Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "διαπεράω" on this wiki. See also the other search results found.

  • doorstaan = διαπεράω, στέγω, συμφέρω * Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site | Mijn
    76 bytes (34 words) - 07:30, 10 January 2019
  • doorboren = δαΐζω, διαπείρω, διαπεράω, διατετραίνω, διατιτρώσκω, κατακεντέω, κατατιτράω, πείρω, περιπείρω, περονάω, τρυπάω * Look up in: Google | Wiktionary
    264 bytes (42 words) - 07:30, 10 January 2019
  • doormaken = διαπεράω * Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site | Mijn | Glosbe | Vandale
    40 bytes (32 words) - 07:30, 10 January 2019
  • oversteken = διακομίζω, διαπεραιόω, διαπεράω, διαπορεύω, περαιόω, περάω, πορθμεύω * Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό |
    172 bytes (38 words) - 10:40, 10 January 2019
  • overzetten = διάγω, διακομίζω, διαπεραιόω, διαπεράω, διαπορεύω, διαπορθμεύω, περαιόω, πορεύω, πορθμεύω * Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek
    218 bytes (40 words) - 10:40, 10 January 2019
  • doorbrengen = διαπεράω, διατρίβω, κατατρίβω, τρίβω * Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This
    102 bytes (35 words) - 07:30, 10 January 2019
  • διαπράσσω: Ἀττ. –ττω, Ἰων. –πρήσσω· μέλλ. –πράξω· - διέρχομαι, ὡς τὸ διαπεράω, μετὰ γεν., διέπρησσον πεδίοιο, ἐμπορεύοντο διὰ μέσου τῆς πεδιάδος, διήρχοντο
    23 KB (2,332 words) - 11:27, 20 April 2021
  • door… trekken = διαπεράω, διαπορεύω * Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site | Mijn |
    64 bytes (34 words) - 07:35, 10 January 2019
  • διεκπλέω, διεκπλώω, διαπλέω, περαιόω, διακολυμβάω, περιπλέω, περιπλώω, διαπεράω, διαβαίνω, μετρέω, ὁρίζω * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь
    405 bytes (54 words) - 18:10, 18 October 2019
  • περονάω, κατακεντέω, ἀναπείρω, ἀμπείρω, ἀποκεντέω, διασεύομαι, ἀναμηλόω, διαπεράω, διωθέω, συγκεντέω, ἐρείδω * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь
    533 bytes (59 words) - 10:03, 15 October 2019
  • εἰσδύνω, ἐσδύνω, διαδύομαι, ἐπεισδύω, παρεισδύομαι, εἰσέχω, ἐσέχω, παραρρέω, διαπεράω, διήκω, διεκπεράω, διέχω, ἐκρήγνυμι, προδιέρχομαι, προσεμβάλλω, ὑπορρέω
    1 KB (87 words) - 09:20, 15 October 2019
  • περιΐσχω, στεφανόω, συμπεριλαμβάνω, ἀπολαμβάνω, ἀμφιέπω, ἀμφέπω, συνεκδέχομαι, διαπεράω, κατακρύπτω, ἀμφιχέω, συνέργω, συνείργω, συνεέργω, σφίγγω, κνίζω, ἐμπεριλαμβάνω
    1,021 bytes (79 words) - 07:55, 15 October 2019
  • ἐπιδιαφέρω, διαπορεύω, διακομίζω, διαπορθμεύω, περαιόω, παρακομίζω, παραπέμπω, διαπεράω * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия
    353 bytes (50 words) - 18:13, 14 October 2019
  • διορθόω, ἰθύνω, οἰκονομέω, ναυστολέω, ἀνάσσω, αἰσυμνάω, εὐθύνω, ἡνιοστροφέω, διαπεράω, διανέμω, προστατέω, κρατύνω, καρτύνω, κυβερνάω, ἡνιοχέω, ἁνιοχέω, ἡγεμονεύω
    655 bytes (66 words) - 09:52, 15 October 2019
  • проезжать = περιελαύνω, ὁδεύω, διαβάλλω, ναυστολέω, παραφέρω, παρφέρω, διαπεράω, διοδεύω, παραμείβω, παροδεύω, ὁδοιπορέω, διαφοιτάω, διαφοιτέω, διεξελαύνω
    377 bytes (52 words) - 07:45, 15 October 2019
  • καταπράττω, ἐπιτελειόω, ἀποτελέω, περαίνω, τελευτάω, τελευτέω, ἐφάπτω, ἐπάπτω, διαπεράω, ἐργάζομαι, τολυπεύω, ἐκτολυπεύω, ἐξεργάζομαι, διεργάζομαι, διαπράσσω,
    1 KB (93 words) - 09:25, 15 October 2019
  • ἀναπείρω, ἀμπείρω, τετραίνω, ἀναπήγνυμι, διαπερονάω, ἀποκεντέω, διατρυπάω, διαπεράω, διαιρέω * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό
    360 bytes (51 words) - 12:20, 14 October 2019
  • διαπεραιόω, διαπορεύω, διαπορθμεύω, περαιόω, ἐπιδιαβαίνω, ἀποπεράω, διεκβάλλω, διαπεράω, διεκπεράω, διαβαίνω, διαίρω * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь
    350 bytes (50 words) - 18:35, 18 October 2019
  • διάγω, διαπεραιόω, διαπορεύω, διακομίζω, διαπορθμεύω, περαιόω, παρακομίζω, διαπεράω, διαφέρω * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό
    373 bytes (51 words) - 18:04, 18 October 2019
  • ἐπιτελέω, ποιέω, ἀναπίμπλημι, ἀμπίμπλημι, ὀχέω, λατρεύω, ἀποτελέω, περαίνω, διαπεράω, ἐργάζομαι, ἐξεργάζομαι, βεβαιόω, ἀντλέω, λύω, πονέω, τηρέω, τελέω, πορσύνω
    513 bytes (60 words) - 17:21, 18 October 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)