Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "τίς κοινωνία" on this wiki. See also the other search results found.

  • τίς κοινωνία = what is the connection between, what is there in common between ⇢ Look up "τίς κοινωνία" on Google | LSJ full text search (Translation
    109 bytes (35 words) - 22:05, 3 July 2020
  • P. and V. κοινωνία, ἡ. what is the connection between? P. and V. τίς κοινωνία; (with double gen.). I have no connection with: P. and V. οὐδέν μοι μέτεστι
    1 KB (118 words) - 19:35, 9 December 2020
  • Heraclidae 184; cf. Ion, 1285). what is there in common between? P. and V. τίς κοινωνία; (with two gens.). have nothing in common with: P. οὐδὲν ἐπικοινωνεῖν
    2 KB (190 words) - 13:25, 14 October 2021
  • ἄρσενας (Euripides, Ion, 398). what relation is there between? P. and V. τίς κοινωνία; with two genitives. have relations with, v.: P. and V. ὁμιλεῖν; (dat
    2 KB (226 words) - 13:40, 14 October 2021
  • Nov.7.11); κοινωνία τῶν ἱερῶν Supp.Epigr.4.247 (Panamara); τίς θαλάσσης βουκόλοις κοινωνία; what have herdsmen to do with the sea? E.IT254; τίς δαὶ κατόπτρου
    18 KB (1,696 words) - 07:30, 11 September 2021
  • what is there in common between = τίς κοινωνία ⇢ Look up "what is there in common between" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora |
    56 bytes (30 words) - 15:01, 23 May 2020
  • what is the connection between = τίς κοινωνία ⇢ Look up "what is the connection between" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary
    56 bytes (28 words) - 15:00, 23 May 2020
  • κατώτερη από εκείνην του σχηματισμού του μσν.-αρχ. 1. αρμονία, συμφωνία («τίςκοινωνία τούτων πρὸς ἄλληλα καὶ συμφυΐα καὶ σύμπνοια;», Γρηγ. Ναζ.) 2. σύμπνοια
    2 KB (165 words) - 10:25, 31 December 2020
  • χωρίς να είμαι νόμιμος ή νόμιμη σύζυγος αρχ. ζω μαζί με άλλον στην ίδια κοινωνίατίς... τῶν οὐκ ὁρθῶν πολιτειῶν τούτων ἥκιστα χαλεπὴ συζῆν», Πλάτ.). * Αναζήτηση
    616 bytes (55 words) - 12:33, 29 September 2017
  • έννοια που δηλώνει κάθε διεργασία η οποία συντελείται στη φύση και στην κοινωνία (α. «φυσικό φαινόμενο» β. «βιολογικό φαινόμενο» γ. «κοινωνικό φαινόμενο»
    6 KB (486 words) - 12:56, 29 September 2017
  • η βελτίωση της ανθρώπινης ζωής ζ) «πολιτική κοινωνία» — η οργανωμένη υπό ενιαία πολιτική εξουσία κοινωνία, η πολιτεία, το κράτος η) «πολιτική κοινωνιολογία»
    54 KB (4,684 words) - 16:40, 9 May 2021
  • Αριστοφ.) 6. στον πληθ. τα πράγματα α) (γενικά) (σχετικά με πολιτεία, κοινωνία, άτομο) περιστάσεις, υποθέσεις, υπάρχουσα κατάσταση (α. «τώρα τελευταία
    11 KB (858 words) - 22:55, 27 March 2021
  • mirror, κ. εἴδους χαλκός A.Fr.393, cf. E.Hipp.429, etc.; τίς γὰρ κατόπτρῳ καὶ τυφλῷ κοινωνία; Com. ap. Stob.4.30.6a; κ. ἀνδρομήκη Phld.Rh.2.206S.; ἐν κατόπτρῳ…
