Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ὡραία" on this wiki. See also the other search results found.

  • Jahreszeit, Frühling u. Sommer. vgl. ὡραῖος, B. A. 73. ὡραία: ἡ, ἴδε ὡραῖος Ι. 3. ας (ἡ) : v. ὡραῖος. ὡραία: ион. ὡραίη ἡ (sc. ὥρα) надлежащее (свое) время
    1 KB (76 words) - 08:24, 31 December 2018
  • ὡραία = the season for sailing ⇢ Look up "ἡ ὡραία" on Google | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient
    64 bytes (28 words) - 21:15, 3 July 2020
  • ἥβην ἦλθεν ὡραία γάμων», Ευρ.) β) εσχατόγηρος 6. αυτός που αρμόζει σε κάποιον (α. «βίος τε εὐκλεὴς καὶ θάνατος ὡραῑος», Ξεν. β. «ἔνθα... ὡραῑα ἐπετέλουν
    5 KB (404 words) - 14:35, 14 January 2019
  • ὡραῖα: τά сбор последнего урожая, сельскохозяйственные продукты Thuc., Xen., Plat.
    165 bytes (10 words) - 06:08, 31 December 2018
  • sailing: P. and V. πλοῦς, ὁ, V. εὔπλοια, ἡ. the season for sailing: P. ἡ ὡραία (Dem. 1292). prevention from sailing: P. and V. ἄπλοια, ἡ. when sailing was
    1 KB (119 words) - 08:50, 20 May 2020
  • ὡραία, Κυρηναῖοι, Hsch. Α (κατά τον Ησύχ.) «ὡραία, Κηρηναίοι». Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    396 bytes (18 words) - 12:54, 29 September 2017
  • particul. mûr pour le mariage : ὡραία γάμου ou γάμων HDT, XÉN mûre pour le mariage, nubile ; avec un gén. de pers. : ὡραία ἀνδρός HDT jeune fille mûre pour
    25 KB (2,260 words) - 18:20, 8 July 2020
  • ὡραίη: ἡ ион. = ὡραία.
    69 bytes (4 words) - 06:20, 1 January 2019
  • μέρος ή πύργος από όπου βλέπει κανείς σε μεγάλη απόσταση ή από όπου έχει ωραία θέα 2. το μέρος προς το οποίο βλέπει κανείς. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    595 bytes (56 words) - 06:57, 29 September 2017
  • τὰ ὡραῖα = fruit of the soil, fruits of the earth, produce of the seasons, the fruits of the season ⇢ Look up "τὰ ὡραῖα" on Google | LSJ full text search
    142 bytes (41 words) - 22:10, 3 July 2020
  • και φτερά χιονάτα», Παλαμ. β. «ἐβλάστησεν ἡ κόρη πανεύμορφος καὶ εὐθαλής, ὡραία, χιονάτη», Διγεν. Ακρ.) 2. το θηλ. ως ουσ. η Χιονάτη πασίγνωστη ηρωίδα παιδικών
    920 bytes (69 words) - 13:01, 29 September 2017
  • 806b18, Men.Sam.46.    II a form of speech, dialect, Ev.Matt. 26.73; ἡ λ. σου ὡραία LXX Ca.4.3; style, Phld.Rh.2.27 S. [Seite 9] ἡ, Geschwätz, Gerede, nach
