Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "πίσσα" on this wiki. See also the other search results found.

  • атт. = πίσσα. πίττα -ης, ἡ, Ion. πίσσα, pek, teer:; ὀρὸς πίσσης teerwater Hp.; uitdr.. μελάντερον ἠΰτε πίσσα zwarter dan pek Il. 4.277; μῦς, φαντί,...
    2 KB (142 words) - 11:40, 8 July 2020
  • κωνῶ, -άω (Α) κώνος 1. περιστρέφω 2. επιχρίω με πίσσα, πισσώνω. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    168 bytes (20 words) - 07:26, 29 September 2017
  • εὐπίσσωτος, -ον (Μ) αυτός που είναι καλά αλειμμένος με πίσσα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + πισσώ «αλείφω με πίσσα» (< πίσσα)]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    507 bytes (31 words) - 07:15, 29 September 2017
  • αλείφω κάτι με πίσσα, πισσώνω («πισσοκοπεῖν τὰς ὀροφάς», επιγρ.) 2. μέσ. πισσοκοποῦμαι, -έομαι αφαιρώ τις τρίχες της κεφαλής με έμπλαστρα από πίσσα, γεγονός
    725 bytes (59 words) - 20:30, 26 March 2021
  • υλικό με υφή που ποικίλλει από παχύρρευστο υγρό ως στερεό αρχ. ἄσφαλτος 1. πίσσα 2. είδος πετρελαίου. [ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ Πρόκειται πιθ. για ρηματικό επίθ. του σφάλλω
    3 KB (207 words) - 21:55, 29 December 2020
  • P. and V. πίσσα, ἡ (Aesch., Fragment). cover with tar, verb transitive: Ar. also P. καταπισσοῦν. ⇢ Look up "tar" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC
    352 bytes (33 words) - 11:45, 10 December 2020
  • δένδρον ἡ πίτυς, Πλούτ. 2. 640C, Ἀνθ. Πλαν. 13 (κατὰ Scalig. ἀντὶ κῶμον). 3) ἡ πίσσα ἡ παρασκευαζομένη ἐκ τῶν κώνων πίτυος, Schneid. Ἐκκλ. Φυσ. σελ. 321. 322
    12 KB (1,135 words) - 13:35, 30 December 2020
  • ἀκώνητος, -ον (Α) αυτός που δεν είναι αλειμμένος με πίσσα. [ΕΤΥΜΟΛ. < κωνῶ (-άω) «καλύπτω με πίσσα»]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    1 KB (110 words) - 17:05, 31 December 2020
  • -ο κατραμώνω αυτός που δεν είναι κατραμωμένος, περασμένος με κατράμι, με πίσσα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    190 bytes (22 words) - 06:50, 29 September 2017
  • το, Ν το αποτέλεσμα του πισσώνω, επάλειψη με πίσσα, κατράμωμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < πισσώνω. Η λ. μαρτυρείται από το 1896 στον Ν. Παπαδόπουλο]. * Αναζήτηση σε:
    355 bytes (30 words) - 12:05, 29 September 2017
  • II. καθόλου, πᾶν χρησιμεῦον πρὸς ἐπίχρισιν, ἐντεῦθεν παρὰ Θεοκρ. 7. 147· πίσσα ἢ ῥητίνη πρὸς σφράγισιν οἰνοδόχων ἀγγείων, πρβλ. προηγ. ατος (τό) : 1 huile
    7 KB (608 words) - 00:05, 1 January 2021
  • la poix. Étymologie: πίσσα. και αττ. τ. πίττινος, -ίνη, -ον, Α πίσσα 1. ο φτιαγμένος από πίσσα ή αυτός που έχει αλειφθεί με πίσσα ή αυτός που έχει τη
    2 KB (175 words) - 14:20, 5 April 2021
  • τὸ, Α υγρή πίσσα. [ΕΤΥΜΟΛ. < υδρ(ο)- + πίσσα + επίθημα -ιον]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    300 bytes (19 words) - 12:54, 29 September 2017
  • -έω, Α αλείφω κάτι με πίσσα, πισσώνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < αμάρτυρο πισσαλοιφός (< πίσσα + αλείφω), πρβλ. μυρ-αλοιφώ, ξηρ-αλοιφώ]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    439 bytes (26 words) - 12:17, 29 September 2017
  • και αττ. τ. ὑποπιττῶ, -όω, Α αλείφω κάτι αποκάτω με πίσσα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- + πισσῶ «αλείφω με πίσσα»]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    359 bytes (27 words) - 12:44, 29 September 2017
  • και αττ. τ. πιττοκαυτῶ, -έω, Α καίω κάτι και εξάγω πίσσα. [ΕΤΥΜΟΛ. < πίσσα + -καυτῶ (< -καυτος < καίω), πρβλ. ολο-καυτώ]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    462 bytes (28 words) - 12:18, 29 September 2017
  • καλαφάτης) τεχνίτης ειδικός στο να καλαφατίζει πλοία ή βαρέλια, δηλ. να φράζει με πίσσα ή στουπί τις χαραμάδες μεταξύ τών σανίδων ή τα ρήγματά τους. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ
    506 bytes (41 words) - 07:20, 29 September 2017
  • Il.1.359, 2.87, etc.: after a Comp., τῷ δέ τ' ἄνευθεν ἐόντι μελάντερον ἠ. πίσσα φαίνεται [the cloud] appears to him while afar off very black, even as pitch
    3 KB (338 words) - 11:33, 1 January 2021
  • κατασκευαστεί από πίσσα ή που είναι γεμάτος πίσσα, πισσήεις 2. το θηλ. ως ουσ. ἡ πισσηρά (ενν. κηρωτή) αλοιφή παρασκευασμένη από πίσσα. [ΕΤΥΜΟΛ. < πίσσα + κατάλ
    1 KB (108 words) - 20:25, 30 December 2020
  • -ῶδες, Α πίσσα 1. ο όμοιος με πίσσα («χρῶμα δὲ τούτου αἱματῶδες καὶ σφόδρα μέλαν καὶ πιττῶδες», Αριστοτ.) 2. αυτός που είναι γεμάτος πίσσα 3. αυτός που
    2 KB (137 words) - 20:25, 30 December 2020

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)