetzen, Anfeuchten geschickt, bei Ath. II, 59 b. ὑγραντικός: -ή, -όν, ἁρμόδιος πρὸς ὕγρανσιν, τῆς ἕξεως Δίφιλ. Βίον. παρ’ Ἀθην. 59Β, πρβλ. Κλήμ. Ἀλ. 215
    1 KB (75 words) - 15:45, 1 July 2020
  • ἑστιᾶν, hochzeitlich bewirthen, Eth. 4, 2. γαμικός: -ή, -όν, ὁ ἀνήκων ἢ ἁρμόδιος εἰς γάμον, νόμοι Πλάτ. Νόμ. 712Α · γ. ὁμιλία, ἡ σαρκικὴ μῖξις, Ἀριστ. Πολ
    8 KB (785 words) - 14:25, 4 July 2020
  • («ευάρμοστο ζεύγος νεονύμφων») αρχ. 1. αυτός που συμμορφώνεται εύκολα σε κάτι 2. αρμόδιος, επιτήδειος 3. το ουδ. ως ουσ. τὸ εὐάρμοστον η ευαρμοστία. επίρρ... ευαρμόστως
    1 KB (76 words) - 07:14, 29 September 2017
  • υπάλληλος, που εκτελεί βοηθητικές εργασίες α) «δικαστικός κλητήρας» — υπάλληλος αρμόδιος για την κοινοποίηση δημόσιων εγγράφων, δικογράφων, κλήσεων προς τους μάρτυρες
    2 KB (131 words) - 07:24, 29 September 2017
  • κολληθεὶς ὡς ὑπὸ τέκτονος, Σοφ. Τρ. 768. ΙΙ. μεταφ., καλῶς ἁρμοζόμενος, ἁρμόδιος, ὅπως ἂν ἀρτίκολλα συμβαίνῃ τάδε, ὅπως ἀποβαίνωσιν ἀκριβῶς ὅπως πρέπει
    5 KB (343 words) - 16:26, 1 July 2020
  • προσαρμοζόμενος, Ἥρων ἐν Ἀρχ. Μαθημ. σ. 116· κατά τι Πολύβ. 22. 11, 15· ἁρμόδιος, κατάλληλος, καί μοι λέγειν τοῦτ’ ἔστιν ἀρμοστόν Φιλήμ. Παρ’ Ἀθην. 569D
    3 KB (281 words) - 09:10, 30 June 2020
  • ὁ τοῦ αὐτοκράτορος, ὁ εἰς τὸν αὐτοκράτορα ἀνήκων, ἢ διὰ τὸν αὐτοκράτορα ἁρμόδιος, Διον. Ἁλ. 8. 59. 2) ἐλεύθερος, αὐτεξούσιος, Κλήμ. Ἀλ. 434. ‒ Ἐπίρρ. -κῶς
    3 KB (283 words) - 14:10, 4 July 2020
  • (ἐνν. τέχνη), κανόνες περὶ ὑγιεινῆς διαίτης, Ἱππ. 405. 42. ΙΙ. ὁ ἀνήκων ἢ ἁρμόδιος εἰς διαιτητήν· λόγος δ., κρίσις ὑπὸ διαιτητῶν, Στράβων 461. -ή, -όν 1
    4 KB (338 words) - 22:35, 7 July 2020
  • 3) ἀνημμένος, λαμπὰς Ἀνθ. Π. 6. 100˙ βωμὸς αὐτόθι 10. 7. ΙΙΙ. ὁ ἀνήκων ἢ ἁρμόδιος εἰς θυσίαν διὰ πυρός, ὀρθοστάται Εὐρ. Ἑλ. 547. 2) ὡς οὐσιαστ., ἔμπυρα (ἐνν
    18 KB (1,709 words) - 16:55, 8 July 2020
  • διατεθειμένος, ἔχων κλίσιν νά, ἐπίφορος ῥέπειν πρός τι Ἱππ. π. Ἄρθρ. 792· ἁρμόδιος, κατάλληλος, εἴς τι Λογγῖν. 5. 1· ἀπολ., λάγνος, ἀκόλαστος. Ἱππ. 1280.