    8 KB (666 words) - 14:25, 7 July 2020
  • («ἦ σὸν τὸ κλεινὸν εἶδος Ἠλέκτρας τόδε» [[[αντί]]: η Ηλέκτρα], Σοφ.) 3. ωραία όψη 4. στον πληθ. διακοσμητικά σχέδια 5. ιατρ. ιδιοσυγκρασία 6. μουσ. η μουσική
    3 KB (217 words) - 07:06, 29 September 2017
  • άλλα») νεοελλ. 1. ως επίθ. μερικοί, -ές, -ά, κάποιοι, -ες, -οια («είδα κάτι ωραία πράγματα») 2. ως προσδιορισμός για έξαρση ή μείωση («έχει κάτι μάτια») 3
    3 KB (210 words) - 14:05, 8 January 2019
  • ο 1. μεγάλο κομμάτι 2. ωραία και προκλητική γυναίκα. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεγεθ. του τ. κομμάτι, πρβλ. κεφάλι: κέφαλος, κλωνί: κλώνος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    339 bytes (28 words) - 07:24, 29 September 2017
  • συναπτόμενον τῷ Ἀφροδίτη, Ὁμ. Ὕμν. εἰς Ἀφροδ. 2. 2) μετάφορ., ἐπὶ ὡραίας κόρης, = ὡραία ὡς Ἀφροδίτη, Ὀππ. Ἁλ. 4. 235. ΙΙ. ὡς προσηγορ., ἔρως, πάθος, Εὐρ. Βάκχ. 773·
    6 KB (505 words) - 10:10, 29 June 2020
  • φιλτάτης μ. σποδὸν Σοφ. Ἠλ. 1159. 2) συχνάκις, ὡς τὸ Λατ. forma, species, ὡραία μορφή, Πινδ. Ο. 6. 128., 9. 99, κτλ. 3) καθόλου, εἶδος, σχῆμα, ἐξωτερικόν
    32 KB (2,957 words) - 09:35, 8 July 2020
  • (I) το (AM ἄρωμα) νεοελλ. η ωραία μυρωδιά, η μοσχοβολιά αρχ. 1. ευωδιαστό βότανο ή οπώρα 2. τα καλλιεργούμενα μυρωδικά, τα μπαχαρικά. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης
    912 bytes (57 words) - 12:10, 8 January 2019
  • η (ΑΜ εὐπρέπεια) ευπρεπής 1. ωραία, σοβαρή και καλαίσθητη εξωτερική εμφάνιση 2. ψυχική ομορφιά, ευγένεια και σεμνότητα ήθους 3. ευγενική, πολιτισμένη συμπεριφορά
    788 bytes (52 words) - 07:14, 29 September 2017
  • Σοφ.) 3. αυτός που βρίσκεται σε ευωρία, σε ωραία εποχή, σε καλή ώρα 4. (κατά τον Ησύχ.) «εὔωρος γῆ, ἡ τὰ ὡραία ἔχουσα», καρποφόρος. [ΕΤΥΜΟΛ. < εύ + ὤρα «φροντίδα»
    1 KB (91 words) - 14:00, 8 January 2019
  • μαθημάτων Πλάτ. Πολ. 444D, Γοργ. 475Α· ἐς κάλλος ἀσκεῖ, προσπαθεῖ νὰ φαίνηται ὡραία, νὰ ἐπιδεικνύῃ τὸ κάλλος αὐτῆς, Εὐρ. Ἠλ. 1073· οὐ γὰρ ἐς κάλλος τύχας δαίμων
    18 KB (1,657 words) - 20:30, 7 July 2020
  • ἡ. season of marriage: V. γάμων ἀκμή, ἡ. the fruits of the season: P. τὰ ὡραῖα. in season: see seasonably. out of season: see unseasonably. spice: P.
