Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "παίκτης" on this wiki. See also the other search results found.

  • ο, Ν παίκτης υδατοσφαίρισης. [ΕΤΥΜΟΛ. < υδατόσφαιρα + κατάλ. -ιστής (< ρ. σε -ίζω)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    330 bytes (20 words) - 12:58, 29 September 2017
  • ο μπιλιάρδο 1. άτομο που παίζει συχνά μπιλιάρδο, σφαιριστής 2. παίκτης που γνωρίζει καλά το μπιλιάρδο. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    252 bytes (25 words) - 12:00, 29 September 2017
  • για όσους δεν μπορούν να δώσουν απάντηση σε κάτι και χρονοτριβούν αρχ. 1. παίκτης έγχορδου μουσικού οργάνου 2. προσωνυμία του Απόλλωνος. Αναζήτηση σε: Google
    3 KB (231 words) - 06:12, 1 January 2019
  • βλέμμα ενός προσώπου ή πράγματος, το σταμπάρισμα 3. το να εμποδίζει ένας παίκτης ομαδικού αθλήματος τον αντίπαλο. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    703 bytes (62 words) - 07:35, 29 September 2017
  • η, Ν 1. (στο χαρτοπαίγνιο) το σύνολο τών χαρτιών που μαζεύει ο παίκτης με ένα μόνον χαρτί, μπάζα 2. φρ. «δεν πιάνει χαρτωσιά μπροστά σου» — είναι πολύ
    778 bytes (61 words) - 12:52, 29 September 2017
  • σφαφίζω αυτός που συμμετέχει σε παιχνίδι που παίζεται με σφαίρες νεοελλ. ο παίκτης μπιλιάρδου. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1 KB (80 words) - 09:04, 1 January 2019
  • που εκτελούσε ταχυδακτυλουργικά νούμερα με ψηφίδες. [ΕΤΥΜΟΛ. < ψῆφος + παίκτης. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    2 KB (119 words) - 06:28, 1 January 2019
  • το είδος παιχνιδιού κατά το οποίο κάθε παίκτης προσπαθεί με ένα ξύλινο σφυρί να περάσει μια ξύλινη μπάλα μέσα από μικρά τόξα χωμένα στο έδαφος. [ΕΤΥΜΟΛ
    611 bytes (44 words) - 06:42, 29 September 2017
  • libero «βιβλίο» < λατ. liber, libri]. (II) ο (αθλ.) (στο ποδόσφαιρο) παίκτης χωρίς μόνιμη θέση, ο οποίος τοποθετείται αυτόβουλα εκεί όπου το απαιτούν
    583 bytes (42 words) - 11:35, 9 January 2019
  • παίξιμο του οποίου χρησιμοποιείται ράβδος ή ζεύγος ράβδων με τις οποίες ο παίκτης χτυπά την τεντωμένη επιφάνεια του δέρματος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. drums, πιθ
    796 bytes (57 words) - 12:03, 29 September 2017
  • η 1. (στο τάβλι) η περίπτωση κατά την οποία ο ένας παίκτης φέρνει στα ζάρια αριθμούς αντίστοιχους προς θέσεις που κατέχονται από τα πούλια του αντιπάλου
    618 bytes (54 words) - 07:02, 29 September 2017
  • ο, η, Ν άκλ. παίκτης που σημειώνει τέρμα ή πόντο σε διάφορες αθλητικές συναντήσεις, όπως, λ.χ. στο ποδόσφαιρο ή στο μπάσκετ. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. scorer].
    384 bytes (34 words) - 12:29, 29 September 2017
  • το και πάρολη, η όρος τών τυχερών παιχνιδιών που σημαίνει ότι ο παίκτης που κερδίζει δεν αποσύρει τα κέρδη του, αλλά συνεχίζει το παιχνίδι ποντάροντας
    740 bytes (59 words) - 12:14, 29 September 2017
  • (Α κυμβαλιστής, θηλ. κυμβαλίστρια) κυμβαλίζω αυτός που κρούει κύμβαλο, παίκτης κυμβάλου. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    823 bytes (44 words) - 06:42, 29 September 2017
  • Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο κῠβευτής: -οῦ, ὁ (κυβεύω), παίκτης ζαριών, τζογαδόρος, σε Ξεν. κυβευτής -οῦ, ὁ [κυβεύω] dobbelaar. κῠβευτής:
    3 KB (194 words) - 15:10, 9 January 2019
  • ρημάτων: παιξοῦμαι, ἔπαιξα, ἐπαίχθην, πέπαιγμαι (πρβλ. παῖγμα, παίγνιον, παίκτης)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    33 KB (3,009 words) - 14:10, 3 October 2019
  • 108). ου; adj. m; c. χοροπαίγμων. ὁ, Α χοροπαίγμων. [ΕΤΥΜΟΛ. < χορός + παίκτης (< παίζω)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1 KB (65 words) - 02:38, 10 January 2019
  • ὁ (Α) (πιθ. γρφ.) αυτός που σαγηνεύει τα φίδια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὄφις, -ιος + παίκτης. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    313 bytes (23 words) - 12:12, 29 September 2017
  • nach Etwas Werfende. Bei Poll. 7, 204 ein Wurf. ἐπακοντιστής, ο (Α) ο παίκτης κύβων, ζαριών. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    733 bytes (39 words) - 07:10, 29 September 2017
  • σχοινιά, σχοινοβάτης, ακροβάτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < κάλως, ὁ «χοντρό σχοινί» + παίκτης. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    1 KB (48 words) - 07:21, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)