    5 KB (434 words) - 13:40, 14 September 2021
  • την καλή λειτουργία του συστήματος νόμων και θεσμών οι οποίοι διέπουν μια κοινωνία στο οικονομικό, πολιτικό, νομικό, διοικητικό επίπεδο (α. «πρώτο μέλημα
    17 KB (1,354 words) - 19:15, 1 January 2022
  • shares in the orchard, PCair.Zen.369.2 (iii B.C.); παρουσία καὶ μ. Plu.2.945f; τίς μ. δικαιοσύνῃ καὶ ἀνομίᾳ; 2 Ep.Cor.6.14; κατὰ μετοχήν in virtue of participation
    8 KB (648 words) - 11:50, 20 April 2021
  • όπου βρίσκονται τα ιερά, ενώ στη συνέχεια εξελίχθηκε στη σημ. «κράτος, κοινωνία, σύνολο ανθρώπων που απαρτίζουν μια πολιτικοθρησκευτική κοινότητα», από
    12 KB (820 words) - 13:00, 15 February 2019
  • νεοελλ. 1. το σύνολο τών παραγωγικών σχέσεων που υπάρχουν σε μία δεδομένη κοινωνία 2. το σύνολο τών ενεργειών του ατόμου ως μέλους της κοινωνίας για την εξασφάλιση
    7 KB (520 words) - 08:55, 27 March 2021
  • προσώπων ή σε μία κατάσταση (α. «η κυριαρχία του άνδρα στην ανδροκρατούμενη κοινωνία» β. «η κυριαρχία των μεγάλων πάνω στους μικρούς» γ. «η κυριαρχία της Βρετανίας
    3 KB (261 words) - 18:50, 23 August 2021
  • 487,2. εἰ τίς, see εἰ, III:16; ἐάν τίς, τίνος, etc.: Tdf. ἄν); ἄν τινων, ἐάν); ἐάν μή τίς, οὐ ... τίς, not ... anyone, i. e. no one, οὔτε ... τίς, οὐδέ .
    22 KB (3,655 words) - 14:40, 3 October 2019
  • κατηγορουμένου 7. ιατρ. μίγμα ουσιών ή φαρμάκων 8. ομάδα ανθρώπων οργανωμένων σε κοινωνία 9. συγκρότηση στρατιωτικού τάγματος 10. αποθήκευση («σύνθεσις μήλων», Φύλαρχ
    9 KB (705 words) - 12:30, 28 March 2021
  • χωρίς να είμαι νόμιμος ή νόμιμη σύζυγος αρχ. ζω μαζί με άλλον στην ίδια κοινωνίατίς... τῶν οὐκ ὁρθῶν πολιτειῶν τούτων ἥκιστα χαλεπὴ συζῆν», Πλάτ.). * Αναζήτηση
    2 KB (206 words) - 08:57, 12 November 2021
  • μετουσία: ἡ, μετοχή, συμμετοχή, κοινωνία, μ. ἔχειν τινὸς Ἀριστοφ. Βάτρ. 443, πρβλ. Θεσμ. 152· σοὶ δὲ ἀρετῆς… τίς μετουσία; Δημ. 269. 26: ἱππικὸν δὲ
    5 KB (392 words) - 15:20, 30 December 2020
  • συμμάχοις σ. E.Ph.538; τὸ κοινὸν συνδεῖ τὰς πόλεις Pl.Lg.875a; ἡδονῆς καὶ λύπης κοινωνία συνδεῖ Id.R.462b; σ. καὶ συνέχειν Id.Phd.99c; σ. τινὰ πενίᾳ bind him to
    16 KB (1,382 words) - 10:57, 31 December 2020
  • σχέσεις» (κοινων.) μία από τις βασικότερες έννοιες της μαρξιστικής κοινωνιολογίας που εκφράζει τις υπάρχουσες σε κάθε κοινωνία αντικειμενικές σχέσεις τών
    5 KB (377 words) - 12:13, 29 September 2017
  • ἐπίστευον) X.An.7.6.33; γίνεται γ. ἡ κοινωνία συμμαχία for in that case, Arist.Pol.1280b8. 4 in abrupt questions, why, what, τίς γ. σε θεῶν ἐμοὶ ἄγγελον ἧκεν;
    125 KB (14,740 words) - 10:05, 9 January 2022
  • στην πρωτόγονη κοινωνία, ο οποίος όμως εξασθένησε αργότερα και μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις παρέμεινε ζωτικός σε μια πιο εξελιγμένη κοινωνία. Η λ. φυλή χρησιμοποιήθηκε