    726 bytes (76 words) - 08:52, 20 May 2020
  • ὁ; see fruit. grain: P. and V. σῖτος, ὁ. produce of the seasons: P. τὰ ὡραῖα. produce (of money, etc.): P. ἐπικαρπία, ἡ. ⇢ Look up "produce" on Perseus
    2 KB (155 words) - 09:15, 20 May 2020
  • β' πρόσ. του αδύνατου τύπου της κτητικής αντωνυμίας («τα μάτια σου είναι ωραία»). (II) το, Ν άκλ. είδος γλυκού. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. chou (a la creme) «μικρό
    740 bytes (56 words) - 11:55, 9 January 2019
  • στάχυς, ὁ, V. γῆς βλαστήματα, τά. γῆς φυτά, τά, P. τὰ ἐκ τῆς γῆς φυόμενα, τὰ ὡραῖα. corn: P. and V. σῖτος, ὁ. tree fruit: P. and V. ὀπώρα, ἡ. P. δένδρων καρπός
    2 KB (197 words) - 19:56, 7 June 2020
  • ὡραία ⇢ Look up "the season for sailing" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full text
    48 bytes (22 words) - 12:15, 23 May 2020
  • και άσκημος, -η, -ο (AM ἄσχημος, -ον) Ι. αυτός που δεν έχει ωραία εμφάνιση, δύσμορφος μσν.- νεοελλ. 1. δυσάρεστος, δυσμενής («άσχημα μαντάτα») 2. (για
    4 KB (281 words) - 15:20, 15 January 2019
  • μυρωδάτος, μοσχομυρισμένος («εὐῶδες ἔλαιον», Ομ. Ιλ.). επίρρ... εὐωδῶς (Μ) με ωραία, γλυκιά μυρωδιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -ωδης (< όζω < όδ-jω) τ. που εμφανίζει την
    1 KB (67 words) - 15:25, 15 January 2019
  • τελευταία εισάγεται με τον αλλά για να δηλώσει σπουδαιότητα «ωραία η εμφάνισή του, ωραία η ομιλία του, αλλά το κυριότερο ο χαρακτήρας του» 2. εκφέρεται
    11 KB (864 words) - 11:25, 14 January 2019
  • περὶ τοῦ κυνὸς Ἄργου, Ὀδ. Ρ. 308, πρβλ. Ἡρόδ. 3. 107· ἴδε ἐν λ. δέμας. 2) ὡραία μορφή, κάλλος, ὡς τὸ Λατ. forma, Ὀδ. Ρ. 454, Ἡρόδ. 1. 199., 8. 105, κτλ.·
    52 KB (5,442 words) - 23:00, 7 July 2020
  • σύνθεση («παίζει στο πιάνο και τραγουδάει το ίδιο κομμάτι κάθε απόγευμα») 3. ωραία και προκλητική γυναίκα, κόμματος 4. στον πληθ. κομμάτια συντρίμμια, θραύσματα
    3 KB (250 words) - 07:25, 29 September 2017
  • -ές (ΑΜ εὐπρεπής, -ές) 1. αυτός που έχει ωραία, σοβαρή και σεμνή εξωτερική εμφάνιση, ο ευπρόσωπος, ο ευπαρουσίαστος 2. ευγενικός, κόσμιος μσν. μεγαλοπρεπής
    1 KB (90 words) - 12:25, 15 February 2019
  • 1128Η, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 7. 1, 6, π. Ζ. Γεν. 2. 4, 10. ΙΙ. λεπτὰ καὶ ὡραῖα ὑποδήματα, Ἄλεξ. ἐν «Ταραντίνοις» 4. λευκά: τά 1) (sc. ἱμάτια) белые одежды
    718 bytes (68 words) - 07:52, 31 December 2018
  • -ον) αυτός που δεν έχει ορισμένη μορφή, σχήμα αρχ. 1. αυτός που δεν έχει ωραία μορφή, δύσμορφος, άσχημος 2. ταπεινωτικός, ατιμωτικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ- στερ
    695 bytes (44 words) - 06:19, 29 September 2017
