Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἀγρός" on this wiki. See also the other search results found.

  • ἴδε ἀγρέτης. ου (ὁ) : campagnard. Étymologie: ἀγρός. rustic, Od. 16.218. ἀγρότης: -ου, ὁ (ἀγρός), I. χωρικός, χωριάτικος, σε Ευρ. II. (ἄγρα) = ἀγρευτής
    4 KB (303 words) - 14:05, 31 January 2019
  • α, ον, (ἀγρός)    A of the field or country, πλάτανος AP6.35 (Leon.).    2 clownish, boorish, Ar.Nu.655, Th.160. [Seite 22] vom Lande, bäurisch, plump
    3 KB (233 words) - 11:20, 10 January 2019
  • η βάθος 1. βαθειά καλλιέργεια της γης 2. αγρός βαθιά οργωμένος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    168 bytes (20 words) - 06:24, 29 September 2017
  • ἡ, γαῖα, ἡ, V. αἶα, ἡ. Private estate: Ar. and P. χωρίον, τό, P. and V. ἀγρός, ὁ, or pl. Sacred enclosure: P. and V. τέμενος, τό, ἄλσος, τό (Plat.), V
    497 bytes (60 words) - 09:39, 21 July 2017
  • αιώνιο κτήμα νεοελλ. 1. κάθε ακίνητη ιδιοκτησία που έχει αυτοτέλεια, όπως αγρός, οικόπεδο ή οικοδομή 2. στον πληθ. αγροί, χωράφια, λιβάδια, ελαιώνες, αμπελώνες
    3 KB (205 words) - 12:35, 15 February 2019
  • αρωματοφόρος μσν. αρωματοπράτης νεοελλ. αρωματοποιός]. (II) ἄρωμα, το (Α) αρώ ο αγρός, το χωράφι. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    912 bytes (57 words) - 12:10, 8 January 2019
  • Adv., (ἀγρός)    A to the country, Od 15.370. [Seite 24] auf das Land, poet., Hom. Od. 15, 370. 379. 21, 370. ἀγρόνδε: ἐπίρρ. (ἀγρός) εἰς τὸν ἀγρόν
    1 KB (102 words) - 11:55, 9 January 2019
  • («προσάρτηση εδαφών») 3. γη, χώμα (από ποιοτική άποψη) («έδαφος παχύ, εύφορο») 4. αγρός, χωράφι, οικόπεδο («ιδιωτικά εδάφη») νεοελλ. 1. το μονόχρωμο ή πολύχρωμο
    2 KB (131 words) - 07:06, 29 September 2017
  • 3. επίθ. του Πανός 4. επίθ. του Άρη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -αγρος (< αγρός), πρβλ. φίλ-αγρος, βό-αγρος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    621 bytes (44 words) - 06:36, 29 September 2017
  • ον, (ἀγρός, οἰκέω)    A dwelling in the fields, ζὧα, opp. ὄρεια, Arist.HA488b2; esp. of men, countryman, rustic, Ar.Nu.47; in Attica, οἱ ἄ., = γεωμόροι
    9 KB (764 words) - 11:35, 9 January 2019
  • ἵππαγρος, ὁ (Α) άγριος ίππος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἱππ(ο)- + -αγρος (< ἀγρός), πρβλ. βό-αγρος, σύ-αγρος. Για τη σειρά τών συνθετικών βλ. λ. ιπποπόταμος]. Αναζήτηση
    491 bytes (32 words) - 08:48, 23 December 2018
  • (Α) αυτός που ζει στους αγρούς, στην εξοχή, χωρικός, χωριάτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός + δίαιτα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    344 bytes (24 words) - 06:25, 29 September 2017
  • τοῦ ἀγρός, μικρὸς ἀγρός, Λατ. agellus, Ἀρρ. Ἐπίκτ. 1. 1, 10., 2. 2, 17. -ου, τό 1 pequeña posesión en el campo οἰκίδια καὶ ἀγρίδια SB 5230.29 (I d.C
    2 KB (139 words) - 15:16, 31 December 2018
  • ἴδε ἀγρώστης, ΙΙ. ιδος et εως (ἡ) : chiendent, plante. Étymologie: DELG ἀγρός, pê influencé par γράστις. field-grass, grass; identified by some with
    5 KB (466 words) - 13:45, 2 October 2019
  • familia de palabras es el de ‘dormir fuera’, ‘pasar la noche fuera’ (en el ἀγρός) de donde se explica bien el paso a ‘no dormir’, ‘vigilar’ etc., a través
    7 KB (691 words) - 13:45, 2 October 2019
  • Ra.1092 (anap.), Pl.560 (anap.), Pl.R.422b.    II metaph., of soil, rich, ἀγρός, δῆμος, etc., Il.23.832, 16.437, etc.; πίονα ἔργα rich crops, 12.283; τέμενος
    14 KB (1,226 words) - 15:50, 2 October 2019
  • το / χωράφιον, ΝΜΑ καλλιεργήσιμη γη μικρής έκτασης νεοελλ. 1. αγρός σπαρμένος με σιτάρι, σιταγρός 2. μτφ. (διαλ.) γυναίκα που κάνει πολλά παιδιά 3. στον
    1 KB (79 words) - 06:17, 29 September 2017
  • round about, on air sides: οἱ κυκλωαγροι, the circumjacent country (see ἀγρός, c.), WH (rejected) marginal reading gives ἔγγιστα); ἀπό Ἰερουσαλήμ καί κύκλῳ
    2 KB (250 words) - 13:55, 3 October 2019
  • πράγματα) αυτός που ανήκει στους αγρούς, αγροτικός, εξοχικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός + αὐλή. ΠΑΡ. ἀγραυλία, ἀγραυλίζομαι, ἀγραυλῶ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    580 bytes (37 words) - 06:31, 29 September 2017
  • ἀγροιώτης, ο (θηλ. -ώτις) (Α) ἀγρός 1. (συνήθως ως ουσ. και στον Όμηρο πάντοτε σε πληθ.) οἱ ἀγροιῶται αγρότες 2. ως επίθ. α) αυτός που προέρχεται από τον
    403 bytes (41 words) - 06:17, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)