    52 KB (4,602 words) - 11:33, 9 January 2022
  • την υποταγή και τις υπηρεσίες του δεύτερου, έναντι τών οποίων ο κύριος του παρέχει για χρήση ένα φέουδο 3. (με ευρεία έννοια) κοινωνία η οποία βασίζεται
    2 KB (188 words) - 13:00, 29 September 2017
  • κάποιος μαζί με άλλους, (επι)κοινωνία, συναναστροφή, συντροφιά, Λατ. commercium, σε Αισχύλ. κ.λπ.· ὁμιλία τινός, (επι)κοινωνία ή συναναστροφή με κάποιον,
    21 KB (1,855 words) - 16:55, 14 January 2022
  • πολλά χρήματα ι) «μπαίνω στον κόσμο» i) παντρεύομαι ii) ξανοίγομαι στην κοινωνία, αναλαμβάνω ενεργό ρόλο ως κοινωνικό άτομο ια) «μπαίνω στον ίσιο δρόμο»
    10 KB (755 words) - 11:56, 29 September 2017
  • συμπεριφοράς ως προς τις κοινωνικές και πολιτιστικές πλευρές της δ) «κοινωνική διαφοροποίηση και διαστρωμάτωση» — η ύπαρξη και καθιέρωση στην κοινωνία διαφορετικών
    16 KB (1,320 words) - 11:42, 20 April 2021
  • [ΕΤΥΜΟΛ. < υπερ- + παραγωγή. Η λ. μαρτυρείται από το 1891 στην εφημερίδα Κοινωνία]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    924 bytes (67 words) - 12:59, 29 September 2017
  • μσν. φρ. «στήνω κατοικία» — εγκαθίσταμαι μσν.-αρχ. 1. κοινωνικό σύνολο, κοινωνία 2. κατοίκηση, διαμονή («τόπον δώσειν εὐφυῆ πρὸς κατοικίαν», Πολ.) αρχ.
    6 KB (483 words) - 12:45, 14 September 2021
  • ἡττημένοις And.3.19; οἰκία… κοινοτάτη ἀεὶ τῷ δεομένῳ Id.1.147; [πολιτεία] τίς κοινοτάτη; Arist.Pol.1289b14, cf. 1265b29; κοινόν τι χαρᾷ καὶ λύπῃ δάκρυα
    85 KB (7,817 words) - 10:01, 24 December 2021
  • πόλεως state affairs, government, Pl.Prt.319a; πόλις ἡ γενῶν καὶ κωμῶν κοινωνία ζωῆς τελείας καὶ αὐτάρκους Arist.Pol.1280b40; τὴν πόλιν φεύγειν shun one's
    54 KB (6,178 words) - 18:50, 11 January 2022
  • σύστημα μιας κοινωνίας (α. «αυτές οι αντιλήψεις αποτελούν ταμπού για την κοινωνία μας» β. «σε πολλές ωκεανικές φυλές απαγορεύεται η ομιλία την ώρα του φαγητού
    2 KB (131 words) - 12:54, 29 September 2017
  • γενέσθαι or γεγονέναι Pl.Phd.97a; τοῦ μεγίστου ἀγαθοῦ τῇ πόλει αἰτία ἡ κοινωνία Id.R.464b:—dat. αἰτίᾳ = for the sake of, κοινοῦ τινος ἀγαθοῦ Th.4.87, cf
    36 KB (3,499 words) - 09:05, 31 October 2021
  • soul, ib.p.20 U.; also in Stoic. Philos., affinity, τῶν μερῶν πρὸς ἄλληλα κοινωνία καὶ σ. Stoic.2.170, cf. 145; in Music, used of chords which vibrate together
    7 KB (535 words) - 20:30, 26 March 2021
  • συνείδησης, που αποτελεί ένα σύστημα γενικών εννοιών για τη φύση και την κοινωνία υπό τις πιο γενικές τους εκφάνσεις, καθώς και για τη θέση και τον ρόλο του
    28 KB (2,637 words) - 10:10, 9 January 2022
  • ἄναλκιν οὐ φῶτα λαμβάνει (O. 1.81) πρὸς ἔργον κινδύνῳ κεκαλυμμένον (O. 5.16) τίς δὲ κίνδυνος κρατεροῖς ἀδάμαντος δῆσεν ἅλοις; (P. 4.71) ἐς δὲ κίνδυνον βαθὺν
