Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἀπολογία" on this wiki. See also the other search results found.

  • P. and V. ἀπόκρισις, ἡ (Euripides, Fragment), P. ὑπόληψις. defence: P. ἀπολογία, ἡ. ⇢ Look up "rejoinder" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus
    345 bytes (31 words) - 13:40, 14 October 2021
  • Works [Seite 626] ἡ, Vorbringung u. Vertheidigung seiner Gerechtsame, = ἀπολογία; Demad. 7; Pol. 3, 21, 3; Plut. Rom. 19 u. öfter; neben πίστις, Beweisführung
    5 KB (470 words) - 00:45, 30 December 2020
  • discurso de defensa = ἀπολογία, δικηγορία, δικαιολογικός * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    93 bytes (19 words) - 06:50, 22 August 2017
  • 12.11; ἡ τοῦ κωρύκου ἐπιφορά Philostr.Gym.57; attack of an orator, opp. ἀπολογία, Id.VS1.25.10 (pl.). 3 vehemence in oratory, Hermog.Id.1.11, al., Philostr
    14 KB (1,139 words) - 17:27, 26 June 2022
  • third sources: ον, A subject to no deduction or restriction, μισθώσεις, ἀπολογία, Hsch. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works -ον no sometido
    744 bytes (50 words) - 16:10, 1 January 2021
  • ψευδαπολογία: ἡ, ψευδὴς ἀπολογία, Θ. Στουδ. σελ. 1044, ἐκδ. Mi. ἡ, Μ ψευδής απολογία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ψευδ(ο)- + ἀπολογία. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    388 bytes (27 words) - 06:29, 29 September 2017
  • κ. -γιέμαι κ. απηλογιέμαι (AM ἀπολογοῦμαι) απόλογος 1. διατυπώνω απολογία, υπερασπίζω τον εαυτό μου ως κατηγορούμενο, αποκρούω κατηγορία μσν.- νεοελλ.
    850 bytes (61 words) - 16:25, 26 March 2021
  • Πλάτ. Κρατ. 436C· ὑπέρ τινος, πρός τινα Πλουτ. Κίμ. 1. ατος (τό) : c. ἀπολογία. -ματος, τό 1 defensa, justificación τοῦτο ... οὐδέν ἐστιν ἀ. Pl.Cra
    2 KB (187 words) - 15:50, 20 June 2022
  • παράκληση, δέηση, ικεσία 2. αποτροπή κακού με ευχές 3. αίτηση συγγνώμης, απολογία, δικαιολογία 4. συγγνώμη, συγχώρηση («παραίτησις ἁμαρτημάτων», Φιλ.) 5
    1 KB (96 words) - 12:13, 29 September 2017
  • 855e, ἀνακρινάντω δὲ το[ὺς] μάρτυρας SIG 953.46 (Calimna II a.C.), ἡ ἐμὴ ἀπολογία τοῖς ἐμὲ ἀνακρίνουσίν ἐστιν αὕτη 1Ep.Cor.9.3, en el interrogatorio previo
    17 KB (1,715 words) - 15:45, 20 June 2022
  • excuse: P. and V. πρόφασις, ἡ. P. ἀπολογία, ἡ. pardon: P. and V. συγγνώμη, ἡ, V. σύγγνοια, ἡ. ⇢ Look up "palliation" on Perseus Dictionaries | Perseus
    372 bytes (35 words) - 09:41, 10 December 2020
  • ответ = ὑπόληψις, ἄμειψις, ὑπότευξις, ἀπάντησις, ἀπολογία, ἀπόφασις, ἀπόκρισις, ἀπόκριμα, ὑπόκρισις, ἀμοιβή * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь
    250 bytes (46 words) - 09:20, 15 October 2019
  • διαχείρισης 2. ανακεφαλαίωση, συνοπτική παρουσίαση αρχ. 1. διήγηση, έκθεση 2. απολογία. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    400 bytes (29 words) - 06:57, 29 September 2017
  • ἀπ. πρὸς τὸ ἐρώτημα Θουκ. 3. 60· πρβλ. Ξεν. Ἱέρ. 1. 35. 2) ὑπεράσπισις, ἀπολογία, Ἀντιφῶν 137. 6. εως (ἡ) : 1 tri, choix ; t. de méd. sécrétion; 2 réponse
    9 KB (862 words) - 20:17, 16 April 2022
  • εὔθαρσος, -ον (Μ) 1. ο ευθαρσής («ἡ εὔθαρσος ἀπολογία») 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ εὔθαρσον το θάρρος, η τόλμη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + θάρσος. * Αναζήτηση σε: Google
    423 bytes (32 words) - 06:39, 29 September 2017
  • νεοελλ. 1. διατάζω κάποιον ως ανώτερη αρχή να κάνει κάτι («μέ κάλεσε σε απολογία ο υπουργός 2. φρ. α) «καλώ στα όπλα» — προσκαλώ στις τάξεις του στρατού
    7 KB (521 words) - 20:30, 27 January 2022
  • κοντά κάποιον 2. έπομαι, είμαι επακολούθημα, είμαι αποτέλεσμα (α. «μετά την απολογία του συνακολούθησε η σύλληψη» β. «συντέτακται καὶ συνακολουθεῑ τοῖς μὲν
    3 KB (196 words) - 13:00, 28 March 2021
  • Weinranke’, κλῆρος (κλᾶρος) Los, κλῶμαξ Steinhaufen (s. dd.), ἀπόκλωμα. ἀπολογία ἐπὶ τὸ χεῖρον H. — Ganz fraglich Κλαζομεναί ON (Kleinasien), nach Fraenkel
    15 KB (1,552 words) - 13:38, 25 June 2022
  • ο (AM ἀπόλογος) απολογία, λογοδοσία μσν.- νεοελλ. απόκριση, απάντηση νεοελλ. τα τελευταία λόγια κάποιου ετοιμοθάνατου αρχ. 1. διήγηση, ιστόρημα 2. μύθος
    703 bytes (38 words) - 06:57, 29 September 2017
  • ενέργειας, θέσης ή κατάστασης. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. μαρτυρείται από το 1839 στην απολογία τών Ιω. Ορλάνδου και Ανδρ. Λουριώτη]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    442 bytes (39 words) - 06:27, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)