Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "γόνον" on this wiki. See also the other search results found.

  • μίτον, Hsch. (leg. τόνον). μίτον Hsch. (prob. error por τόνον). Source: γόνον
    357 bytes (12 words) - 12:22, 21 August 2017
  • τέκεν γόνον ὑπερφίαλον· Κένταυρον (P. 2.42) Χίρωνα γόνον εὐρυμέδοντα Κρόνου (P. 3.4) ἐξαίρετον γόνον ἰδὼν κάλλιστον ἀνδρῶν Jason (P. 4.123) γόνον τέ οἱ
    23 KB (2,413 words) - 20:37, 9 January 2019
  •    A destroy utterly, παίδων ἀγόνων γόνον ἐ. Eub.107.11; γένος J.AJ3.15.1; τι τῆς μνήμης ἐκκάθαιρε καὶ ἐ. Iamb.Protr.21.κθ:—Pass., disappear utterly, Pl
    2 KB (116 words) - 20:04, 31 December 2018
  • θρήνοι θα φανερώσουν την αλήθεια, Σοφ.) δ) παρέχω, δίνω («Ἑλένη δὲ θεοὶ γόνον οὐκέτ' ἔφαινον», Ομ. Οδ.) ε) εκθέτω, λέω («μηκέτι ταῡτα νοήματα φαῑν' ἑνὶ
    9 KB (679 words) - 12:59, 29 September 2017
  • late authors) by ἐξερῶ, ἐξείρηκα:—tell out, make known, declare, ἑκάστη ὃν γόνον ἐξαγόρευεν Od.11.234; betray a secret or mystery, Hdt.2.170; τι πρός τινα
    6 KB (552 words) - 12:15, 10 January 2019
  • , c. dat., Il. 3, 431 Od. 6, 6, u. c. inf., Od. 5, 170; φέρτερον πατρὸς γόνον Pind. I. 7, 33; Aesch. Prom. 770; εἰς τὸ φέρτερον τίθει τὸ μέλλον Eur. Hel
    6 KB (493 words) - 05:36, 1 January 2019
  • είδεν ο Θεός τον περισσόν του πόνον και ήδωκεν στη ρήγισσα και πάλιν άλλον γόνον») 3. κληροδοτώ («του 'δώσε τ' αμπέλι») 4. προσφέρω, αφιερώνω στον Θεό ή στους
    16 KB (1,185 words) - 11:15, 26 February 2019
  • 30)    b embrace, love-making ἄτερ δ' εὐνᾶς ὁμόδαμον κτισσάσθαν λίθινον γόνον (O. 9.44) Ἥρας τὰν Διὸς εὐναὶ λάχον πολυγαθέες (P. 2.27) εὐναὶ δὲ παράτροποι
    1 KB (107 words) - 21:24, 31 December 2018
  • 214 (cf. ἐναφάπτω); insert, Arist.GA723b23.    II discharge in or into, γόνον Id.HA553b24; τῇ κοίτῃ (sc. κόπρον) Artem.2.26.    III of land in Egypt, release
    13 KB (1,819 words) - 13:30, 3 October 2019
  • ἀρεταῖς (P. 1.41) θεῶν δ' ἐφετμαῖς Ἰξίονα φαντὶ ταῦτα βροτοῖς λέγειν (P. 2.22) γόνον οὔτ' ἐν ἄνδρασι γερασφόρον οὔτ ἐν θεῶν νόμοις (P. 2.43) κλέπτει τέ μιν οὐ
    58 KB (6,052 words) - 13:45, 3 October 2019
  • only in aor. 2 ἀνέγνων,    1 know well, know certainly, οὐ γάρ πώ τις ἑὸν γόνον αὐτὸς ἀνέγνω Od.1.216, cf. 21.205, Il.13.734.    b perceive, Theoc.24.23
    21 KB (1,948 words) - 15:50, 9 January 2019
  • λαγὼ σ. ib.2.4.19; seize and retain, οὐ δύνανται συναρπάζειν αἱ μῆτραι τὸν γόνον Hp.Aër.21: metaph., carry away with one (by persuasive arguments), ξυναρπάσας
    16 KB (1,382 words) - 14:30, 3 October 2019