    24 KB (2,330 words) - 16:53, 14 January 2022
  • οποία αποτελεί μεταβατική φάση από την καπιταλιστική στην κομμουνιστική κοινωνία ii) επίσημος τίτλος που μετά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο προστέθηκε στις ονομασίες
    7 KB (572 words) - 07:30, 29 August 2021
  • το έγραψε στο ξεκίνημα της καριέρας του. Θέμα των κωμωδιών του είναι η κοινωνία της Αθήνας σε μια εποχή αναστατώσεων μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου
    6 KB (682 words) - 18:39, 19 May 2020
  • κειναι; ἄρα ὅπερ οἰκία, ἤ καί ὅσα τίς ἔξω τῆς οἰκίας κέκτηται, πάντα τοῦ οἴκου ταῦτα ἐστιν ... πάντα τοῦ ὀκου εἶναι ὅσα τίς κέκτηται. Aristotle, polit. 1,2
    42 KB (4,670 words) - 09:59, 9 January 2022
  • 1. βιολ. α) κάθε κοινωνία, όπως λ.χ. μία αποικία κοινωνικών εντόμων, η οποία έχει χαρακτηριστικά κοινωνικής οργάνωσης ανάλογα προς τις φυσιολογικές ιδιότητες
    767 bytes (66 words) - 12:58, 29 September 2017
  • ἡδύ τε καὶ δίκαιον καὶ ἀγαθόν τε», Πλάτ.) αρχ. 1. εκκλ. αποκλείω από την κοινωνία, αφορίζω 2. (με απρμφ.) τοποθετώ σε έναν χώρο, φέρνω κάτι σε μια θέση («τὴν
    20 KB (1,841 words) - 12:40, 14 September 2021
  • «οικονομικός υλισμός» (φιλοσ.) μονομερής υλιστική αντίληψη σε ό,τι αφορά την κοινωνία, η οποία απολυτοποιεί τον καθοριστικό ρόλο του οικονομικού παράγοντα στην
    4 KB (332 words) - 12:44, 29 September 2017
  • αποσκοπούσε στην εφαρμογή τών κοινωνικών αρχών του χριστιανισμού στη βιομηχανική κοινωνία, αλλ. χριστιανοσοσιαλισμός. επίρρ... χριστιανικώς / χριστιανικῶς, ΝΜΑ
    4 KB (273 words) - 15:50, 31 December 2020
  • ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον κερδήση», ΚΔ) 2. το κοινωνικό σύνολο, οι άνθρωποι, η κοινωνία, ο λαός (α. «μην ασχολείσαι με αυτά που λέει ο κόσμος» β. «ο κόσμος τέτοιος
    69 KB (7,380 words) - 09:52, 9 January 2022
  • η οποία συνίσταται στη μετάβαση από την καπιταλιστική στη σοσιαλιστική κοινωνία με την αντικατάσταση της κρατικής εξουσίας τών εκμεταλλευτριών τάξεων από
    2 KB (177 words) - 12:30, 29 September 2017
  • θρησκευτικό ζήτημα που απασχολεί την Εκκλησία, συχνά και την πολιτεία και την κοινωνία νεοελλ. φρ. α) «οικουμενική κυβέρνηση» — κυβέρνηση καθολικής ή ευρύτατης
    3 KB (183 words) - 12:07, 29 September 2017
  • Αριστοφ.) 6. στον πληθ. τα πράγματα α) (γενικά) (σχετικά με πολιτεία, κοινωνία, άτομο) περιστάσεις, υποθέσεις, υπάρχουσα κατάσταση (α. «τώρα τελευταία
    65 KB (6,350 words) - 11:55, 9 January 2022
  • «δημόσιος κίνδυνος» — οποιοσδήποτε ή οτιδήποτε είναι επικίνδυνο για την κοινωνία, για ομάδες ανθρώπων ή συγκεκριμένα πρόσωπα ε) «δημόσιος κατήγορος» — ο
    41 KB (4,480 words) - 12:23, 15 October 2021
