Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "γόνον" on this wiki. See also the other search results found.

  • 766b36 •inmaduro, poco formado o sin formar νούσῳ δαμναμένη δύσπεπτον ὑπὲκ γόνον ἔκχεε γαίῃ Nic.Al.297 (var.), semillas, Thphr.CP 2.17.7. 2 medic. indigesto
    4 KB (323 words) - 19:04, 31 December 2018
  • appropriate Ἀίδα τοι λάθεται ἄρμενα πράξαις ἀνήρ (εὐτυχήσας Σ.) (O. 8.73) γόνον τέ οἱ φέρτατον ἀτίταλλεν ἐν ἀρμένοισι πᾶσι θυμὸν αὔξων (Mingarelli: πάντα
    2 KB (185 words) - 15:00, 31 December 2018
  • ἀτάλλω, aufziehen, pflegen, warten, παῖδα Od. 15, 450; σύας σιάλους 14, 41; γόνον Pind. N. 3, 56; ἵππων, ὅσσα γένεθλ' ἀτιτήλατο μύριος αἶα Opp. C. 1, 271;
    7 KB (629 words) - 14:25, 2 October 2019
  • 19.372, etc.; ἐπὶ κάρα στέφη β. E.IA1513(lyr.).    3 ἐς γαστέρα βάλλεσθαι γόνον conceive, Hdt.3.28.    4 lay as foundation, κρηπῖδα βαλέσθαι Pi.P.7.3, cf
    129 KB (13,494 words) - 13:15, 3 October 2019
  • auch von der Athene, im Kopfe erzeugt, Euphor. κεβλήγονος: -ον, ἔχων τὸν γόνον ἐν τῇ κεφαλῇ, ἐπὶ τῆς μήκωνος, ὅτι ἐν τῇ κεφαλῇ τὸ σπέρμα ἔχει· κατὰ τὸν
    2 KB (131 words) - 07:23, 29 September 2017
  • Εὐάδνα τέκοι (O. 6.49) Μετώπα, πλάξιππον ἃ Θήβαν ἔτικτεν (O. 6.85) τέκεν γόνον ὑπερφίαλον μόνα (P. 2.42) παῖς, ὅνπερ μόνον ἀθανάτα τίκτεν Θέτις (P. 3.101)
    45 KB (4,466 words) - 14:35, 3 October 2019
  • καταβάντε δόμον ἔθεντο πρῶτον, ἄτερ δ' εὐνᾶς ὁμόδαμον κτισσάσθανλίθινον γόνον (O. 9.43) -ωνος, ὁ Deucalión I mit. 1 héroe, hijo de Prometeo que junto
    2 KB (292 words) - 18:32, 31 December 2018
  • κούρην, ὅς οἱ τηλύγετος γένετο κρατερὸς Μεγαπένθης ἐκ δούλης, Ἑλένῃ δὲ θεοὶ γόνον οὐκέτ' ἔφαινον; es kann wohl keinem Zweifel unterliegen, daß die ganze Stelle
    5 KB (674 words) - 13:25, 3 October 2019
  •    A throw forward, τὸν γόνον Placit.5.9.2:—Pass., S.E. M.5.58.    II intr., dart or go right forward, τοῦ σπέρματος - οῦντος εἰς [τὴν μήτραν] Placit.5
    2 KB (158 words) - 15:40, 6 January 2019
  • γερασφόρος    1 honoured γόνον οὔτ' ἐν ἀνδράσι γερασφόρον οὔτ ἐν θεῶν νόμοις (i. e. Κένταυρον) (P. 2.43) -ον honrado, γόνον ... ἐν ἀνδράσι γερασφόρον
    2 KB (86 words) - 06:15, 10 January 2019
  • ποιεῖν X.Smp.2.17: —Med., δ. τὸ πᾶσαν πίστιν λαβεῖν Pl.Lg.966c; δ. περὶ τὸν γόνον Arist. GA759b1; οἱ διαπονούμενοι the hard-working, hardy, opp. ἄπονοι, X
    19 KB (1,817 words) - 11:45, 26 February 2019
  • ὁμόδᾱμος    a of one united people ἄτερ δ' εὐνᾶς ὁμόδαμον κτισσάσθαν λίθινον γόνον pr. (O. 9.44)    b c. dat., of the same people Ἰφικλέος μὲν παῖς ὁμόδαμος
    773 bytes (59 words) - 04:30, 10 January 2019
  • -έω) ευθυβόλος ρίχνω ή στέλνω κάτι κατ' ευθείαν μπροστά («εὐθυβολεῑν τὸν γόνον», Πλούτ.) (ειδικά για όπλα) πετυχαίνω τον στόχο αρχ. 1. εκτοξεύομαι, ρίχνομαι
    602 bytes (48 words) - 12:25, 15 February 2019
  • ἐκτετέλεσται: bring to an end, finish, fulfil, consummate, achieve; ὅ μοι οὔ τι θεοὶ γόνον ἐξετέλειον | ἐξ ἐμοῦ, ‘granted me no offspring of my own,’ Il. 9.493. ἐκτελειῶ
    928 bytes (78 words) - 14:04, 1 January 2019
  • VA 3.6, dicho de diosas y mujeres temibles δεινὴ δ. A.Eu.128, δρακαίνης γόνον tal vez de Clitemnestra Lyr.Adesp.13(b).10, ᾍδου δ. E.IT 286, δ. ἄμεικτος
    4 KB (364 words) - 21:10, 9 January 2019
  • ἔμελλε φθ (ε) ίσειν 16.461, cf. 22.61; οἳ μεμάασιν Ὀδυσσῆος φθ (ε) ῖσαι γόνον Od.4.741; ἵνα φθ (ε) ίσωμεν ἑλόντες αὐτόν 16.369; τόν ἔθελον φθ (ε) ῖσαι
    34 KB (3,256 words) - 08:08, 13 September 2019
  • 1 temp. para el futuro, en lo sucesivo, en adelante ποιεῖ δ' εἰ. θαλερὸν γόνον h.Ven.104, παίδων ζητεῖν εἰ. γενεήν Sol.19.10, cf. S.Ph.1104, Opp.C.4.362
    2 KB (145 words) - 21:28, 9 January 2019
  • 1291.    II Pass., come to the full size of a beast, πρὶν θηριοῦσθαι τὸν γόνον Eub.107.14.    2 become brutal, θηριούμενος Pl.Lg.935a; πρός τινας Phld.Lib
    3 KB (209 words) - 23:20, 9 January 2019
  • pro act., ὀνυμάξεαι: pass. aor. ὀνύμασθεν.)    1 name κτισσάσθαν λίθινον γόνον· λαοὶ δ' ὀνύμασθεν (O. 9.46) τὸν ὀνύμαζε τράφοισα Κένταυρον (ὀνύμαξε v. l
    1 KB (123 words) - 12:09, 29 September 2017
  • (O. 9.10) τρία ἔργα ποδαρκὴς ἁμέρα θῆκε κάλλιστ' ἀμφὶ κόμαις (O. 13.39) γόνον ἰδὼν κάλλιστον ἀνδρῶν (P. 4.123) φάρμακον κάλλιστον ἑᾶς ἀρετᾶς ἅλιξιν εὑρέσθαι
    5 KB (434 words) - 23:50, 9 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)