  • appear... Id.Aj. 1362; τὸν Ααΐου φόνον φανεῖ δικαίως ὀρθόν Id.OT853.    c γόνον Ἑλένῃ φ. show her a child, i. e. grant her to bear one, Od.4.12; φ. παράκοιτίν
    95 KB (9,309 words) - 14:35, 3 October 2019
  • Ἡρακλέους to be pregnant of Heracles, Id.N.10.17; μυελὸν . . εἰς σ. καὶ γόνον μερίζεσθαι Ti.Locr.100b, cf. Pl. Ti.86c; σ. παραλαβεῖν E.Or.553; σπέρματος
    26 KB (2,553 words) - 14:30, 3 October 2019
  • μάταια ποιήσητε», Ξεν.) 4. διδάσκω κάποιον 5. περιγράφω («ὑφηγεῑσθαι τὸν γόνον», Διον. Αλ.). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    653 bytes (57 words) - 12:49, 29 September 2017
  • οὐρανίδης, δωρ. τ. οὐρανίδας, ὁ (Α) 1. ο γιος του Ουρανού («Οὐρανίδα γόνον εὐρυμέδοντα Κρόνου», Πίνδ.) 2. ως επίθ. ουράνιος («κήρυσσε θεοὺς τοὺς τ' οὐρανίδας
    844 bytes (62 words) - 12:05, 29 September 2017
  • deception is passed off, Arist.Rh.1404b24.    III conceal, keep secret, θεοῖο γόνον Pi.O.6.36; θυμῷ δεῖμα Id.P.4.96; disguise, διαβολαῖς νέαις κλέψας τὰ πρόσθε
    39 KB (3,788 words) - 13:55, 3 October 2019
  • bezieht; ἄμφω ὁμοῦ, Od. 12, 424. So auch Tragg.: οἴκτειρε θῆλυν ἄρσενός θ' ὁμοῦ γόνον, Aesch. Ch. 495; Ag. 1124; ἔν τ' ὀδύναις ὁμοῦ λιμῷ τ' οἰκτρός, Soph. Phil
    22 KB (2,097 words) - 14:35, 3 October 2019
  • πεπρωμένον ἦν φέρτερον πατέρος ἄνακτα γόνον τεκεῖν ποντίαν θεόν (Ahlwardt: γόν. ἄν. πατρὸς codd.: φέρτερόν γε γόνον Bury) (I. 8.32) ]ν ἀπὸ καὶ πατρός Πα
    58 KB (6,220 words) - 14:10, 3 October 2019
  • Διόθεν πεπρωμένον ἔκφερεν (N. 4.61) πεπρωμένον ἦν φέρτερον πατέρος ἄνακτα γόνον τεκεῖν (I. 8.32) ] π[ε]πρωμέναν πάθαν α[ Πα. 8A. 16. ὅτι Λαομέδοντι πεπρωμένοἰ
    3 KB (233 words) - 11:16, 31 December 2018
  • 766b36 •inmaduro, poco formado o sin formar νούσῳ δαμναμένη δύσπεπτον ὑπὲκ γόνον ἔκχεε γαίῃ Nic.Al.297 (var.), semillas, Thphr.CP 2.17.7. 2 medic. indigesto
    4 KB (323 words) - 19:04, 31 December 2018
  • appropriate Ἀίδα τοι λάθεται ἄρμενα πράξαις ἀνήρ (εὐτυχήσας Σ.) (O. 8.73) γόνον τέ οἱ φέρτατον ἀτίταλλεν ἐν ἀρμένοισι πᾶσι θυμὸν αὔξων (Mingarelli: πάντα
    2 KB (185 words) - 15:00, 31 December 2018
  • ἀτάλλω, aufziehen, pflegen, warten, παῖδα Od. 15, 450; σύας σιάλους 14, 41; γόνον Pind. N. 3, 56; ἵππων, ὅσσα γένεθλ' ἀτιτήλατο μύριος αἶα Opp. C. 1, 271;
    7 KB (629 words) - 14:25, 2 October 2019
  • 19.372, etc.; ἐπὶ κάρα στέφη β. E.IA1513(lyr.).    3 ἐς γαστέρα βάλλεσθαι γόνον conceive, Hdt.3.28.    4 lay as foundation, κρηπῖδα βαλέσθαι Pi.P.7.3, cf
    129 KB (13,494 words) - 13:15, 3 October 2019
  • auch von der Athene, im Kopfe erzeugt, Euphor. κεβλήγονος: -ον, ἔχων τὸν γόνον ἐν τῇ κεφαλῇ, ἐπὶ τῆς μήκωνος, ὅτι ἐν τῇ κεφαλῇ τὸ σπέρμα ἔχει· κατὰ τὸν