  • κούκλα κι από μέσα πανούκλα» — λέγεται για καθετί κακό, το οποίο όμως έχει ωραία εξωτερική εμφάνιση. [ΕΤΥΜΟΛ. < μσν. πανούκλα < λατ. panucula, υποκορ. του
    666 bytes (50 words) - 12:13, 29 September 2017
  • ονομασία τών φυτών που κατά παλαιότερη ταξινόμηση ήταν γνωστά ως ερείκη η ωραία και ερείκη η δενδρώδης 3. φρ. μτφ. «δεν μπαίνω σε καλούπι» ή «δεν βάζω σε
    1 KB (96 words) - 07:20, 29 September 2017
  • ἔμορφος, -η, -ο και ὄμορφος, -η, -ο (ΑΜ εὔμορφος, -ον) 1. αυτός που έχει ωραία μορφή, ωραίος, καλοκαμωμένος («εὐμόρφων δὲ κολοσσῶν ἔχθεται χάρις ἀνδρί»
    3 KB (191 words) - 15:15, 15 January 2019
  • Rep. IX, 573 d, κῶμοι καὶ θάλειαι, früher θαλίαι. θάλεια: ἡ, θάλλουσα, ὡραία, ἄφθονος· παρ’ Ὁμ. ἀείποτε ἐπὶ εὐωχίας ἢ συμποσίων, θεῶν ἐν δαιτὶ θαλείῃ
    8 KB (717 words) - 08:40, 8 July 2020
  • καλοπιάνω) 1. φέρομαι καλά, κολακεύω κάποιον, τον πιάνω με το καλό 2. προσπαθώ με ωραία και παρήγορα λόγια να εξευμενίσω κάποιον νεοελλ. 1. πιάνω κάτι καλά, γερά
    711 bytes (67 words) - 07:21, 29 September 2017
  • ευνοημένος από την τύχη (μσν) 1 (για τόπο) κατάλληλος για κάτι 2. όμορφος, με ωραία εμφάνιση 3. ευγενικός, λεπτός αρχ. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ ἐπιδέξια τα
    3 KB (247 words) - 06:31, 29 September 2017
  • καλοκαίριον) το θέρος, η θερινή εποχή νεοελλ. 1. καλός καιρός, καλοκαιρία, ωραία μέρα 2. φρ. ειρων. «όξω από τα καλοκαίρια» — για αυτούς που κρύβουν την πραγματική
    2 KB (112 words) - 07:21, 29 September 2017
  • θαυμάσιος («εξαίσιο ταξίδι») 2. (επίρρ. εξαίσια και εξαισίως πάρα πολύ, πολύ ωραία, υπέροχα νεοελλ. γοητευτικός («εξαίσιο παρουσιαστικό») αρχ.-μσν. εκπληκτικός
    1 KB (74 words) - 06:39, 29 September 2017
  • εὐτυχίαν, ἐπὶ τῆς Ἀφροδίτης, Σοφ. Τρ. 515, Ἀνθ. Π. 5. 545 · ἐπὶ νύμφης, ὡραία, Σοφ. Ἀντ. 795. ος, ον : 1 dont la couche est désirable; 2 propice aux
    2 KB (159 words) - 15:50, 30 June 2020
  • γῆς βλαστήματα, τά, γῆς φυτά τά, P. τὰ ἐκ τῆς γῆς φυόμενα. (Plato), τὰ ὡραῖα. he who provides the seed is responsible for the crop: P. ὁ τὸ σπέρμα παρασχὼν
    2 KB (152 words) - 08:50, 20 May 2020
  • μοιάζει με ζωγραφιά», Βιζυην.) 3. φρ. «είναι ζωγραφιά» — είναι ωραίος ή ωραία μσν. αγιογραφία μσν.-αρχ. ζωγραφική τέχνη αρχ. 1. το ζωγράφισμα 2. (για πρόσ
    1 KB (102 words) - 07:16, 29 September 2017
  • εἰς ὄνυχα, ad unguem expressit, Διον. Ἁλ. π. Δημ. 13· σύμπηξις εἰς ὄνυχα, ὡραία, λεπτή, τελεία ἁρμογή, ὡς τὸ Λατ. committere in unguem, Γαλην. 4, σ. 11·
    29 KB (2,987 words) - 17:55, 8 July 2020
  • 1. (επιφών. επιδοκιμασίας και θαυμασμού) εύγε, έξοχα, πολύ ωραία 2. ειρωνικά και σε εκφράσεις αποδοκιμασίας («μπράβο σου, το έσπασες το ποτήρι») 3. (ως