  • Ανδοκ.) μσν. (σχετικά με τους οπαδούς του χριστιανισμού) αποβάλλω από την κοινωνία τών πιστών, αποκηρύσσω. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    5 KB (412 words) - 09:07, 5 December 2021
  • β) φροντίζω, περιποιούμαι τον εαυτό μου γ) αποσύρομαι, αποχωρώ από την κοινωνία 13. παθ. α) ιατρ. συστέλλομαι, συσπώμαι, περισφίγγομαι β) απαλλάσσομαι
    17 KB (1,491 words) - 17:35, 22 May 2021
  • μετὰ τοῦδε τυπείς, 248; Eur. Alc. 636 und öfter; Antipho 3 β 8; πᾶσα ἡ κοινωνία ἅμα ξυνήλγησε μέρους πονήσαντος ὅλη, Plat. Rep. V, 462 d. Auch = Mitleid
    5 KB (422 words) - 12:20, 20 April 2021
  • νεοελλ. 1. το σύνολο τών παραγωγικών σχέσεων που υπάρχουν σε μία δεδομένη κοινωνία 2. το σύνολο τών ενεργειών του ατόμου ως μέλους της κοινωνίας για την εξασφάλιση
    16 KB (1,360 words) - 12:50, 14 September 2021
  • υπήρξε στην αρχή, ο αρχέγονος (α. «ευρήματα πρωτόγονων πολιτισμών» β. «κοινωνία καὶ ἁρμονία τῆς πρωτογόνου ὀρχήσεως δείγματά ἐστι», Λουκιαν.) 2. το ουδ
    10 KB (815 words) - 09:20, 30 November 2021
  • ἦν ἐς παῖδα τὸν σόν, μεταπέσοι βελτίονα Εὐρ. Ἰων 411. ΙΙΙ. «συνάλλαγμα, κοινωνία» (Κοραῆς), τί γὰρ εὐπρεπὲς ἀνδρὶ νέῳ πρὸς ἐχθροῦ γυναῖκα μέχρι τιμῆς τοσαύτης
    16 KB (1,409 words) - 13:20, 14 September 2021
  • Άρτους της Προθέσεως νεοελλ. 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται ή γίνεται στην κοινωνία και ιδίως στη λεγόμενη ανώτερη κοινωνική τάξη (α. «κοσμική κίνηση» — διάφορα
    10 KB (887 words) - 18:40, 11 January 2022
  • Ιπποκρ.) 3. συνεισφέρω, δίνω συνεισφορά (α. «δεν προσφέρει τίποτε στην κοινωνία» β. «προσφέρω μετοίκιον» — πληρώνω φόρο μετοίκου, Ξεν.) νεοελλ. 1. κάνω
    57 KB (5,605 words) - 18:40, 11 January 2022
  • Ganzen verbundene Distichen (nach Hephaest. ἑξαμέτρου πρὸς πεντάμετρον κοινωνία), Rep. II, 368 a u. Folgde; der plur. von einem Distichon, Dem. 59, 98
    9 KB (940 words) - 13:27, 14 September 2021
  • πραγμάτοιν δ., τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος ref. a la muerte, Pl.Grg.524b, abs. op. κοινωνία Pl.Lg.828d, ἀπ' ἀλλήλων Plu.2.1112a •división κατὰ μικρόν Thphr.Ign.37
    22 KB (2,474 words) - 09:55, 9 January 2022
  • δυσόμῑλος: -ον, μεθ’ οὗ δύσκολον εἶνε νὰ ἀναστρέφηταί τις, Πλούτ. Δημητρ. 42· Ἐρινύς, ἧς ἡ κοινωνία ἐπιφέρει κακόν, Αἰσχύλ. Ἀγ. 746. ος, ον : 1 dont le
    2 KB (190 words) - 01:25, 30 December 2020
  • τὰ χρήματα ἔχοντες XÉN ceux qui ont des biens, les riches ; ἡ χρημάτων κοινωνία PLUT la communauté des biens ; χρήματα στρατιωτικά, fonds de la guerre ;
    46 KB (4,321 words) - 15:55, 11 January 2022
  • Gesetzen gerichtet werden sollte; eine solche Verbindung hieß ἡ ἀπὸ συμβόλων κοινωνία, eine solche Verbindung eingehen ἀπὸ συμβόλων κοινωνεῖν, vgl. Arist. pol
    41 KB (3,798 words) - 13:55, 14 September 2021