    2 KB (131 words) - 07:23, 29 September 2017
  • Εὐάδνα τέκοι (O. 6.49) Μετώπα, πλάξιππον ἃ Θήβαν ἔτικτεν (O. 6.85) τέκεν γόνον ὑπερφίαλον μόνα (P. 2.42) παῖς, ὅνπερ μόνον ἀθανάτα τίκτεν Θέτις (P. 3.101)
    45 KB (4,466 words) - 14:35, 3 October 2019
  • καταβάντε δόμον ἔθεντο πρῶτον, ἄτερ δ' εὐνᾶς ὁμόδαμον κτισσάσθανλίθινον γόνον (O. 9.43) -ωνος, ὁ Deucalión I mit. 1 héroe, hijo de Prometeo que junto
    2 KB (292 words) - 18:32, 31 December 2018
  • κούρην, ὅς οἱ τηλύγετος γένετο κρατερὸς Μεγαπένθης ἐκ δούλης, Ἑλένῃ δὲ θεοὶ γόνον οὐκέτ' ἔφαινον; es kann wohl keinem Zweifel unterliegen, daß die ganze Stelle
    5 KB (674 words) - 13:25, 3 October 2019
  •    A throw forward, τὸν γόνον Placit.5.9.2:—Pass., S.E. M.5.58.    II intr., dart or go right forward, τοῦ σπέρματος - οῦντος εἰς [τὴν μήτραν] Placit.5
    2 KB (158 words) - 15:40, 6 January 2019
  • γερασφόρος    1 honoured γόνον οὔτ' ἐν ἀνδράσι γερασφόρον οὔτ ἐν θεῶν νόμοις (i. e. Κένταυρον) (P. 2.43) -ον honrado, γόνον ... ἐν ἀνδράσι γερασφόρον
    2 KB (86 words) - 06:15, 10 January 2019
  • ποιεῖν X.Smp.2.17: —Med., δ. τὸ πᾶσαν πίστιν λαβεῖν Pl.Lg.966c; δ. περὶ τὸν γόνον Arist. GA759b1; οἱ διαπονούμενοι the hard-working, hardy, opp. ἄπονοι, X
    19 KB (1,817 words) - 11:45, 26 February 2019
  • ὁμόδᾱμος    a of one united people ἄτερ δ' εὐνᾶς ὁμόδαμον κτισσάσθαν λίθινον γόνον pr. (O. 9.44)    b c. dat., of the same people Ἰφικλέος μὲν παῖς ὁμόδαμος
    773 bytes (59 words) - 04:30, 10 January 2019
  • -έω) ευθυβόλος ρίχνω ή στέλνω κάτι κατ' ευθείαν μπροστά («εὐθυβολεῑν τὸν γόνον», Πλούτ.) (ειδικά για όπλα) πετυχαίνω τον στόχο αρχ. 1. εκτοξεύομαι, ρίχνομαι
    602 bytes (48 words) - 12:25, 15 February 2019
  • ἐκτετέλεσται: bring to an end, finish, fulfil, consummate, achieve; ὅ μοι οὔ τι θεοὶ γόνον ἐξετέλειον | ἐξ ἐμοῦ, ‘granted me no offspring of my own,’ Il. 9.493. ἐκτελειῶ
    928 bytes (78 words) - 14:04, 1 January 2019
  • VA 3.6, dicho de diosas y mujeres temibles δεινὴ δ. A.Eu.128, δρακαίνης γόνον tal vez de Clitemnestra Lyr.Adesp.13(b).10, ᾍδου δ. E.IT 286, δ. ἄμεικτος
    4 KB (364 words) - 21:10, 9 January 2019
  • ἔμελλε φθ (ε) ίσειν 16.461, cf. 22.61; οἳ μεμάασιν Ὀδυσσῆος φθ (ε) ῖσαι γόνον Od.4.741; ἵνα φθ (ε) ίσωμεν ἑλόντες αὐτόν 16.369; τόν ἔθελον φθ (ε) ῖσαι
    34 KB (3,256 words) - 08:08, 13 September 2019
  • 1 temp. para el futuro, en lo sucesivo, en adelante ποιεῖ δ' εἰ. θαλερὸν γόνον h.Ven.104, παίδων ζητεῖν εἰ. γενεήν Sol.19.10, cf. S.Ph.1104, Opp.C.4.362
    2 KB (145 words) - 21:28, 9 January 2019