    632 bytes (45 words) - 11:55, 29 September 2017
  • «ἐπιτελῆ, εἰς πέρας ἀγόμενα» Σουΐδ.: ― ἐπὶ γυναικός, ἡ ἐν ὥρᾳ γάμου, «ἐπιτελής· ὡραία γαμεῖσθαι» Ἡσύχ. ― Ἐπίρρ. -έως, ἐπὶ τέλους, Ἀρετ. π. Αἰτ. Χρον. Παθ. 2. 8
    6 KB (452 words) - 15:35, 4 July 2020
  • εὐπροσωπία, ἡ (Α) ευπρόσωπος ωραία όψη, ωραία εμφάνιση. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    134 bytes (17 words) - 07:15, 29 September 2017
  • ξεθώριασε) 3. βλέμμα («ελόγιασα να τή θωρώ, κι ώς τη θωριά να σώνω», Ερωτόκρ.) 4. ωραία όψη, ευχάριστη όψη («φέρνει μόσχους και θωριές εις τ' άνθη μ' ένα φίλημα»
    923 bytes (78 words) - 07:18, 29 September 2017
  • κριθῶν, οἷσι δὴ καὶ τὰ ἅπαντα ἀκολουθείτω τὰ ἄλλα ὡραῖα νεμόμενα, Legg. VIII, 847 e. – Dah. ἡ ὡραία, sc. ὥρα, die Jahreszeit, in welcher die Feldfrüchte
    7 KB (740 words) - 14:35, 14 January 2019
  • Σοφ.) 3. αυτός που βρίσκεται σε ευωρία, σε ωραία εποχή, σε καλή ώρα 4. (κατά τον Ησύχ.) «εὔωρος γῆ, ἡ τὰ ὡραία ἔχουσα», καρποφόρος. [ΕΤΥΜΟΛ. < εύ + ὤρα «φροντίδα»
    3 KB (231 words) - 14:10, 30 June 2020
  • μου» — γίνεται ό,τι θέλω δ) «περνάει η μπογιά της» — διατηρείται ακόμη η ωραία της εμφάνιση ε) «περασμένα ξεχασμένα» — πρέπει να αντιμετωπίζει κανείς δυσάρεστες
    6 KB (474 words) - 12:17, 29 September 2017
  • (για ανθρώπους και κυρίως για γυναίκες) αυτός που έχει αρμονικές γραμμές, ωραία σωματική διάπλαση και ωραίες αναλογίες. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλλ(ι)- + -γραμμος (<
    731 bytes (48 words) - 07:20, 29 September 2017
  • 1. ντύνω κάποιον ωραία, κομψά 2. ντύνω κάποιον με καλά ρούχα 3. (η μτχ. παθ. παρκμ.) καλοντυμένος, -η, -ο 1. ντυμένος ωραία, κομψά 2. ντυμένος με επίσημη
    381 bytes (37 words) - 06:37, 29 September 2017
  • μουσικών οργάνων 4. ναυτ. είδος ιστίου 5. φρ. α) «έχει δυνατή πένα» — γράφει ωραία β) «στην πένα» — άψογα, έξοχα, τέλεια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. penna < λατ. penna
    1 KB (106 words) - 11:45, 9 January 2019
  • Ομοιότητα στον σχηματισμό παρουσιάζει το αρχ. ινδ. sudiv-, su-div-a-m «ωραία μέρα»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1 KB (97 words) - 06:33, 29 September 2017
  • сезон = ὡραία, ὡραίη Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet | Glosbe |
    52 bytes (38 words) - 09:50, 14 October 2019
  • Or.23(42).20, 36(48).120, Philostr.Ep.16. Τέμπεα: συνῃρ. Τέμπη, τά, ἡ ὡραία κοιλὰς ἡ μεταξὺ τοῦ Ὀλύμπου καὶ τῆς Ὄσσης, δι’ ἧς ὁ Πηνειὸς ῥέων ἐκβάλλει
    4 KB (324 words) - 14:29, 30 June 2020
  • και όμορφος, -η, -ο αυτός που έχει ωραία όψη, ο νόστιμος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    124 bytes (20 words) - 07:08, 29 September 2017
