Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "μῶρος" on this wiki. See also the other search results found.

  • un froid tel que l’eau gelait ; suivi d’un pron. relatif : οὐκ ἔστιν οὕτω μῶρος ὃς θανεῖν ἐρᾷ SOPH personne n’est assez fou pour désirer mourir ; suivi d’un
    13 KB (1,577 words) - 15:50, 4 July 2020
  • ζημιά») + -μωρος, που είτε πρόκειται για ΙΕ στοιχείο, δυσερμήνευτο σημασιολογικά (πρβλ. εγχεσί-μωρος, ιό-μωρος) είτε συνδέεται με το επίθ. μωρός. Αναζήτηση
    5 KB (412 words) - 19:05, 7 July 2020
  • adj. nimmt es Hesych., προικός· πονηρός. οἱ δὲ μωρός. πτωχός. Α (κατά τον Ησύχ.) α) «πονηρός, οἱ δὲ μωρός» β) «πτωχός». [ΕΤΥΜΟΛ. βλ. λ. προίκα]. Αναζήτηση
    1,007 bytes (63 words) - 12:30, 8 July 2020
  • drinking-water, brackish, Th.4.26; ofsoil, Thphr. CP6.10.1, LXX Je.17.6; opp. μῶρος (insipid), Com.Adesp.596.    3 metaph., bitter, distasteful, γειτόνημα Alcm
    11 KB (970 words) - 15:10, 8 July 2020
  • μόρον), mûrier [arbre] : Ov. M. 4, 90 ; Plin. 16, 74. (1) mōrus1, a, um (μῶρος), närrisch, albern, more moro, Plaut. Men. 571 Schoell: subst., ein Narr
    1 KB (214 words) - 04:35, 28 February 2019
  • ο, η (AM βλάξ, βλακός, ο, η) μωρός, ηλίθιος. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. βλάξ φέρει επίθημα -ᾱκ-, που χρησιμοποιείται στον σχηματισμό υστερογενών παραγώγων της αττικής
    2 KB (121 words) - 15:27, 15 January 2019
  • τοῦτο πρὸς τὴν ὠτίδα, ἀλλ’ ἡμαρτημένως. ΙΙ. ἄνθρωπος εὐχερῶς ἐξαπατώμενος, μωρός, «μποῦφος», «ὦτος ὄρνεον, ὃ περὶ τὰ ὦτα ἔχει πτερύγια τοῦτο ἐπαινούμενον
    1 KB (102 words) - 14:10, 31 January 2019
  • P. βλάξ, ὁ or ἡ, or use adj., P. and V. ἄνους, ἄφρων, μῶρος; see foolish. ⇢ Look up "idiot" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora
    258 bytes (33 words) - 09:17, 20 May 2020
  • unsuitable: P. and V. οὐ πρέπων, οὐ προσήκων. foolish: P. and V. μῶρος, εὐήθης, ἀσύνετος, Ar. and P. ἀνόητος, ἀβέλτερος. ⇢ Look up "inept" on Perseus
    392 bytes (37 words) - 08:58, 20 May 2020
  • P. and V. μῶρος, ἠλίθιος (Eur., Cyclops), Ar. and P. ἀνόητος, ἀβέλτερος; see foolish. ⇢ Look up "idiotic" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus
    313 bytes (31 words) - 09:17, 20 May 2020
  • -η, -ο επιπόλαιος, μωρός, ανόητος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αλαφρο- + μυαλό. ΠΑΡ. νεοελλ. αλαφρομυαλιά]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    368 bytes (20 words) - 06:25, 29 September 2017
  • the spear, Il.2.692, al., Od.3.188, Cerc.6.9: Comp., with play on μῶρος, AP11.16. (-μωρος is perh. cogn. with μάρναμαι.) Abbreviations: ALL | General | Authors
    6 KB (673 words) - 15:37, 8 July 2020
  • γέλων; gen. pl. γελώτων) 1) смех (ἄσβεστος Hom.; πολύς Xen.; ἰσχυρός Plat.; μῶρος Plut.): γέλωτα (γέλων) παρέχειν Hom., Xen., τιθέναι Eur., κινεῖν Xen., ποιεῖν
    26 KB (2,600 words) - 22:15, 7 July 2020
  • al ignorante ἔ. περὶ τοῦτο γέγονας Pl.Phlb.17e, cf. Thphr.Sens.48, op. μῶρος S.OT 436. 3 op. la cobardía animoso, con presencia de ánimo ὅσον περιῆν Λάχητος
    16 KB (1,586 words) - 16:54, 8 July 2020
  • προ-σέληνοι). βεκκεσέληνος: ирон. стародавний, т. е. простецкий, простоватый (μῶρος καὶ β. Arph.; λῆρος Plut.). [A word coined from the story about βέκος in
    3 KB (261 words) - 22:00, 7 July 2020
  • Works [Seite 126] ὁ (κοέω), Ar. Equ. 264, schaafsinnig, Schol. προβατώδης, μῶρος καὶ εὐήθης. ἀμνοκῶν: ὁ, (κοέω) ὁ ἔχων νοῦν προβάτου, «προβατόμυαλος», ἠλίθιος
    2 KB (117 words) - 16:01, 1 July 2020
  • τῆς ἀμφιβόλου καταλήξεως -μωρος, ἴδε ἰόμωρος). [ῡ ἐν δακτυλικῷ στίχῳ]. ος, ον : qui ne cesse d’aboyer. Étymologie: ὑλακή, μωρός. -ον, ΜΑ αυτός που διαρκώς
    2 KB (172 words) - 11:55, 30 June 2020
  • λόγια και υπερβολικές περιποιήσεις. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. gaglioffo «αχρείος, μωρός, ουτιδανός, ανίκανος»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    531 bytes (40 words) - 06:26, 29 September 2017
  • ο ανόητος, μωρός, ξεκουτιάρης. [ΕΤΥΜΟΛ. Υποχωρητ. σχημ. του ξεκουτιαίνω]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    214 bytes (18 words) - 12:06, 29 September 2017
  • δεν συγκρίνεται μαζί του. [ΕΤΥΜΟΛ. < τυφλός, κατά το σχήμα εχθρός: έχθρα, μωρός: μώρα]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1,017 bytes (77 words) - 12:42, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)