  • 1291.    II Pass., come to the full size of a beast, πρὶν θηριοῦσθαι τὸν γόνον Eub.107.14.    2 become brutal, θηριούμενος Pl.Lg.935a; πρός τινας Phld.Lib
    3 KB (209 words) - 23:20, 9 January 2019
  • pro act., ὀνυμάξεαι: pass. aor. ὀνύμασθεν.)    1 name κτισσάσθαν λίθινον γόνον· λαοὶ δ' ὀνύμασθεν (O. 9.46) τὸν ὀνύμαζε τράφοισα Κένταυρον (ὀνύμαξε v. l
    1 KB (123 words) - 12:09, 29 September 2017
  • (O. 9.10) τρία ἔργα ποδαρκὴς ἁμέρα θῆκε κάλλιστ' ἀμφὶ κόμαις (O. 13.39) γόνον ἰδὼν κάλλιστον ἀνδρῶν (P. 4.123) φάρμακον κάλλιστον ἑᾶς ἀρετᾶς ἅλιξιν εὑρέσθαι
    5 KB (434 words) - 23:50, 9 January 2019
  • ἀνέειπεν (P. 10.9) of Zeus, ὕπατ' εὐρὺ ἀνάσσων Ὀλυμπίας Ζεῦ πάτερ (O. 13.24) γόνον ὑπάτων μὲν πατέρων μελπόμενοι γυναικῶν τε Καδμειᾶν (Dionysos) fr. 75. 11
    14 KB (1,190 words) - 16:05, 2 October 2019
  • οντος, ὁ,    A = εὐρυκρείων, of αἰθήρ, Emp.135.1; Ποσειδάν Pi.O.8.31; γόνον εὐ. Κρόνου, i.e. Chiron, Id.P.3.4:—in Hom. only as pr. n.; so also fem. Εὐρυμέδουσα
    2 KB (162 words) - 23:25, 9 January 2019
  • 19] 1) ungeboren, Il. 3, 40 (ἅπαξ εἰρημ.); Eur. Phoen. 1592; παίδων ἀγόνων γόνον ἀφανίζων, vom Ichneumon, Eubul. Ath. X, 449 f. – 2) ohne Kinder, unfruchtbar
    11 KB (1,015 words) - 11:50, 10 January 2019
  • instruct in, ἀγαθά X.Cyr.8.7.15; χρήματα Id.Ages.1.19; τύπους Pl.R.403e; ὑ. γόνον indicate or describe it, D.H. 1.78, cf. Ph.1.14; τινί τι Plu.2.147c, D.L
    8 KB (686 words) - 17:40, 10 January 2019
  • -ον A I1impío, que viola la ley divina Σαλμωνεύς Hes.Fr.10.3, ἄ. Ἐχίονος γόνον E.Ba.995, op. εὐσεβής 2Ep.Petr.2.9, βιβλία Call.Fr.191.11, φθέγγεσθαι ἄδικα
    18 KB (1,821 words) - 13:10, 3 October 2019
  • without οὐκ ἄτερ παίδων σέθεν, ἀλλ (O. 8.45) ἄτερ δ' εὐνᾶς ὁμόδαμον κτισσάσθαν γόνον (O. 9.44) καλὰ ἔρξαις ἀοιδᾶς ἄτερ (O. 10.91) οὐδὲ γὰρ θεοὶ σεμνᾶν Χαρίτων
    13 KB (1,353 words) - 13:00, 3 October 2019
  • of Apollo, τοξοφόρον Δάλου θεοδμάτας σκοπόν (O. 6.59) τοξοφόρον τελέσαι γόνον Πα. 7B. 52. ο, η, ΝΑ, θηλ. και -α Ν αυτός που φέρει, που κρατάει τόξο αρχ
    4 KB (335 words) - 13:10, 9 January 2019
  • ) β) (σχετικά με πρόσ.) σκοτώνω, φονεύω («οἳ μεμάασιν... Ὀδυσσῆος φθῑσαι γόνον», Ομ. Οδ.) 5. (μόνον ο τ. ψίνω στο μέσ.) ψίνομαι (για άμπελο) αποβάλλω τους
    19 KB (1,829 words) - 16:10, 2 October 2019
  • κοιρανέοντι χοροὺς οὔτε δαῖτας (οὐδὲ γὰρ coni. Schneidewin) (O. 14.8) ] γόνον οὔτ' ἐν ἀνδράσι γερασφόρον οὔτ ἐν θεῶν νόμοις (P. 2.43) οὔτε ἔργον οὔτ' ἔπος
    34 KB (3,492 words) - 14:10, 3 October 2019
