Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "δίζημαι" on this wiki. See also the other search results found.

  • divines; 3 chercher à obtenir, acc.; III. désirer. Étymologie: DELG cf. δίζημαι, ζῆλος. seek, Il. 14.258†. ζητέω, -ῶ, [in LXX chiefly for בּקשׁ pi.,
    30 KB (3,442 words) - 08:36, 8 July 2020
  • η (Α δίζησις) δίζημαι νεοελλ. «διζήσεως ευεργέτημα» — το δικαίωμα του εγγυητή να αρνηθεί την καταβολή οφειλής μέχρις ότου ο δανειστής προβεί σε αναγκαστική
    502 bytes (40 words) - 07:04, 29 September 2017
  • δίζημαι
    34 bytes (1 word) - 07:22, 22 August 2017
  • λόγος τον τε Κῡρον», Ηρόδ.) 2. απαιτώ, ζητώ επί πλέον. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + δίζημαι «ψάχνω, ερευνώ»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    533 bytes (38 words) - 06:31, 29 September 2017
  • домогаться = παραγγέλλω, ἀντιποιέω, προσπορεύομαι, δίζημαι, μνάομαι, μετέρχομαι Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия
    167 bytes (42 words) - 08:15, 15 October 2019
  • ζητέω, ἐρευνάω, μαίομαι, ἰχνεύω, θηρεύω, μεταπορεύομαι, μεταδιώκω, ἐρέω, δίζημαι, διφάω, διφέω, ἐκζητέω, προκαταφεύγω, περιβλέπω, ἐρεείνω, ἀμφιέπω Look
    555 bytes (62 words) - 07:25, 15 October 2019
  • расспрашивать = ἐλέγχω, διερωτάω, ἀποστοματίζω, ἐξιστορέω, δίζημαι, διαπυνθάνομαι, ἀνακρίνω, ἐκπυνθάνομαι, μεταλλάω, ἱστορέω, ἀναπυνθάνομαι, ἐξερωτάω,
    422 bytes (53 words) - 09:55, 15 October 2019
  • ἐπιστρέφω, ποθέω, προσδέω, ζητέω, ἐξαιτέω, αἰνέω, ἐγκαλέω, κατακελεύω, ἀνώγω, δίζημαι, ἐπιδίζημαι, ἀναπράσσω, ἀναπράττω, ἐπαιτέω, μεταιτέω, προσχρῄζω, προσχρηΐζω
    431 bytes (55 words) - 09:30, 15 October 2019
  • συνδοκιμάζω, ἰχνεύω, στιβεύω, θηρεύω, διαριθμέω, μεταδιώκω, συμβιβάζω, δίζημαι, ἐκζητέω, ἀναζητέω, ἀναλύω, ἀλλύω, διαζητέω, ἐξετάζω, ἐπιδίζημαι, προσθεωρέω
    987 bytes (77 words) - 07:40, 15 October 2019
  • ὁράω, μεθοδεύω, ἀνιχνεύω, ματεύω, μαστεύω, ζητέω, ἰχνεύω, θηρεύω, ἐρέω, δίζημαι, διφάω, διφέω, ἐκζητέω, ἀναζητέω, ἐξαιτιολογέω, ἐπιζητέω, ἐρεείνω, ἐρευνάω
    376 bytes (54 words) - 08:14, 15 October 2019
  • θηρεύω, μεταπορεύομαι, προσπορεύομαι, ἐφίημι, ἐπίημι, καταδιώκω, ἐπιδικάζω, δίζημαι, προθυμέομαι, μνάομαι, ἐπιθύω, πράσσω, ἐξεργάζομαι, μετέρχομαι, κατεργάζομαι
    683 bytes (66 words) - 09:30, 15 October 2019
  • πολυπραγμονέω, πολυπρηγμονέω, ἀποπυνθάνομαι, ἐρέω, ἀναμανθάνω, ἐξιστορέω, δίζημαι, διαπυνθάνομαι, ἐκπυνθάνομαι, μεταλλάω, ἱστορέω, ἀναπυνθάνομαι, ἐξερωτάω
    417 bytes (51 words) - 09:25, 15 October 2019
  • стараться понять = δίζημαι Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet | Glosbe
    38 bytes (38 words) - 00:10, 14 October 2019
  • συνεπερείδω, ἐπισχύω, κατακελεύω, διϊσχυρίζομαι, βιάζω, ἀναγκάζω, διατείνω, δίζημαι, φιλονεικεω, λιπαρέω, ἔγκειμαι, ἐπιστρέφω Look up in: Google | Wiktionary
    346 bytes (50 words) - 07:36, 15 October 2019
  • ag. 1, 144f. Derivative: Vielleicht primäre Ableitungen von ζη- (ζα-) in δίζημαι; Lit. bei Bq und Schwyzer 263. Etymology : Nach Anderen (Brugmann-Thumb
    3 KB (326 words) - 21:30, 7 July 2020

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)