Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "παίκτης" on this wiki. See also the other search results found.

  • ο, θηλ. τενίστρια, Ν παίκτης του τένις. [ΕΤΥΜΟΛ. < τένις + -ίστας (πρβλ. κιθαρ-ίστας)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    321 bytes (22 words) - 12:46, 29 September 2017
  • παίκτας: ου ὁ дор. = * παίκτης.
    82 bytes (5 words) - 07:28, 31 December 2018
  • το, Ν άκλ. (ξεν.) (στην καλαθόσφαιρα) κίνηση με την οποία ένας παίκτης παίρνει θέση μπροστά από τον αντίπαλο προκειμένου να τον εμποδίσει να πλησιάσει
    582 bytes (44 words) - 12:30, 29 September 2017
  • ο, Ν (κυρίως στο ποδόσφαιρο) παίκτης που έχει ως αποστολή τη φύλαξη του τέρματος ή εστίας ώστε να μην σημειώσει τέρμα η αντίπαλη ομάδα. [ΕΤΥΜΟΛ. < τέρμα
    537 bytes (40 words) - 12:45, 29 September 2017
  • μιμούμενος την κίνηση τών τροχών. [ΕΤΥΜΟΛ. < τροχός + -παικτῶ (< -παίκτης < παίκτης < παίζω), πρβλ. σφαιρο-παικτώ, ψηφο-παικτώ). Αναζήτηση σε: Google
    747 bytes (40 words) - 12:54, 29 September 2017
  • κόσσαβος, ὁ (Α) 1. παιχνίδι που έπαιζαν στα συμπόσια και κατά το οποίο ο κάθε παίκτης έριχνε με δύναμη σε μετάλλινη λεκάνη σταγόνες κρασιού ή νερού που είχαν
    19 KB (1,890 words) - 15:15, 2 October 2019
  • ακροβάτης χορευτής. [ΕΤΥΜΟΛ. < κοντός (ΙΙ) «κοντάρι» + παίκτης (< παίζω), πρβλ. οργανο-παίκτης, χαρτο-παίκτης. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    2 KB (99 words) - 06:40, 29 September 2017
  • baccus «δοχείο όπου τοποθετούνται υγρά»]. (II) το άκλ. (αθλ.) αμυντικὸς παίκτης ποδοσφαιρικής ομάδας, οπισθοφύλακας. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. back «πίσω»]. Αναζήτηση
    820 bytes (52 words) - 11:35, 9 January 2019
  • ευσεβή για να αποκομίζει ατομικά κέρδη. [ΕΤΥΜΟΛ. < θεο- + -μπαίχτης (< εμ-παίκτης < εμ-παίζω), τ. που απαντά μόνο στο παρόν συνθ. ουσιαστικό]. Αναζήτηση
    762 bytes (54 words) - 07:17, 29 September 2017
  • βούλλωμα, τάπα 3. (στην καλαθοσφαίριση) κίνηση με την οποία ο αντίπαλος παίκτης χτυπάει την μπάλα κατά την άνοδό της προς τη στεφάνη για να μην σημειωθεί
    566 bytes (52 words) - 12:51, 29 September 2017
  • κέρδη από τα τυχερά παιχνίδια είναι εφήμερα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. giocatore «παίκτης»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    632 bytes (50 words) - 12:57, 29 September 2017
  • χορό τών ψαλτών, ο πρώτος ανάμεσα στους ψάλτες της εκκλησίας αρχ. ο πρώτος παίκτης κρουστού οργάνου. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    786 bytes (42 words) - 12:24, 29 September 2017
  • και μίτζα, η 1. το αρχικό ποσό που καταβάλλει κάθε παίκτης σε τυχερό παιχνίδι, αλλ. πόστα 2. το μερίδιο που παίρνει κανείς από κάποια ύποπτη εκδούλευση
    1 KB (97 words) - 07:39, 29 September 2017
  • αλλ. ρολίνα 2. φρ. «ρωσική ρουλέτα» α) τολμηρό παιχνίδι κατά το οποίο ο παίκτης έχει στραμμένη στον κρόταφό του την κάννη εξάσφαιρου περιστρόφου στον μύλο
    1 KB (109 words) - 12:26, 29 September 2017
  • επιτυχημένο χτύπημα της σφαίρας στο σφαιριστήριο, στο μπιλιάρδο, όταν ο παίκτης χτυπά με τη σφαίρα του τις δύο άλλες β) είδος παιγνιδιού στο σφαιριστήριο
    1 KB (100 words) - 07:21, 29 September 2017
  • ο, Ν άκλ. (στο ποδόσφαιρο) παίκτης ικανός στην εκτέλεση σουτ. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. shooter < shoot «σουτ»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    341 bytes (24 words) - 12:30, 29 September 2017
  • κυνδαλοπαίκτης, ὁ (Α) αυτός που παίζει κυνδαλισμό. [ΕΤΥΜΟΛ. < κυνδάλη + παίκτης. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    288 bytes (19 words) - 06:42, 29 September 2017
  • ο (στο χαρτοπαίγνιο) συντηρητικός και ύπουλος παίκτης. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    133 bytes (16 words) - 07:21, 29 September 2017
  • πλοῑον», Επιφάν.). [ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. lusorius «διασκεδαστικός» < λατ. lusor «παίκτης, σκώπτης»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    440 bytes (29 words) - 07:34, 29 September 2017
  • ο, θηλ. -τρια παίκτης του μπάσκετμπολ. [ΕΤΥΜΟΛ. < μπάσκετμπολ + κατάλ. -ίστας (πρβλ. κιθαρ-ίστας)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    344 bytes (22 words) - 12:00, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)