  • ἀμφιρύτᾳ σὺν ποντίοις ἀνδράσιν (I. 1.8) πεπρωμένον ἦν φέρτερον πατέρος ἄνακτα γόνον τεκεῖν ποντίαν θεόν (Thetis) (I. 8.34) “ποντίου θηρὸς πετραίου” i. e. sea
    13 KB (1,187 words) - 14:30, 9 January 2019
  • στερήθηκε τον πατέρα του, ο ορφανός από πατέρα («Ἠλέκτραν... πατροστερῆ γόνον», Αισχύλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < πατήρ, πατρός + -στερής (< στέρομαι «στερούμαι»),
    2 KB (90 words) - 05:15, 10 January 2019
  • ἐκτετέλεσται: bring to an end, finish, fulfil, consummate, achieve; ὅ μοι οὔ τι θεοὶ γόνον ἐξετέλειον | ἐξ ἐμοῦ, ‘granted me no offspring of my own,’ Il. 9.493. ἐκτελέω
    23 KB (2,487 words) - 13:32, 3 October 2019
  • las (ovejas) que tienen un espíritu cobarde, Il.16.355, μὴ διαρπάσωσι τὸν γόνον Arist.HA 621a25, en v. med. τὰ δὲ πρόβατα ... οἱ λύκοι διαρπάσονται Luc.DDeor
    11 KB (1,093 words) - 13:25, 3 October 2019
  • of Elatos, king of Phaisana in Arkadia. οὐδ' ἔλαθ Αἴπυτον κλέπτοισα θεοῖο γόνον (Εὐάδνα sc.) (O. 6.36) (Αἴπῠτος) -ου, ὁ Epito 1 sobrenombre de Hermes en
    826 bytes (106 words) - 15:32, 31 December 2018
  • τοῦ θοροῦ Hdt.2.93, τῶν ᾠῶν Hdt.l.c., c. ac. ᾠά Arist.HA 567a31 •eyacular γόνον Diog.Oen.33.7.5, (cf. ἀπορραῖσαι· κύειν Hsch.) •c. ac. y gen. ῥανίδας ..
    3 KB (234 words) - 16:35, 9 January 2019
  • γάιος    1 of earth γάιον, ὦ τάν, μή με κερτόμ[ει γόνον (supp. Snell: δᾷον Kambylis, Hermes, 1966, 239) fr. 215. 4.] γάϊος, -ον (δωρ. τ. του γήϊος)
    551 bytes (52 words) - 19:50, 9 January 2019
  • νέμομαι κᾶπον (O. 9.26) ἀγῶνα δ' ἐξαίρετον ἀεῖσαι Διός (O. 10.24) ἐξαίρετον γόνον ἰδὼν κάλλιστον ἀνδρῶν (P. 4.122) ἔτι καὶ Πυθῶθεν Ὀλυμπιάδων τ' ἐξαιρέτοις
    17 KB (1,828 words) - 12:15, 10 January 2019
  • ης, ἡ εἶδος ἀφύης, Ἀριστ. Ἀποσπ. 292, Ὀππ. Ἁλ. 1. 776 καὶ τὸν θαλάττιον γόνον, ὃν ἡμεῖς μὲν ἀφύην, ἄλλοι δὲ ἀφρύην ὀνομάζουσιν, οἱ δὲ ἀφρὸν Ἀθήν. 325Β·
    2 KB (137 words) - 08:24, 31 December 2018
  • 50) ὑπεροχωτάτᾳ πρέπεν Οὐρανιᾶν θυγατέρι Κρόνου Hera (P. 2.39) Οὐρανίδα γόνον εὐρυμέδοντα Κρόνου Cheiron (P. 3.4) καὶ Κρόνου παῖδας βασιλῆας ἴδον the gods
    13 KB (1,158 words) - 15:26, 2 October 2019
  • ὅτ' ἐράσσατο (P. 2.27) τᾶς ὁ κράτιστος ἐράσσατο μιχθεὶς τοξοφόρον τελέσαι γόνον [ (ἇς pro τᾶς coni. G-H.) Πα. 7B. 51.    b desire    I c. gen. ὧν ἔραται
    18 KB (1,640 words) - 14:55, 2 October 2019
  • D.L.6.37; of channels, receive, τὸ στόμα τῶν μητρέων οὐχ ὑποδέχεται τὸν γόνον Hp.Aër.31; τὴν ἐσομένην τῶν ὑδάτων εἴσροιαν POxy.1409.19 (iii A. D.); κατεφίλει
    43 KB (3,715 words) - 13:00, 3 October 2019
  • ἡ βασιλεία LXX Da.5.28. 2 c. part. dejar de δηϊόων Il.17.565, τὸν ἐμὸν γόνον ἐξερέουσα Od.19.166 •c. gen. cesar, desistir de, poner fin a μάχης Il.7.263
