Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "παρακαταθήκη" on this wiki. See also the other search results found.

  • ον,    A of or with little money, παρακαταθήκη Ph.1.287, al. [Seite 322] von wenigem Vermögen, Philo. ὀλῐγοχρήμᾰτος: -ον, ὁ συνιστάμενος ἐξ ὀλίγων
    1 KB (73 words) - 12:08, 29 September 2017
  • π. Φυτ. Αἰτ. 1. 6, 7· τὰ εἰς ἐγκεντρισμὸν ἐνθέματα Γεωπ. 3. 3, 9. ΙΙ. παρακαταθήκη χρηματικὴ κατατεθειμένη εἰς τράπεζαν, Συλλ. Ἐπιγρ. 3599. 13. -ματος
    4 KB (318 words) - 07:09, 29 September 2017
  • Niedergelegte, Pfand, Diosc. 28 (VII, 37). παρθεσίη: ἡ, (παρατίθημι) παρακαταθήκη, ἐγγύησις, Ἀνθ. Π. 7. 37. ης (ἡ) : dépôt. Étymologie: παρατίθημι.
    1 KB (65 words) - 15:15, 9 January 2019
  • («μετὰ τοῡτο... μονομαχίαν ἐπιδιέθηκε») 2. μέσ. επιδιατίθεμαι καταθέτω παρακαταθήκη, ενέχυρο ως εγγύηση για να κάνω κάτι («ἐπιδιαθέμενος ἀργύριον ἐάν μὴ
    3 KB (171 words) - 07:11, 29 September 2017
  • Κόριννα 20 (κατὰ ποιητ. δοτ. Ταναγρίδεσσι)· οὕτω Ταναγρικὴ Σώφιλος ἐν «Παρακαταθήκη» 1· ― ἡ Ταναγραϊκή, ἡ χώρα τῆς Τανάγρας, Πλουτ. Περικλ. 10. [τᾰ-. Σώφιλος
    4 KB (314 words) - 10:04, 13 January 2019
  •    II declare, πόθεν… Pi.Pae.6.129; tell plainly, κ. ἐν τῷ κεῖται χώρῳ ἡ παρακαταθήκη Hdt.5.92.ή; κατερῶ πρὸς ὑμᾶς ἐλευθέρως τἀληθῆ Ar.Nu.518, cf. E.Med.1106(anap
    4 KB (315 words) - 11:45, 26 February 2019
  • θητείας τους και μπορούν ν' ανακληθούν σε καιρό επιστράτευσης 2. απόθεμα, παρακαταθήκη αρχ. 1. το να παραμονεύει κάποιος σ' έναν τόπο, η ενέδρα («πιστεύσαντες
    7 KB (527 words) - 22:50, 9 January 2019
  • α) καταθέτω, παραδίδω σε κάποιον χρήματα ή πράγματα για φύλαξη, κάνω παρακαταθήκη («παρακαταθέσθαι τὰ δύο τάλαντα», πάπ.) β) (για έντιμο πολίτη) παρέχω
    4 KB (331 words) - 11:12, 31 December 2018
  • deposito = παραθήκη, παρακαταθήκη Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site | Mijn | Glosbe
    70 bytes (33 words) - 07:20, 10 January 2019
  • onderpand = παραθήκη, παρακαταθήκη Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site | Mijn | Glosbe
    70 bytes (33 words) - 10:25, 10 January 2019
  • («μετὰ τοῦτο... μονομαχίαν ἐπιδιέθηκε») 2. μέσ. επιδιατίθεμαι καταθέτω παρακαταθήκη, ενέχυρο ως εγγύηση για να κάνω κάτι («ἐπιδιαθέμενος ἀργύριον ἐάν μὴ
    923 bytes (57 words) - 12:25, 15 February 2019
  • έχει εισπραχθεί και βρίσκεται στο ταμείο αρχ. 1. αποταμίευμα, προμήθεια, παρακαταθήκη 2. οικονομική διαχείριση, ταμίευση («δαπανᾱται... διὰ τῶν τῆς γυναικός
    2 KB (143 words) - 01:45, 10 January 2019
  • вверенное попечению = παρακαταθήκη Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    48 bytes (38 words) - 08:40, 15 October 2019
  • Αριστ. — Μέσ., προβάλλω στον εαυτό μου, σε Ισοκρ. III. 1. κατατίθεμαι ως παρακαταθήκη ή εγγύηση, βάζω ενέχυρο, ενεχυριάζω, υποθηκεύω, σε Ηρόδ., Αισχίν. κ.λπ
    43 KB (3,712 words) - 13:50, 3 October 2019
  • Ομ. Ιλ. β. «θῆκεν ἐν ἀκμοθέτῳ ἄκμονα», Ομ. Ιλ.) 3. καταθέτω κάτι ως παρακαταθήκη, παραδίδω σε κάποιον χρήματα ή πράγματα για φύλαξη («τὴν τιμὴν θήσονται
    215 KB (20,888 words) - 14:45, 3 October 2019
  • 367D· παρά τινι Ἐπιστ. Πλάτ. 345C· τἀργύριόν σοι κείσεται, θὰ μείνῃ ὡς παρακαταθήκη, μέλλον νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἀποζημίωσιν τοῦ κυρίου δούλου τινὸς ὑποστάντος
    85 KB (8,025 words) - 13:50, 3 October 2019
  • сданная на хранение ценность = παρακαταθήκη Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com
    48 bytes (40 words) - 20:30, 14 October 2019
  • ἀμμόνιον: τό, παρακαταθήκη [V] Ἐπιγρ. Δελφ. BCH. 1895, 1ff. Α48· 54· -ου, τό recargo por demora, ἀμμόνιον κατθέτω στατῆρα CID 1.9A.48 (Delfos IV a.C
    277 bytes (29 words) - 11:54, 21 August 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)