Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ὡραία" on this wiki. See also the other search results found.

  • μαθημάτων Πλάτ. Πολ. 444D, Γοργ. 475Α· ἐς κάλλος ἀσκεῖ, προσπαθεῖ νὰ φαίνηται ὡραία, νὰ ἐπιδεικνύῃ τὸ κάλλος αὐτῆς, Εὐρ. Ἠλ. 1073· οὐ γὰρ ἐς κάλλος τύχας δαίμων
    18 KB (1,657 words) - 20:30, 7 July 2020
  • ἡ. season of marriage: V. γάμων ἀκμή, ἡ. the fruits of the season: P. τὰ ὡραῖα. in season: see seasonably. out of season: see unseasonably. spice: P.
    726 bytes (76 words) - 08:52, 20 May 2020
  • ὁ; see fruit. grain: P. and V. σῖτος, ὁ. produce of the seasons: P. τὰ ὡραῖα. produce (of money, etc.): P. ἐπικαρπία, ἡ. ⇢ Look up "produce" on Perseus
    2 KB (155 words) - 09:15, 20 May 2020
  • β' πρόσ. του αδύνατου τύπου της κτητικής αντωνυμίας («τα μάτια σου είναι ωραία»). (II) το, Ν άκλ. είδος γλυκού. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. chou (a la creme) «μικρό
    740 bytes (56 words) - 11:55, 9 January 2019
  • στάχυς, ὁ, V. γῆς βλαστήματα, τά. γῆς φυτά, τά, P. τὰ ἐκ τῆς γῆς φυόμενα, τὰ ὡραῖα. corn: P. and V. σῖτος, ὁ. tree fruit: P. and V. ὀπώρα, ἡ. P. δένδρων καρπός
    2 KB (197 words) - 19:56, 7 June 2020
  • ὡραία ⇢ Look up "the season for sailing" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full text
    48 bytes (22 words) - 12:15, 23 May 2020
  • και άσκημος, -η, -ο (AM ἄσχημος, -ον) Ι. αυτός που δεν έχει ωραία εμφάνιση, δύσμορφος μσν.- νεοελλ. 1. δυσάρεστος, δυσμενής («άσχημα μαντάτα») 2. (για
    4 KB (281 words) - 15:20, 15 January 2019
  • μυρωδάτος, μοσχομυρισμένος («εὐῶδες ἔλαιον», Ομ. Ιλ.). επίρρ... εὐωδῶς (Μ) με ωραία, γλυκιά μυρωδιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -ωδης (< όζω < όδ-jω) τ. που εμφανίζει την
    1 KB (67 words) - 15:25, 15 January 2019
  • τελευταία εισάγεται με τον αλλά για να δηλώσει σπουδαιότητα «ωραία η εμφάνισή του, ωραία η ομιλία του, αλλά το κυριότερο ο χαρακτήρας του» 2. εκφέρεται
    11 KB (864 words) - 11:25, 14 January 2019
  • περὶ τοῦ κυνὸς Ἄργου, Ὀδ. Ρ. 308, πρβλ. Ἡρόδ. 3. 107· ἴδε ἐν λ. δέμας. 2) ὡραία μορφή, κάλλος, ὡς τὸ Λατ. forma, Ὀδ. Ρ. 454, Ἡρόδ. 1. 199., 8. 105, κτλ.·
    52 KB (5,442 words) - 23:00, 7 July 2020
  • σύνθεση («παίζει στο πιάνο και τραγουδάει το ίδιο κομμάτι κάθε απόγευμα») 3. ωραία και προκλητική γυναίκα, κόμματος 4. στον πληθ. κομμάτια συντρίμμια, θραύσματα
    3 KB (250 words) - 07:25, 29 September 2017
  • -ές (ΑΜ εὐπρεπής, -ές) 1. αυτός που έχει ωραία, σοβαρή και σεμνή εξωτερική εμφάνιση, ο ευπρόσωπος, ο ευπαρουσίαστος 2. ευγενικός, κόσμιος μσν. μεγαλοπρεπής
    1 KB (90 words) - 12:25, 15 February 2019
  • 1128Η, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 7. 1, 6, π. Ζ. Γεν. 2. 4, 10. ΙΙ. λεπτὰ καὶ ὡραῖα ὑποδήματα, Ἄλεξ. ἐν «Ταραντίνοις» 4. λευκά: τά 1) (sc. ἱμάτια) белые одежды
    718 bytes (68 words) - 07:52, 31 December 2018
  • -ον) αυτός που δεν έχει ορισμένη μορφή, σχήμα αρχ. 1. αυτός που δεν έχει ωραία μορφή, δύσμορφος, άσχημος 2. ταπεινωτικός, ατιμωτικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ- στερ
    695 bytes (44 words) - 06:19, 29 September 2017
  • κούκλα κι από μέσα πανούκλα» — λέγεται για καθετί κακό, το οποίο όμως έχει ωραία εξωτερική εμφάνιση. [ΕΤΥΜΟΛ. < μσν. πανούκλα < λατ. panucula, υποκορ. του
    666 bytes (50 words) - 12:13, 29 September 2017
  • ονομασία τών φυτών που κατά παλαιότερη ταξινόμηση ήταν γνωστά ως ερείκη η ωραία και ερείκη η δενδρώδης 3. φρ. μτφ. «δεν μπαίνω σε καλούπι» ή «δεν βάζω σε
    1 KB (96 words) - 07:20, 29 September 2017
  • ἔμορφος, -η, -ο και ὄμορφος, -η, -ο (ΑΜ εὔμορφος, -ον) 1. αυτός που έχει ωραία μορφή, ωραίος, καλοκαμωμένος («εὐμόρφων δὲ κολοσσῶν ἔχθεται χάρις ἀνδρί»
    3 KB (191 words) - 15:15, 15 January 2019
  • Rep. IX, 573 d, κῶμοι καὶ θάλειαι, früher θαλίαι. θάλεια: ἡ, θάλλουσα, ὡραία, ἄφθονος· παρ’ Ὁμ. ἀείποτε ἐπὶ εὐωχίας ἢ συμποσίων, θεῶν ἐν δαιτὶ θαλείῃ
    8 KB (717 words) - 08:40, 8 July 2020
  • καλοπιάνω) 1. φέρομαι καλά, κολακεύω κάποιον, τον πιάνω με το καλό 2. προσπαθώ με ωραία και παρήγορα λόγια να εξευμενίσω κάποιον νεοελλ. 1. πιάνω κάτι καλά, γερά
    711 bytes (67 words) - 07:21, 29 September 2017
  • ευνοημένος από την τύχη (μσν) 1 (για τόπο) κατάλληλος για κάτι 2. όμορφος, με ωραία εμφάνιση 3. ευγενικός, λεπτός αρχ. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ ἐπιδέξια τα
    3 KB (247 words) - 06:31, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)