    9 KB (852 words) - 16:28, 9 January 2019
  • a stone inscription (O. 7.86) ἄτερ δ' εὐνᾶς ὁμόδαμον κτισσάσθαν λίθινον γόνον i. e. a people sprung from stones (O. 9.45) ποικίλον κάρα δρακόντων φόβαισιν
    7 KB (770 words) - 13:55, 3 October 2019
  • -ῶν, -οῖς(ι).)    1 people, folk Δωριεῖ λαῷ (O. 8.30) κτισσάσθαν λίθινον γόνον (sc. Πύρρα καὶ Δευκαλίων). λαοὶ δ' ὀνύμασθεν (O. 9.46) πόλιν δ' ὤπασεν λαόν
    39 KB (4,230 words) - 14:00, 3 October 2019
  • de pers. o cosa τίς καὶ τίς; εἰπέ· δύο γὰρ ἐξαυδᾷς ἅμα E.Supp.143, τὸν γόνον ἐξαυδῶ, τὸν ἀφρὸν καλέουσιν Ἴωνες Archestr.SHell.140.2 •ref. a los oráculos
    5 KB (479 words) - 17:31, 10 January 2019
  • κέλευσεν μόνον ἄνευ συ[μμ]αχίας ἴμεν fr. 169. 45. repeated, unique, τέκεν γόνον ὑπερφίαλον μόνα καὶ μόνον (P. 2.43)    b a single, one pl. pro sing. τέκε
    49 KB (4,810 words) - 14:05, 3 October 2019
  • παίζοντες», Αριστοφ.) 3. (για τον Απόλλωνα) ο καλός στον χορό («τὸν Λατοῦς... γόνον εἱλίσσουσαι καλλίχορον», Ευρ.) 4. (το αρσ. ως κύριο όν.) ὁ Καλλίχορος ιερή
    8 KB (654 words) - 12:30, 15 February 2019
  • θεῶν (P. 5.89) a line, people, ἄτερ δ' εὐνᾶς ὁμόδαμον κτισσάσθαν λίθινον γόνον (Mommsen: κτισάσθαν, κτησάσθαν, κτησάσθην codd.: sc. Pyrrha and Deukalion)
    35 KB (3,425 words) - 13:55, 3 October 2019
  • Euphamos. (P. 4.45) πεπρωμένον ἦν φέρτερον πατέρος ἄνακτα γόνον τεκεῖν ποντίαν θεόν (Ahlwardt: γονον ἄνακτα πατρός codex) (I. 8.33) ἄνακτα τὸν πάντων ὑπερβάλλοντα
    37 KB (3,466 words) - 14:01, 2 October 2019
  • κνώσσοντί οἱ παρθένος τόσα εἰπεῖν ἔδοξεν (O. 13.71) ἄνευ οἱ Χαρίτων τέκεν γόνον (to Ixion: “datif d'intérêt.” Des Pl.) (P. 2.42) “ἐπί οἱ Κρονίων ἔκλαγξε
    15 KB (1,688 words) - 13:40, 2 October 2019
  • 13.396, cf. 18.224, ἂψ ἀναχάσσασθαι Hes.Sc.336, cf. Q.S.4.252, 14.621, ὃν γόνον ἂψ ἀνέηκε Hes.Th.495, ἄστερες ... ἂψ ἀπυκρύπτοισι φάεννον εἶδος Sapph.34
    8 KB (767 words) - 14:20, 2 October 2019
  • πυροὺς καὶ κριθάς Aesop.114.1, cf. 175.1, 3, ὅταν ... ἡ γένεσις ἀποθησαυρίζῃ γόνον cuando ... los órganos genitales hacen provisión de semen, Corp.Herm.Fr.22
    5 KB (445 words) - 13:10, 3 October 2019
  • verbunden, durch Gesang und Tanz im Chore feiern, Ἑκάεργον, Il. 1, 474; γόνον μελπέμεν, Pind. Irg. 45, 10; τὸν ὕστατον μέλψασα θανάσιμον γόον, Aesch. Ag
    14 KB (1,361 words) - 15:18, 2 October 2019
  • ]μιγεῖσ' α[ Πα. 7. a. 1. τᾶς ὁ κράτιστος ἐράσσατο μιχθεὶς τοξοφόρον τελέσαι γόνον[ Πα. 7B. 51. ]κόρα μιγεῖσ' ὠκεανοῦ Μελία σέο, Πύθι[ε (λέχει supp. G-H.) Πα