  • κατάρα, αναθεματισμός (Εκκλ.) αποκήρυξη, αποβολή από την εκκλησιαστική κοινωνία, αφορισμός μσν.- νεοελλ. 1. (με αιτ. προσώπου ή πράγματος, με εμπρόθετο
    14 KB (1,457 words) - 10:05, 9 January 2022
  • Ηρόδ. Ε. μέτα αντί μέτεστι, σε Ομήρ. Οδ. ΣΤ. ΣΤΑ ΣΥΝΘ., I. λέγεται για κοινωνία, 1. συμμετοχή, όπως μεταδίδωμι, μετέχω, με γεν. πράγμ. 2. λέγεται για ενέργεια
    87 KB (10,597 words) - 11:45, 9 January 2022
  • το έγραψε στο ξεκίνημα της καριέρας του. Θέμα των κωμωδιών του είναι η κοινωνία της Αθήνας σε μια εποχή αναστατώσεων μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου
    4 KB (397 words) - 09:33, 26 September 2019
  • de separación de partes 1 de asociaciones humanas o anim. disolverse ἡ κοινωνία Arist.Oec.1343a12 •dispersarse μὴ συμβῇ διαλυθῆναι αὐτά (πρόβατα) BGU 1012
    60 KB (6,630 words) - 18:40, 11 January 2022
  • πράγμ., παίρνω μέρος ή έχω μερίδιο σε, στον ίδ., Θουκ. III. Παθ., έχω κοινωνία με, σε Ευρ. κοινόω: (дор. fut. med. κοινάσομαι с ᾱ) 1) сообщать (μῦθον
    20 KB (1,974 words) - 11:45, 20 April 2021
  • primitive, simple, οἰκία π., ἡ π. πόλις, Id.Pol.1252b10, 1291a17; ἡ π. κοινωνία ib.1257a19; ἡ π. ὀλιγαρχία ib.1293a14; ὁ π. συλλογισμός normal, typical
    77 KB (7,571 words) - 18:50, 11 January 2022
  • αὐτοῦ ἐκείνου λέγοι τις Luc.Hist.Cons.15. 3 avergonzar c. ac. de pers. οὐκ ἐντρέπων ὑμᾶς γράφω ταῦτα 1Ep.Cor.4.14, abs. ἡ κοινωνία τῶν ἁλῶν οὐκ ἐνέτρεψε
    19 KB (1,968 words) - 12:55, 20 April 2021
  • τοποθετώ χωριστά, σε Καινή Διαθήκη· έπειτα, 3. α) αποχωρίζω, αποβάλλω από την κοινωνία, στο ίδ. β) διαχωρίζω για κάποιο αξίωμα, διορίζω, χειροτονώ, στο ίδ.
    24 KB (2,363 words) - 23:35, 31 December 2020
  • ἐλεύθεροι Thuc., Arst.; πολίτης Arst.; ἐ. οὔτις ἐστὶ πλὴν Διὸς Aesch.; ἡ πόλις κοινωνία τῶν ἐλευθέρων ἐστίν Arst.; ἐλεύθεροι ἀπ᾽ ἀλλήλων Xen., Plat.): ἐλεύθερόν
    55 KB (6,018 words) - 10:10, 9 January 2022
  • κοινωνέω: μέλ. -ήσω, παρακ. κεκοινώνηκα (κοινωνός)· 1. έχω ή πράττω σε κοινωνία με κάποιον, έχω μερίδιο ή συμμετέχω σε κάτι μαζί με κάτι άλλο, τινός τινι
    20 KB (1,943 words) - 18:40, 11 January 2022
  • όργανο με το οποίο επιτυγχάνεται αυτό που δηλώνει το β' συνθετικό (πρβλ. συγ-κοινωνία) και ε) στενή, αναγκαία σχέση, ένωση, λογική ακολουθία (πρβλ. συν-αιρώ
    21 KB (1,238 words) - 12:37, 29 September 2017
  • θρησκευτικό ζήτημα που απασχολεί την Εκκλησία, συχνά και την πολιτεία και την κοινωνία νεοελλ. φρ. α) «οικουμενική κυβέρνηση» — κυβέρνηση καθολικής ή ευρύτατης
    5 KB (375 words) - 09:00, 23 May 2021
  • «οικονομικός υλισμός» (φιλοσ.) μονομερής υλιστική αντίληψη σε ό,τι αφορά την κοινωνία, η οποία απολυτοποιεί τον καθοριστικό ρόλο του οικονομικού παράγοντα στην
    5 KB (373 words) - 13:55, 1 January 2021