  • -α, -ο (AM καλλιπάρειος, -ον) αυτός που έχει ωραίες παρειές, ωραία μάγουλα. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλλ(ι)- + -πάρειος (< παρειά «μάγουλο»), πρβλ. λευκο-πάρειος, χαλκο-πάρειος]
    519 bytes (32 words) - 06:38, 29 September 2017
  • -ο (Α ἄγευστος, -ον) 1. αυτός που δεν έχει γεύση 2. αυτός που δεν έχει ωραία γεύση, ανούσιος, άνοστος 3. αυτός που δεν δοκίμασε, που δεν γνώρισε κάτι
    919 bytes (69 words) - 06:30, 29 September 2017
  • -ές (ΑΜ εὐειδής, -ές) αυτός που έχει ωραία μορφή (είδος), ο ωραίος, ο όμορφος («γυνή προσελθούσα καλή και ευειδής», Παπαδ.) αρχ. το ουδ. ως ουσ. τὸ εὐειδές
    736 bytes (52 words) - 07:14, 29 September 2017
  • και αποτελεί το παλαιότερο ίσως άθυρμα του ανθρώπινου γένους 2. μτφ. πολύ ωραία και κομψή γυναίκα («κούκλα είσαι μ' αυτό το ντύσιμο») 3. ομοίωμα ανθρώπου
    2 KB (121 words) - 07:25, 29 September 2017
  • μέντἄν διετέθην Ἀριστοφ. Ὄρν. 1692. 2) ἄνευ ῥήματός τινος, ὡς καὶ νῦν, εὖγε, ὡραῖα! πολὺ καλὰ! Λατ. cuge! Πλάτ. Γοργ. 494C, κ. ἀλλ.· διπλοῦν, εὖγ’, εὖγε Ἀριστοφ
    7 KB (624 words) - 13:40, 4 July 2020
  • εὐάμπελος, -ον (Α) 1. αυτός που έχει ωραία αμπέλια («Σαλαμῑνα τὴν εὐάμπελον», Στράβ.) 2. αυτός που είναι κατάλληλος για ωραία αμπέλια 3. επίθ. του Διονύσου.
    513 bytes (37 words) - 07:13, 29 September 2017
  • εὐχαίτης, ὁ (Α) 1. (για άλογα) αυτός που έχει ωραία χαίτη 2. (για πρόσ.) αυτός που έχει ωραία μαλλιά («πρὸς εὐχαίτεω Γανυμήδεος», Καλλ.) 3. ως επίθ. του
    695 bytes (56 words) - 07:15, 29 September 2017
  • ἡδυσώματος, -ον (Α) αυτός που έχει ωραίο σώμα, ωραία μορφή (ως αντίθ. του ἡδυγνώμων). [ΕΤΥΜΟΛ. < ηδυ- + -σώματος (< σώμα), πρβλ. α-σώματος, φιλο-σώματος]
    507 bytes (32 words) - 06:35, 29 September 2017
  • μνημονεύεται ἐκ τοῦ Διον. Ἀρεοπαγ.· - καλλιέργημα, τό, καὶ καλλιεργία, ἡ, ὡραία ἐργασία, Εὐσ. ἐν Βίῳ Κωνστ. 3. 31, 2. - Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 398
    1 KB (70 words) - 12:45, 1 July 2020
  • καλὸν πετράδιον, ὡραία ψηφίς, «λίθοι.. ὅμοιαι καλολάϊγξιν, αἷς παίζουσιν αἱ κόραι» Τζέτζ. Ἱστ. 7. 254. καλολάιγξ, -ιγγος, ἡ (Μ) ωραία ψηφίδα, όμορφο πετραδάκι
    1 KB (53 words) - 21:15, 30 June 2020
  • θεῷ make them pay a tithe to Apollo, Hdt.7.132; of things, δ. τὰ ἐξ ἀγροῦ ὡραῖα tithe them (as an offering)... X.An.5.3.9; δ. τοὺς Θηβαίους τοῖς θεοῖς Plb
    12 KB (1,150 words) - 22:30, 7 July 2020
  • εὔνυμφος, -ον (Α) αυτός που ανήκει σε ωραία νύφη ή που έχει ωραία νύφη («εὔνυμφον λέχος» — κρεβάτι ωραίας νύφης ή που έχει ωραία νύφη). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + νύμφη.
