Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "θαυμαστός" on this wiki. See also the other search results found.

  • -ή, -όν, ποιητ. αντί θαυμαστός, σε Ησίοδ., Πίνδ. θαυμᾰτός: Hom., Hes., Pind. = θαυμαστός. θαυμᾰτός, ή, όν poet. for θαυμαστός, Hes., Pind.]
    2 KB (142 words) - 23:10, 9 January 2019
  • αρχ. σλαβ. smějọse, smijatise «γελώ», τοχαρ. Β' smi-mare, λατ. mīrus «θαυμαστός» (πρβλ. αγγλ. smile). Ανερμήνευτη ωστόσο παραμένει η παρουσία οδοντικού
    2 KB (161 words) - 06:46, 29 September 2017
  • adj. Extraordinary: P. and V. θαυμαστός, δεινός, Ar. and P. θαυμάσιος. Hard to fathom: P. and V. ἀσαφής, V. ἀνερεύνητος, δυσεύρετος, δυστέκμαρτος, Ar.
    610 bytes (52 words) - 07:09, 22 August 2017
  • adj. Wonderful: P. and V. θαυμαστός, Ar. and P. θαυμάσιος. Divine: P. and V. θεῖος. Superhuman: V. οὐ κατʼ ἄνθρωπον. Look up miraculous on Perseus Dictionaries
    318 bytes (37 words) - 09:46, 21 July 2017
  • Procop.Aed.1.4. Adv. -τῶς, prob. in S.Ichn.243, cf. X.Ages.1.24. (Pure Att. θαυμαστός.) [Seite 9] adj. verb. zu ἄγαμαι, bewundernswürdig. Ggstz. οὐ θαυμαστόν
    4 KB (329 words) - 11:55, 9 January 2019
  • θείος, θεϊκός, αθάνατος, άφθαρτος 2. (για πράγματα) έξοχος, εξαίρετος, θαυμαστός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀμβρότ-ιος, επαυξημένος τ. του επιθ. ἄμβροτος. ΠΑΡ. ἀμβροσία
    679 bytes (46 words) - 06:51, 29 September 2017
  • απομονωμένος 2. αυτός που δίνει την εντύπωση ότι προέρχεται από άλλον κόσμο, θαυμαστός («απόκοσμη ομορφιά») 3. ο μυστηριώδης («απόκοσμη φωνή») 4. το αρσ. ως ουσ
    594 bytes (56 words) - 11:10, 14 January 2019
  • ανέκφραστος, ανείπωτος, απροσδιόριστος, δυσκολοπερίγραπτος 2. παράξενος, θαυμαστός 3. φρ. «ὁ τὼν ἀπορρήτων γραμματεύς» — μυστικοσύμβουλος 4. «ὁ ἐξ ἀπορρήτων»
    2 KB (152 words) - 06:57, 29 September 2017
  • Θουκ.) μσν. 1. μέσ. κοσμοῡμαι, -έομαι διακρίνομαι για κάτι, είμαι έξοχος, θαυμαστός 2. (η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) κοσμημένος, -η, -ον καταστόλιστος μσν
    4 KB (277 words) - 12:43, 15 February 2019
  • ἐπιθέτου, ὑπ. ὡς ἀληθῆ λέγεις ὁ αὐτ. ἐν Φαίδωνι 66Α, πρβλ. θαυμάσιος, θαυμαστός. ής, ές : 1 qui pousse sur terre; 2 qui croît démesurément, qui passe
    15 KB (1,135 words) - 17:38, 10 January 2019
  • πανθαύμαστος: -ον, πάνυ θαυμαστός, Σουΐδ., Ἐκκλ. -ον, Μ εξαιρετικά θαυμαστός. [ΕΤΥΜΟΛ. < παν- + θαυμαστός (πρβλ. αξιο-θαύμαστός)]. Αναζήτηση σε: Google
    984 bytes (38 words) - 12:03, 29 September 2017
  • εσσα, εν,    A = θαυμαστός, Man.6.402. [Seite 1189] εσσα, εν, bewundernswürdig, Man. 6, 402. θαυμᾰτόεις: εσσα, εν, = θαυμαστός, Μανέθων 6. 402. θαυματόεις
    1 KB (46 words) - 06:36, 29 September 2017
  • [Seite 1189] = θαυμαστός, Hesych. θαυμᾰλέος: -α, -ον, θαυμαστός, φοβερός, Ἡσύχ. θαυμαλέος, -α, -ον (Α) (κατά τον Ησύχ.) θαυμαστός, φοβερός. [ΕΤΥΜΟΛ
    1 KB (44 words) - 07:17, 29 September 2017
  • adj. P. and V. θαυμαστός, δεινός, Ar. and P. θαυμάσιος. Novel: P. and V. καινός, νέος. Look up surprising on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus
    256 bytes (33 words) - 10:06, 21 July 2017
  • Ar. and V. νεοχμός; see new. Strange: Ar. and P. θαυμάσιος, P. and V. θαυμαστός. Look up novel on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora
    282 bytes (38 words) - 09:47, 21 July 2017
  • adj. P. and V. θαυμαστός, δεινός, ἀμήχανος, Ar. and P. θαυμάσιος, ὑπερφυής, V. ἔκπαγλος. Look up astonishing on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC |
    258 bytes (31 words) - 09:22, 21 July 2017
  • κρείσσων λόγου, V. ἄφραστος; see ineffable. Extraordinary: P. and V. θαυμαστός, ἀμηχανος, Ar. and P. θαυμάσιος, δαιμόνιος, ὑπερφυής. Look up inexpressible
    356 bytes (39 words) - 09:44, 21 July 2017
  • -ή, -ό θαμάζω βλ. θαυμαστός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    84 bytes (14 words) - 06:35, 29 September 2017
  • adv. d’une manière étonnante ou merveilleuse. Étymologie: θαυμαστός. θαυμαστῶς: удивительно, поразительно (θ. ὡς σφόδρα Plat.; πείθεσθαι Plut.).
    293 bytes (17 words) - 22:20, 31 December 2018
  • ἐκ περιόπτου Διον. Ἁλ. περὶ Συνθ. 23. 2) ὡς τὸ περίβλεπτος, διαπρέπων, θαυμαστός, βίος Διόδ. 14. 1· κάλλος Ἀνθ. Π. 5. 27, κτλ., · ἔργα Πλουτ. Καῖσ. 16·
    5 KB (355 words) - 13:00, 9 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)