Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "πανοῦργος" on this wiki. See also the other search results found.

  • subs. Use adj., P. and V. κακοῦργος, πανοῦργος, V. λεωργός (also Xen.); see villainous, rascal. Look up villain on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC
    239 bytes (32 words) - 10:09, 21 July 2017
  • κακοῦργος, νοσώδης, V. λυμαντήριος, Ar. and V. ἀτηρός. Ill-doing: P. and V. πανοῦργος, κακοῦργος. Spiteful: P. and V. φθονερός. ἐπίφθονος. Malevolent: P. and
    1,001 bytes (86 words) - 09:46, 21 July 2017
  • adj. P. and V. κακός, πονηρός, μοχθηρός, ἄδικος, κακοῦργος, πανοῦργος. Look up dishonest on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary
    238 bytes (27 words) - 09:27, 21 July 2017
  • = πανοῦργος, Phot., EM482.26, Suid. [Seite 1278] erkl. Suid. πανοῦργος. S. καύαξ. κάβαξ, ὁ (Α) πανούργος. [ΕΤΥΜΟΛ. < καββαλικός, πιθ. με μακρό -ᾱ-
    750 bytes (34 words) - 07:20, 29 September 2017
  • adj. P. and V. πανοῦργος, P. ἀπατηλός. False, counterfeit: Ar. and P. παράσημος, P. and V. κίβδηλος. Look up fraudulent on Perseus Dictionaries | Perseus
    266 bytes (34 words) - 09:41, 21 July 2017
  • αρχ. κ. ως επίθ., άπατεών, ο, η) αυτός που εξαπατά τους άλλους, δόλιος πανούργος αρχ. ως επίθ. ο απατηλός. [ΕΤΥΜΟΛ. < απάτη + (κατάλ.) -εών, η οποία σε
    768 bytes (60 words) - 11:19, 23 December 2018
  • πᾰνουργέω: πρκμ. πεπανούργηκα Ἀριστοφ. Πλ. 368· - εἶμαι πανοῦργος, φέρομαι ὡς πανοῦργος ἢ ἀπατεών, Εὐρ. Μήδ. 583, Ἀριστοφ. Ἀχαρν. 658, Ἀντιφῶν 137.
    4 KB (316 words) - 05:00, 10 January 2019
  • ὁ πολλὰ εἰδὼς καὶ πανοῦργος. τινὲς δὲ γάσος Hsch. Source: γάνδος Grammatical information: m. Meaning: ὁ πολλὰ εἰδὼς καὶ πανοῦργος. τίνες δε γάδος H
    615 bytes (61 words) - 23:20, 2 January 2019
  • 284. 6· πολὺ πέραν, πολλῷ πλέον, τοῦ πρόσθεν εἰς ὑπερβ. πανοῦργος, πολὺ περισσότερον πανοῦργος παρά... ὁ αὐτ. ἐν Ἱππ. 939, πρβλ. Δημ. 1411. 14· εἰς ὑπερβολὰς
    33 KB (2,812 words) - 14:40, 3 October 2019
  • «αγγείο του Σατανά ή του διαβόλου» — άνθρωπος κακός, αισχρός, πρόστυχος, πανούργος, ικανός για κάθε κακή πράξη (ίσως από τη σημασία «ανθρώπινο σώμα» που η
    3 KB (181 words) - 08:54, 23 December 2018
  • subs. Use adj., P. and V. κακοῦργος, πανοῦργος, or use rascal. Look up reprobate on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary
    204 bytes (28 words) - 09:50, 21 July 2017
  • όν, (Adv. λέως, ἔργον)    A one who will do anything (cf. ῥᾳδιοῦργος, πανοῦργος), villainous, A.Pr.5; of actions, λεωργὰ κἀθέμιστα (fort. καὶ θεμιστά)
    4 KB (297 words) - 15:15, 2 October 2019
  • πανοῦργος, Hsch. σέσυφος: «πανοῦργος» Ἡσυχ. Α (κατά τον Ησύχ.) «πανοῡργος». [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. Σίσυφος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    553 bytes (22 words) - 12:28, 29 September 2017
  • τύπος τοῦ σοφὸς (μετὰ τοῦ Αἰολ. υ ἀντὶ ο), ὁ Σοφὸς ἢ Πανοῦργος· ὁ Ἡσύχ. ἀναφέρει: «σέσυφος· πανοῦργος». ου (ὁ) : Sisyphe, fils d’Éole, roi de Corinthe
    8 KB (680 words) - 16:10, 2 October 2019
  • κατεργάρα και -άρισα, ουδ. κατεργάρικο (Μ κατεργάριος και κατεργάρης) πανούργος, δόλιος, παμπόνηρος νεοελλ. 1. (με θωπευτική σημ.) ευφυής, έξυπνος («είδες
    2 KB (156 words) - 06:40, 29 September 2017
  • verwandt mit κίναδος, richtiger viell. κιδ = σχιδ. κίδαφος: -η, -ον, πανοῦργος, δόλιος, Ἡσύχ.· καὶ ὡς οὐσιαστ., κίδαφος, κιδάφη, κινδάφη, κινδάφιος, =
    5 KB (424 words) - 15:10, 2 October 2019
  • από μεγάλη ράτσα») 2. εκλεκτή γενιά («σκυλί ράτσας») 3. μτφ. (για πρόσ.) πανούργος, κατεργάρης. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. razza]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    450 bytes (33 words) - 12:25, 29 September 2017
  • Sp., καὶ πανοῦργος ἀνήρ App. Syr. 24; δογμάτων, kundig, Plut. def. or. 23, Anspielung auf Hom. ἐπίκλοπος: -ον, (κλέπτω) κλεπτικός, πανοῦργος, κρυψίνους
    4 KB (363 words) - 17:30, 10 January 2019
  • ἐπίτριπτος: -ον, (ἐπιτρίβω), ὁ ἐπιτριβῆναι ἄξιος, πανοῦργος, δόλιος, τοὐπίτριπτον κίναδος, ἡ πανοῦργος ἀλώπηξ, Σοφ. Αἴ. 103, πρβλ. Ἀνδοκ. 13. 23· φθείρεσθ’
    5 KB (322 words) - 17:31, 10 January 2019
  • adj. P. and V. κακοῦργος, πανοῦργος, ἐπίτρεπτος, μοχθηρός, V. λεωργός (also Xen.), παντουργός; see villainous. Look up rascally on Perseus Dictionaries
    286 bytes (32 words) - 09:49, 21 July 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)