Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "πανοῦργος" on this wiki. See also the other search results found.

  • Ar.), Ar. and V. κέντρων, ὁ (Soph., Fragment), or use adj., P. and V. πανοῦργος, κακοῦργος. ⇢ Look up "scoundrel" on Perseus Dictionaries | Perseus
    423 bytes (41 words) - 09:16, 20 May 2020
  • subs. Use adj., P. and V. κακοῦργος, πανοῦργος, V. λεωργός (also Xen.); see villainous, rascal. Look up villain on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC
    239 bytes (32 words) - 10:09, 21 July 2017
  • P. and V. πανοῦργος, P. ἀπατηλός. false, counterfeit: Ar. and P. παράσημος, P. and V. κίβδηλος. ⇢ Look up "fraudulent" on Perseus Dictionaries | Perseus
    341 bytes (33 words) - 09:08, 20 May 2020
  • = πανοῦργος, Phot., EM482.26, Suid. Abbreviations: ALL | General | Authors & Works [Seite 1278] erkl. Suid. πανοῦργος. S. καύαξ. κάβαξ, ὁ (Α) πανούργος
    736 bytes (39 words) - 17:48, 7 July 2020
  • πᾰνουργέω: πρκμ. πεπανούργηκα Ἀριστοφ. Πλ. 368· - εἶμαι πανοῦργος, φέρομαι ὡς πανοῦργος ἢ ἀπατεών, Εὐρ. Μήδ. 583, Ἀριστοφ. Ἀχαρν. 658, Ἀντιφῶν 137.
    4 KB (321 words) - 11:58, 3 October 2020
  • P. and V. κακοῦργος, πανοῦργος, ἐπίτρεπτος, μοχθηρός, V. λεωργός (also Xen.), παντουργός; see villainous. ⇢ Look up "rascally" on Perseus Dictionaries
    339 bytes (31 words) - 09:16, 20 May 2020
  • P. and V. κακός, πονηρός, μοχθηρός, ἄδικος, κακοῦργος, πανοῦργος. ⇢ Look up "dishonest" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary
    264 bytes (26 words) - 09:17, 20 May 2020
  • αρχ. κ. ως επίθ., άπατεών, ο, η) αυτός που εξαπατά τους άλλους, δόλιος πανούργος αρχ. ως επίθ. ο απατηλός. [ΕΤΥΜΟΛ. < απάτη + (κατάλ.) -εών, η οποία σε
    768 bytes (60 words) - 11:19, 23 December 2018
  • πανοῦργος, Hsch. Abbreviations: ALL | General | Authors & Works σέσυφος: «πανοῦργος» Ἡσυχ. Α (κατά τον Ησύχ.) «πανοῡργος». [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. Σίσυφος. Αναζήτηση
    539 bytes (27 words) - 18:55, 7 July 2020
  • ill-doing = πανοῦργος, κακοῦργος, πανουργία, κακουργία ⇢ Look up "ill-doing" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary |
    125 bytes (24 words) - 09:30, 23 May 2020
  • ὁ πολλὰ εἰδὼς καὶ πανοῦργος. τινὲς δὲ γάσος Hsch. Grammatical information: m. Meaning: ὁ πολλὰ εἰδὼς καὶ πανοῦργος. τίνες δε γάδος H. Cf. γάσος ὁ ἀπατέων
    601 bytes (59 words) - 18:30, 8 July 2020
  • 284. 6· πολὺ πέραν, πολλῷ πλέον, τοῦ πρόσθεν εἰς ὑπερβ. πανοῦργος, πολὺ περισσότερον πανοῦργος παρά... ὁ αὐτ. ἐν Ἱππ. 939, πρβλ. Δημ. 1411. 14· εἰς ὑπερβολὰς
    32 KB (2,850 words) - 17:56, 8 July 2020
  • and V. ἄπιστος. cunning: P. and V. ποικίλος (Plato), πυκνός (Plato), πανοῦργος. ⇢ Look up "shifty" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus
    454 bytes (40 words) - 08:56, 20 May 2020
  • «αγγείο του Σατανά ή του διαβόλου» — άνθρωπος κακός, αισχρός, πρόστυχος, πανούργος, ικανός για κάθε κακή πράξη (ίσως από τη σημασία «ανθρώπινο σώμα» που η
    3 KB (181 words) - 08:54, 23 December 2018
  • όν, (Adv. λέως, ἔργον)    A one who will do anything (cf. ῥᾳδιοῦργος, πανοῦργος), villainous, A.Pr.5; of actions, λεωργὰ κἀθέμιστα (fort. καὶ θεμιστά)
    4 KB (302 words) - 09:05, 8 July 2020
  • adv. avec fourberie ou méchanceté. Étymologie: πανοῦργος. πανούργως: хитро, коварно Soph., Arph., Plut. πανούργως = basely, wickedly ⇢ Look up "πανούργως"
    280 bytes (38 words) - 09:25, 4 July 2020
  • τύπος τοῦ σοφὸς (μετὰ τοῦ Αἰολ. υ ἀντὶ ο), ὁ Σοφὸς ἢ Πανοῦργος· ὁ Ἡσύχ. ἀναφέρει: «σέσυφος· πανοῦργος». ου (ὁ) : Sisyphe, fils d’Éole, roi de Corinthe
    8 KB (685 words) - 22:00, 7 July 2020
  • verwandt mit κίναδος, richtiger viell. κιδ = σχιδ. κίδαφος: -η, -ον, πανοῦργος, δόλιος, Ἡσύχ.· καὶ ὡς οὐσιαστ., κίδαφος, κιδάφη, κινδάφη, κινδάφιος, =
    5 KB (429 words) - 17:55, 7 July 2020
  • P. and V. ποικίλος. πανοῦργος, ἐπίτριπτος, πυκνός, Ar. and V. δόλιος, αἱμύλος (acc. in Plato), παλιντριβής, μηχανορράφος. Fem. adj.: V. δολῶπις. ⇢ Look
    428 bytes (38 words) - 09:16, 20 May 2020
  • κατεργάρα και -άρισα, ουδ. κατεργάρικο (Μ κατεργάριος και κατεργάρης) πανούργος, δόλιος, παμπόνηρος νεοελλ. 1. (με θωπευτική σημ.) ευφυής, έξυπνος («είδες
    2 KB (156 words) - 06:40, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)