    34 KB (3,221 words) - 13:50, 3 October 2019
  • 907, cf. Hipp.1011; of Pyrrha and Deucalion, ἄτερ εὐνᾶς κτισσάσθαν λίθινον γόνον Pi.O.9.44; ὅσιος ἀπ' εὐνᾶς E.Ion 150 (lyr.).    5 one's last bed, the grave
    27 KB (2,511 words) - 15:05, 2 October 2019
  • marriage of Peirithoos and Hippodameia) fr. 166. 1. esp., Cheiron, Οὐρανίδα γόνον εὐρυμέδοντα Κρόνου φῆρ' ἀγρότερον νόον ἔχοντ ἀνδρῶν φίλον (P. 3.4) “φὴρ θεῖος”
    4 KB (347 words) - 16:05, 2 October 2019
  • διαστεῖλαι hacer una distinción entre ellas Str.1.2.31, διαστέλλων τὸν λεγόμενον γόνον Ath.285b, τό τε ὠφέλιμον καὶ τὸ ἐπιζήμιον ... εἶδος Ph.1.320, cf. Clem.Al
    21 KB (2,103 words) - 13:20, 3 October 2019
  • Heraclit.15, A.Ag.1191: c. dupl. acc., παιᾶνα . . ὑμνοῦσι . . τὸν Αατοῦς γόνον E.HF688 (lyr.), cf. SIG711 L12 (Delph., ii B.C.).    II tell over and over
    20 KB (1,833 words) - 14:35, 3 October 2019
  • adversative, but — not οὐδ' ἔλαθ Αἴπυτον ἐν παντὶ χρόνῳ κλέπτοισα θεοῖο γόνον (O. 6.36) οὐδ' ἔλαθε σκοπόν (P. 3.27) οὐδέ ποτε ξενίαν οὖρος ἐμπνεύσαις ὑπέστειλ'
    48 KB (5,254 words) - 14:10, 3 October 2019
  • αἱματόεσσαι τῶν ἐπιμαστιδίων... βρέμονται Αἰσχύλ. Θήβ. 349· ἐπιμαστίδιον γόνον Σοφ. Ἀποσπ. 962· ἐπιμαστίδιον τότε βρέφος ἔτι, δηλ. ἔτι ἐν γάλακτι, Εὐρ.
    3 KB (199 words) - 22:20, 9 January 2019
  • ἀνὴρ ἔκπαγλος Jason (P. 4.79) ἀνὴρ συγγενέσιν παρεκοινᾶθ Jason (P. 4.132) γόνον ἰδὼν κάλλιστον ἀνδρῶν Jason (P. 4.123) δοιοὶ δ' ὑψιχαῖται ἀνέρες Euphamos
    78 KB (8,411 words) - 07:19, 9 May 2020
  • θιάσους Eur.) кружиться в пляске, водить хоровод (εἱλίσσων χορός Eur.): Λατοῦς γόνον ἑ. καλλίχορον Eur. пышными плясками славить детей Лето; εἱλισσόμεναι κύκλια
    45 KB (4,324 words) - 13:30, 3 October 2019
  • ὕδωρ ... τοῖς ἐμβαίνουσι γίνεται προσηνέστατον I.BI 4.472, Ἑρμογένην ... γόνον ἐθέλω τρίτατον ἐνιβῆναι en una tumba TAM l.c., prov. ἀνίπτοις ποσὶν ... ἔμβαινε
    37 KB (3,805 words) - 13:35, 3 October 2019
  • at first δόμον ἔθεντο πρῶτον, ἄτερ δ' εὐνᾶς ὁμόδαμον κτισσάσθαν λίθινον γόνον, λαοὶ δ ὀνύμασθεν (O. 9.44) “ξείνοις δεῖπν' ἐπαγγέλλοντι πρῶτον” (P. 4.31)
    46 KB (5,360 words) - 14:30, 3 October 2019
  • casos típicos de enfermedad τὸ μὲν α δοκεῖ δηλοῦν ἀποφθοράν ... τὸ δὲ γ γόνον ἢ γονοειδὲς οὖρον Gal.17(1).612. 5 en esticomitías, γ̅ escrita al margen
    9 KB (1,135 words) - 21:56, 30 December 2018
  • Eum. 725; φροντίδων στερηθείς, Ag. 1312; ἦ γὰρ στερήσεις τῆσδε τὸν σαυτοῦ γόνον, Soph. Ant. 570; φωτὸς ἐστερημένη, Trach. 276, u. öfter; διπλῶν τέκνων μ'
    15 KB (1,319 words) - 14:40, 9 January 2019