    7 KB (584 words) - 16:05, 1 July 2020
  • αὐλητικός: -ή, -όν, (αὐλος) ὁ τοῦ αὐλοῦ, ὁ εἰς τὸν αὐλόν ἀνήκων, κατάλληλος ἤ ἁρμόδιος δι’ αὐλόν, ἤ αὐλητάς μέν οὐ νομίζει, αὐλητικά δέ πράγματα; Πλάτ. Ἀπολ.
    5 KB (521 words) - 22:10, 7 July 2020
  • ἡ ἐξέλκυσις αὐτῶν, Εὐστ. 464. 41· ἐπίθ. βελουλκικός, ή, όν, ὁ ἀνήκων ἢ ἁρμόδιος εἰς βελουλκίαν, Παῦλ. Αἰγ. 6. 88. -οῦ, ὁ 1 instrumento para la extracción
    2 KB (139 words) - 22:00, 7 July 2020
  • ο ειδικός γιατρός ή υπάλληλος αρμόδιος για τη διαπίστωση του θανάτου και τών αιτίων του μετά από εξωτερική νεκροψία του νεκρού, που εκδίδει και τη σχετική
    803 bytes (57 words) - 11:55, 29 September 2017
  • Θεογ. 593. πρβλ. Ruhnk. Ep. Cr. σ. 83. ΙΙ. χρήσιμος, ὠφέλιμος, πρόσφορος, ἁρμόδιος, κατάλληλος, καλός, μετὰ δοτικ., κούρῃ οὐ σύμφορός ἐστιν ἕκτη, ἡ ἕκτη ἡμέρα
    14 KB (1,379 words) - 16:10, 4 July 2020
  • ἐμπορικῶς, kaufmännisch, Strab. VIII p. 376. ἐμπορικός: -ή, -όν, ἀνήκων ἢ ἁρμόδιος εἰς ἐμπόριον, ὡς καὶ νῦν, οἶκος Στησίχ. 78˙ ἐμπ. τέχνη ἢ ἐμπορικὴ μόνον
    11 KB (1,157 words) - 15:50, 8 July 2020
  • 1050· εὐήρ. σκάφη Πλουτ. Ἀντών. 65: - καθόλου, εὐήρ. πρὸς τὴν χρείαν, ἁρμόδιος, ἁρμόζων..., Ἱππ. 19. 52· εὐ. τεύχη Χρησμ. παρὰ Παυσ. 4. 12, 4· εὐ. ἵππος
    5 KB (373 words) - 23:00, 7 July 2020
  • οὐδεὶς οὐδὲ ἱερεύσιμός ἐστι Plut. Symp. 8, 8, 3. θύσῐμος: -ον, (θύω) ἁρμόδιος εἰς θυσίαν, κτήνεα Ἡρόδ. 1. 50, Ἀριστοφ. Ἀχ. 784, κτλ. ος, ον : propre
    2 KB (176 words) - 09:00, 8 July 2020
  • καὶ προσφυέστερον αὐτόθι 67Α. ΙΙ. ὁ φυσικῶς ἀνήκων εἴς τινα, ἐκ φύσεως ἁρμόδιος ἢ κατάλληλος πρός τι, Πλάτ. Ἐπιστ. 344Α, Διον. Ἁλ. π. Θουκ. 5· μετ’ ἀπαρ
    9 KB (717 words) - 14:20, 4 July 2020
  • πραγματεία περὶ στρατηγίας, Διογ. Λ. 5. 80. ΙΙ. ἀπὶ προσώπων, ἐπιτήδειος ἢ ἁρμόδιος εἰς στρατηγίαν, πεπειραμένος εἰς τὸ στρατηγεῖν καὶ πεπαιδευμένος, Πλάτ
    13 KB (1,082 words) - 19:25, 7 July 2020

View (previous 100 | next 100) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)