Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "τρόμος" on this wiki. See also the other search results found.

  • noch über die Ableitung Plut. de superst. 3. τάρβος: -εος, τό, φόβος, τρόμος, Ἰλ. Ω. 152, 181, Τραγικ., κλπ.· περίφοβόν μ’ ἔχει τ. Αἰσχύλ. Ἱκ. 736· ἐν
    6 KB (467 words) - 10:30, 20 January 2019
  • επιθ. χλωρός με μια από τις λ. ωμός με σημ. «ασθενής, αδρανής», χρώμα ή τρόμος, άποψη η οποία, όμως, δεν θεωρείται πιθανή]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    2 KB (169 words) - 11:30, 14 January 2019
  • ἔκδ. Dietz. Osann. ης, ες : tremblant. Étymologie: τρόμος, -ωδης. -ες / τρομώδης, -ῶδες, ΝΑ τρόμος αυτός που εμφανίζει ταχεία παλμική κίνηση, τρεμουλιαστός
    3 KB (192 words) - 10:32, 31 December 2018
  • ἐμὲ καὶ τουτονὶ ἵνα σʼ εὖ ποιῶμεν ἐξ ἴσου (Eq. 1159). Shudder: P. and V. τρόμος, ὁ. Give one a start: use P. and V. ἔκπληξιν παρέχειν (dat.). Look up start
    3 KB (348 words) - 16:59, 7 August 2017
  • -ατος, τό (δείδω), I. φόβος, τρόμος, κατάπληξη, σε Ομήρ. Ιλ., Ηρόδ., Αττ. II. φόβητρο, σκιάχτρο, αντικείμενο του φόβου, τρόμος, φρίκη· ὦπῦρ σὺ καὶ πᾶν δ.
    13 KB (1,276 words) - 14:35, 2 October 2019
  • και ριπιτίδι, το, και ριπιτίδα, η, Ν φόβος, τρόμος 2. φρ. «του πήγε [ή τον πήγε] ριπιτί» — φοβήθηκε πάρα πολύ. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    255 bytes (29 words) - 12:26, 29 September 2017
  • βουλεύσῃς κακόν E.Med.317. ὀρρωδία: Ἰων. ἀρρωδίη, ἡ, (ὀρρωδέω) φόβος, τρόμος, Ἡρόδ. 7. 173, Εὐρ. Φοίν. 1389, κτλ.· τοὺς Ἕλληνας εἶχε δέος τε καὶ ἀρρ
    2 KB (191 words) - 04:50, 10 January 2019
  • subs. Trembling: P. and V. τρόμος, ὁ (Plat.). Weakness: P. ἀρρωστία, ἡ. Look up palsy on Perseus | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full text search
    230 bytes (24 words) - 09:48, 21 July 2017
  • ολόκληρο το σώμα 4. πληθ. γυῑα, τα α) τα μέλη του σώματος («γυῑα λέλυντο», «τρόμος, κάματος λάβε γυῑα») β) τα χέρια 5. φρ. α) «γυῑα ποδῶν» — τα πόδια β) «μητρός
    2 KB (128 words) - 06:26, 29 September 2017
  • Inscrr. as IG12(2).6.33 (Pass., Lesbos); ἄγρει δ' οἶνον ἐρυθρόν Archil.4.3; τρόμος παῖσαν ἄγρει Sapph.2.14, cf. Thgn.294; ἀγρεῖ πόλιν captures, A.Ag.126 (lyr
    6 KB (514 words) - 11:20, 10 January 2019
  • ἐμβάλλειν Ἡρόδ. 7. 10, 5· ἐν τῷ γινομένῳ φ. ὁ αὐτ. 9. 69· ― εἶτα καθόλου, φόβος, τρόμος, κυρίως δὲ ἡ ἐξωτερικὴ ἐκδήλωσις αὐτοῦ, ὅθεν καὶ διαστέλλεται ἀπὸ τοῦ δέος
    38 KB (3,667 words) - 13:28, 20 October 2019
  • εισβολή, επίθεση νεοελλ. 1. απροσδόκητη εμφάνιση 2. έκπληξη, ξάφνιασμα, τρόμος από κάτι απρόοπτο. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    501 bytes (36 words) - 06:34, 29 September 2017
  • σωματικής ή ψυχολογικής βίας 2. μέλος τρομοκρατικής οργάνωσης. [ΕΤΥΜΟΛ. < τρόμος + -κράτης (< κράτος), πρβλ. δημο-κράτης. Η λ., στον λόγιο τ. του πληθ. τρομοκράται
    773 bytes (56 words) - 12:44, 29 September 2017
  •    II of involuntary feelings, come upon, steal over one, c. acc., Τρῶας δὲ τρόμος αἰνὸς ὑπήλυθε γυῖα Il.7.215, 20.44; φρίκης αὐτὸν ὑπελθούσης Hdt.6.134; ὥς
    20 KB (1,675 words) - 02:10, 10 January 2019
  • auch m. ὑπο-, περι-, ἀμφι-, Derivative: Davon τρόμος m. Zittern, Beben, Furcht, Angst (seit Il.) mit τρομός zitternd (E. Fr. 876), -ερός (Sapph., E., A.
    13 KB (1,254 words) - 14:25, 3 October 2019
  • Πολυδ. Ε΄, 61· ἐν τῇ θαλάσσῃ Εὐαγγ. κ. Ματθ. η΄ 24. ― Καθ’ Ησύχ.: «σεισμός· τρόμος». οῦ (ὁ) : ébranlement, commotion : σεισμὸς γῆς THC, σεισμὸς χθονός EUR
    8 KB (668 words) - 14:25, 3 October 2019
  • τὸ ἐκπλήττεσθαι, ὡς καὶ νῦν, Ἱππ. π. Ἀέρ. 290, Πλάτ., κτλ.· ἔκπλ. κακῶν, τρόμος προερχόμενος ἐκ δυστυχημάτων, Αἰσχύλ. Πέρσ. 606 (ἴδε ἐν λέξει ἀφασία)· ἔκπλ
    6 KB (584 words) - 21:05, 20 August 2019
  • ὁ,    A = τρόμος, Hp.Morb.1.24 (cod. θ), Erot.; cf. τέτρομος. ὁ, Α τρόμος. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ανάγεται στη συνεσταλμένη βαθμίδα τραμ- του θ. τρεμ- του ρ.
    996 bytes (55 words) - 16:00, 2 October 2019
  • περίοδος από τον Σεπτέμβριο 1793 μέχρι τις 27 Ιουλίου 1794). [ΕΤΥΜΟΛ. < τρόμος + -κρατία (< -κράτης < κράτος), πρβλ. δημο-κρατία. Η λ. μαρτυρείται από
    2 KB (109 words) - 12:58, 29 September 2017
  • Sym.M.77.1401A. Source: ἔντρομος from ἐν and τρόμος; terrified: X quake, X trembled. ἐντρομον (τρόμος, cf. ἔμφοβος), trembling, terrified: ἔντρομος
    4 KB (411 words) - 13:30, 3 October 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)