    448 bytes (36 words) - 07:14, 29 September 2017
  • Α και εὖ γε) (επιφών. επιδοκιμασίας, συχνά σε διπλή ή και τριπλή εκφορά) ωραία! πολύ καλά! μπράβο! («εὖγε, ὦ βέλτιστε», Πλάτ.) αρχ. 1. επίρρ. (σε απαντήσεις
    1 KB (81 words) - 07:14, 29 September 2017
  • ζαργάνη) νεοελλ. 1. (ιχθυολ.) λαϊκή ονομ. του ψαριού βελόνη η οξεία 2. μτφ. ωραία, ελκυστική και καμαρωτή γυναίκα αρχ. το ψάρι ταινία. [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. < αρχ
    539 bytes (40 words) - 06:35, 29 September 2017
  • και καρδία μυλωνά» — λέγεται για πρόσωπα ή πράγματα επιφανειακά μεν πολύ ωραία, αλλά κατά βάθος άσχημα β) «όλοι κλαίνε τον πόνο τους κι ο μυλωνάς τ' αυλάκι»
    2 KB (172 words) - 11:25, 14 January 2019
  • εὐείμων, -ον (Α) ωραία ντυμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -ειμων (< είμα «ένδυμα» < έννυμι «ενδύομαι»), πρβλ. κακο-είμων, μελαν-είμων]. Αναζήτηση σε: Google |
    484 bytes (26 words) - 07:14, 29 September 2017
  • βόρεια πλευρά και το κέντρο του ναού και, μπαίνοντας πάλι στο ιερό από την Ωραία Πύλη, τά αποθέτει στην Αγία Τράπεζα «τὰ ἅγια τοῑς ἁγίοις», λειτουργική φράση
    1 KB (127 words) - 06:31, 29 September 2017
  • , ὡς θηλ. κύριον ὄνομα ἡ Πανδώρα, δηλ. ἡ παρὰ πάντων λαβοῦσα δῶρα, γυνὴ ὡραία πλασθεῖσα ὑπὸ τοῦ Ἡφαίστου καὶ λαβοῦσα δῶρα παρὰ πάντων τῶν θεῶν ὅπως ἑλκύσῃ
    5 KB (405 words) - 13:40, 1 July 2020
  • ἱμερόγυιος, -ον (Α) αυτός που έχει ωραία μέλη του σώματος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἵμερος + -γυιος (< γυῖον), πρβλ. αγλαό-γυιος, λιπό-γυιος]. Αναζήτηση σε: Google
    450 bytes (28 words) - 06:37, 29 September 2017
  • -η, -ο αυτός που έχει κτιστεί με ωραία μάρμαρα («καλλιμάρμαρο στάδιο»). [ΕΤΥΜΟΛ. < καλλ(ι)- + -μάρμαρος (< μάρμαρο), πρβλ. ολο-μάρμαρος, πολυ-μάρμαρος
    486 bytes (30 words) - 07:20, 29 September 2017
  • («τον πρύτανη πλαισιώνουν ικανά στελέχη») β) περιβάλλω κάτι σαν πλαίσιο («ωραία κτήρια πλαισιώνουν την πλατεία»). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    570 bytes (47 words) - 12:04, 29 September 2017
  • -ον (ΑΜ, Α και δωρ. τ. εὐάμερος, -ον) αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε ωραία ή ευτυχισμένη μέρα («λευκὸν εὐάμερον φάος», Σοφ.) αρχ. 1. χαρούμενος, ευτυχισμένος
    779 bytes (56 words) - 07:14, 29 September 2017
  • εὔκραιρος, -ον και εὐκραίρη, -ον, επικ. τ. ἐΰκραιρος, -ον (Α) 1. αυτός που έχει ωραία κέρατα (α. «εὐκραίρῳ βοΐ», Αισχύλ. β. «εὐκραίρῳ ἀμνῷ», Οππ.) 2. (για πλοίο)
    708 bytes (54 words) - 06:34, 29 September 2017
  • ἔμορφος, -η, -ο και ὄμορφος, -η, -ο (ΑΜ εὔμορφος, -ον) 1. αυτός που έχει ωραία μορφή, ωραίος, καλοκαμωμένος («εὐμόρφων δὲ κολοσσῶν ἔχθεται χάρις ἀνδρί»
    5 KB (383 words) - 14:50, 4 July 2020
  • надлежащее время = ὡραία, ὡραίη Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    52 bytes (39 words) - 03:25, 14 October 2019
  • к весне = ὡραία Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet | Glosbe | Wordreference
    35 bytes (38 words) - 08:05, 15 October 2019
  • подходящая пора = ὡραία, ὡραίη Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet |
    52 bytes (39 words) - 23:50, 13 October 2019
  • εύκερως γένος υμενόπτερων εντόμων αρχ. αυτός που έχει ωραία κέρατα. επίρρ... εὐκεράως (Α) με ωραία κέρατα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -κερως, (< κέρας), πρβλ. ά-κερως
    824 bytes (56 words) - 11:25, 14 January 2019
  • θάλασσα νεοελλ. 1. (ως προσηγορικό) νύμφη τών υδάτων, νεράιδα 2. μτφ. πολύ ωραία γυναίκα, λυγερή κοπέλα αρχ. (στον εν.) Νηρηΐς α) τίτλος έργου του Αναξανδρίδου
    1 KB (91 words) - 11:58, 29 September 2017
  • καρπός, ἄροτος, στάχυς, γῆς βλαστήματα, γῆς φυτά, τὰ ἐκ τῆς γῆς φυόμενα, τὰ ὡραῖα ⇢ Look up "fruits of the earth" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC
    210 bytes (34 words) - 19:56, 7 June 2020
  • ἄροτος, στάχυς, γῆς βλαστήματα, γῆς φυτά τά, τὰ ἐκ τῆς γῆς φυόμενα, τὰ ὡραῖα ⇢ Look up "fruit of the soil" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC |
    215 bytes (35 words) - 19:40, 22 May 2020
  • -η, -ο αυτός που έχει ωραία όψη. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλ(ο)- + -θωρος (< θωρώ), πρβλ. γλυκό-θωρος, κακό-θωρος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    392 bytes (26 words) - 07:20, 29 September 2017
  • μεγαλοευπώγων, -ωνος, ὁ (Α) αυτός που έχει μακριά και ωραία γενειάδα. [ΕΤΥΜΟΛ. < μεγαλ(ο)- + -εὐπώγων. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    341 bytes (24 words) - 07:36, 29 September 2017
  • εὐλείμων, -ον, ποιητ. τ. ἐϋλείμων, -ον (Α) αυτός που έχει ωραία λιβάδια («οὐ γάρ τις νήσων ἱππήλατος οὐδ' εὐλείμων», Ομ. Οδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + λειμών «λιβάδι»]
    447 bytes (34 words) - 06:34, 29 September 2017
  • το φυτό με ωραία άνθη (συνήθως θερμοκηπίου) της οικογένειας ακανθίδες (acanthaceae). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    176 bytes (20 words) - 07:13, 29 September 2017
  • (για το βλέμμα) γυρίζω γλυκά, στρέφω με χάρη («στον χορό γλυκογυρίζουν ωραία μάτια ερωτικά», Δ. Σολ.). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    217 bytes (25 words) - 07:02, 29 September 2017
  • (ἐπάξω ἐπ' ἐμαυτὸν κατάραν, οὐκ εὐλογίαν», ΠΔ) αρχ. 1. ωραίος λόγος, καλή, ωραία έκφραση («εὐλογία καὶ εὐαρμοστία καί... εὐρυθμία», Πλάτ.) 2. ευηχία λόγου
    5 KB (351 words) - 07:14, 29 September 2017
  • ἀγλαόπαις (-αιδος), ο, η (Α) αυτός που έχει πολλά και ωραία παιδιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγλαός + παῖς. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    315 bytes (24 words) - 06:31, 29 September 2017
  • ἀγλαόγυιος, -ον (Α) αυτός που έχει ωραία τα μέλη του σώματος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγλαός + γυῖον. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    305 bytes (23 words) - 06:31, 29 September 2017
  • εὔτοξος, -ον (Α) (για τη φαρέτρα) αυτή που έχει ωραία τόξα ή βέλη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + τόξον. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    304 bytes (25 words) - 07:15, 29 September 2017

View (previous 100 | next 100) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)