Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "χαλκουργός" on this wiki. See also the other search results found.

  • χαλκευτὰν κατέχει Πίνδαρον ἅδε κόνις Ἀνθ. Π. 7. 34. ο, ΝΑ χαλκεύω χαλκεύς, χαλκουργός νεοελλ. 1. πλάστης, δημιουργός 2. μτφ. συκοφάντης, μηχανορράφος αρχ. (γενικά)
    2 KB (95 words) - 02:32, 10 January 2019
  • ὀρείχαλκον, Ἀριστ. Πολιτ. 1. 8, 1. -ή, -ό / χαλκουργικός, -ή, -όν, ΝΜΑ χαλκουργός 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον χαλκουργό ή στην χαλκουργία 2. το
    2 KB (154 words) - 02:40, 10 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)