Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἀγρός" on this wiki. See also the other search results found.

  • γῆ, ἀγρός, ἄρουρα, γύαι ⇢ Look up "land for cultivation" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google
    88 bytes (23 words) - 09:48, 23 May 2020
  • πράγματα) αυτός που ανήκει στους αγρούς, αγροτικός, εξοχικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός + αὐλή. ΠΑΡ. ἀγραυλία, ἀγραυλίζομαι, ἀγραυλῶ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    580 bytes (37 words) - 06:31, 29 September 2017
  • ἀγροιώτης, ο (θηλ. -ώτις) (Α) ἀγρός 1. (συνήθως ως ουσ. και στον Όμηρο πάντοτε σε πληθ.) οἱ ἀγροιῶται αγρότες 2. ως επίθ. α) αυτός που προέρχεται από τον
    403 bytes (41 words) - 06:17, 29 September 2017
  • με σχέση αγροληψίας αρχ. αυτός που παρέχει άγρα, λεία, κυνήγι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός + -δότης < δίδωμι. ΠΑΡ. αγροδοσία]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    648 bytes (37 words) - 06:33, 29 September 2017
  • παραγωγή καρπού» και ὀργάς «γη που καλλιεργείται και ποτίζεται τακτικά, εύφορος αγρός». Κατ' άλλη άποψη, το ρ. οργώνω έχει προέλθει με αφομοιωτική τροπή του αρκτικού
    1 KB (86 words) - 12:10, 29 September 2017
  • familia de palabras es el de ‘dormir fuera’, ‘pasar la noche fuera’ (en el ἀγρός) de donde se explica bien el paso a ‘no dormir’, ‘vigilar’ etc., a través
    7 KB (716 words) - 15:00, 4 July 2020
  • νειός. νεός, Ion. gen. of ναῦς. [Seite 244] ἡ, sc. γῆ, auch ὁ νεός, sc. ἀγρός, Neuland, Brache; Xen. Oec. 16, 10; Theophr. – Vgl. νεά u. νειός. 1οῦ (ἡ) :
    1 KB (117 words) - 10:00, 8 July 2020
  • -ισις, -ισμός, -ισμα, -ιστής, -ιστικός, -ιστός. Etymology : Bildung wie ἀγρός, τάφρος, ἕδρα und andere Ortsbezeichnungen; ohne außergriech. Entsprechung
    44 KB (4,389 words) - 13:45, 8 July 2020
  • ἀγρόθεν: επίρρ. (ἀγρός), με προέλευση από τους αγρούς, σε Ομήρ. Οδ., Ευρ. κ.λπ. ἀγρόθεν: adv. с поля, из деревни (ἔρχεσθαι Hom.). ἀγρός from the country
    2 KB (170 words) - 14:30, 4 July 2020
  • φύσις Anon. ap. St.Byz. s.v. ἀγρός. ἀγροικηρός: -ά, -όν, ἄγροικος, τῷ ἀγροίκῳ ἴδιος, ἀγρ. φύσις, παρὰ Στεφ. Βυζ. ἐν λ. ἀγρός. -ά, -όν inculto, rústico
    731 bytes (39 words) - 11:00, 29 June 2020
  • δωρ. ἀγροβότας (Α) αυτός που τρέφεται ή κατοικεί στους αγρούς. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός + βότης < βόσκω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    358 bytes (25 words) - 06:31, 29 September 2017
  • ἀγροκόμος) αυτός που καλλιεργεί αγρούς αρχ. επιστάτης αγρού. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός + -κόμος < κομῶ (= περιποιούμαι)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    419 bytes (24 words) - 06:31, 29 September 2017
  • [ΕΤΥΜΟΛ. < χήν, χηνός, μέσω ενός αμάρτυρου χήναγρος (< χήν + ἀγρός, πρβλ. ἵππ-αγρος, σύ-αγρος)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1 KB (55 words) - 15:24, 1 July 2020
  • 37. ου (ὁ) : 1 rustique; 2 sauvage. Étymologie: ἀγρός. -ου del campo, salvaje St.Byz.s.u. ἀγρός. Source: ἀγρώτης ἀγρώτης: -ου, ὁ = ἀγρότης· ως επίθ
    2 KB (103 words) - 17:43, 1 July 2020
  • ἀγρευτῆρες Opp.H.4.586. (Posit. Adj. formed from ὄρος (τό), opp. ἀγρότερος from ἀγρός.) [Seite 373] poet. = ὀρεινός (kein compar., wie Philoxen. beim E. M.
    3 KB (261 words) - 17:35, 8 July 2020
  • κάπρος» + -αγρός (< ἀγρός), πρβλ. ἵππ-αγρος]. (II) ὁ, Α (για κυνηγετικό σκύλο) αυτός που κυνηγά αγριόχοιρους. [ΕΤΥΜΟΛ. < σῦς «χοίρος, κάπρος» + -αγρός (< ἄγρα)
    3 KB (234 words) - 19:45, 7 July 2020
  • countryman, St. Byz. s.v. ἀγρός. ἀγρίτης: -ου, ὁ, χωρικός, Στέφ. Βυζ. ἐν λεξ. ἀγρός. -ου, ὁ campesino St.Byz.s.u. ἀγρός. Source: ἀγρίτης
    569 bytes (28 words) - 11:05, 29 June 2020
  • οποίο θηρεύεται κάτι, κυνηγετικό δίχτυ. (II) ἄγρευμα, το (Α) ἀγρός στον πληθ. τὰ ἀγρεύματα ο αγρός που πρόσφατα ξεχερσώθηκε. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    539 bytes (47 words) - 12:10, 8 January 2019
  • productive, fertile, Arist.HA538a1, Thphr.CP1.17.10; χώρα Ph.2.297 (Sup.); ἀγρός Plu.2.59a: c. gen., ὀπωρας Hdn.1.6.1; πυρετῶν Gal.7.334: metaph., εὔ. γνῶσις
    14 KB (1,127 words) - 08:45, 8 July 2020
  • ἀγραυλέω, -ῶ (< ἀγραυλος, dwelling in the field; < ἀγρός, αὐλή), to live in the fields: Lk 2:8. † from ἀγρός and αὐλέω (in the sense of αὐλή); to camp out:
    3 KB (352 words) - 12:48, 5 July 2020

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)