  • 140d.    b without art. οὐδ' ἔλαθ Αἴπυτον ἐν παντὶ χρόνῳ κλέπτοισα θεοῖο γόνον in this whole time (O. 6.36) ἔλσαις ὅλον τε στρατὸν λᾴαν τε πᾶσαν (O. 10
    87 KB (11,333 words) - 14:21, 3 October 2019
  • Χαρίτων ἄτερ κοιρανέοντι χοροὺς οὔτε δαῖτας (O. 14.8) ἄνευ οἱ Χαρίτων τέκεν γόνον (i. e. ἄχαριν, graceless ) (P. 2.42) σὲ δ' ἠύκομοι φλέγοντι Χάριτες (P. 5
    82 KB (8,513 words) - 18:36, 28 March 2020
  • excessively, insolently, Il. 13.293, Od. 4.663. ὑπερφῐᾰλος    a monstrous τέκεν γόνον ὑπερφίαλον μόνα καὶ μόνον (i. e. Κένταυρον) (P. 2.42) κείνῳ μὲν Αἴτνα δεσμὸς
    14 KB (1,210 words) - 16:10, 2 October 2019
  • Babr.proem.2.12 (p.140), c. el ac. y un part. concert. ὅτε δὴ γίγνωσκε θεοῦ γόνον ἠΰν ἐόντα como iba conociendo que era el ínclito vástago de un dios, Il.6
    73 KB (7,121 words) - 14:30, 2 October 2019
  • θαμινὰ Δελφῶν κόραι χθονὸς ὀμφαλὸν παρὰ σκιάεντα μελπόμεναι (Pae. 6.17) γόνον ὑπάτων μὲν πατέρων μελπόμενοι γυναικῶν τε Καδμειᾶν (Hermann: μέλπομεν. codd
    807 bytes (67 words) - 14:40, 17 August 2017
  • ἕδραις (P. 3.94) “ἐπεί πάμπρωτον εἶδον φέγγος” (P. 4.111) γάθησεν, ἐξαίρετον γόνον ἰδών (P. 4.123) οἶκον ἰδεῖν (P. 4.294) ὃς ἂν ζώων ἔτι νεαρὸν κατ' αἶσαν υἱὸν
    85 KB (8,625 words) - 13:50, 3 October 2019
  • (O. 14.7) καλός τοι πίθων παρὰ παισὶν αἰεὶ καλός (P. 2.72) —3. ἐξαίρετον γόνον ἰδὼν κάλλιστον ἀνδρῶν (P. 4.123) ἐὼν καλὸς ἔρδων τ' ἐοικότα μορφᾷ (N. 3.19)
    115 KB (11,444 words) - 14:05, 3 October 2019
  • ἡ, or σεληνό-γονον, τό,    A peony, Ps.-Dsc.3.140, Aët.12.63. σεληνόγονος: -ον, ἡ, ἢ -γονον, τό, ἡ παιωνία ἢ γλυκυσίδη, Διοσκ. 3. 157· ἴδε σελήνιον.
    1 KB (61 words) - 12:28, 29 September 2017
  • μοιρίδιον τελέσαι” (I. 6.46) τᾶς ὁ κράτιστος ἐράσσατο μιχθεὶς τοξοφόρον τελέσαι γόνον[ Πα. 7B. 52.    c pay tribute of c. acc. & dat. παίδεσσιν ὕμνον Δεινομένεος
    72 KB (6,856 words) - 14:45, 3 October 2019
  • decretar Αὐτοκράτωρ ἠθέλησεν PRoss.Georg.5.18.5 (III d.C.), Ἑρμογένην δὲ γόνον ἐθέλω τρίτατον ἐνιβῆναι por parte del propietario de una tumba GVI 1899.5
    76 KB (8,178 words) - 14:35, 2 October 2019
  • -έιος    1 of Kadmos, i. e. Theban. Θηβᾶν ἄπο Καδμεϊᾶν (I. 4.53) (Διόνυσον) γόνον ὑπάτων μὲν πατέρων μελπόμενοι γυναικῶν τε Καδμεϊᾶν (v. l. -ειᾶν. as son of
    869 bytes (82 words) - 14:31, 17 August 2017
  • Thessaly.    1 ἤθελον Χίρωνά κε Φιλλυρίδαν ζώειν τὸν ἀποιχόμενον, Οὐρανίδα γόνον εὐρυμέδοντα Κρόνου (P. 3.1) εἰ δὲ σώφρων ἄντρον ἔναἰ ἔτι Χίρων (P. 3.63)
    1 KB (147 words) - 14:37, 17 August 2017
  • 12 (10). 204. (ἀμφᾰνᾰδείκνῠμι) desplegar alrededor, manifestar τὸν ἑὸν γόνον Orac.Sib.12.204. Source: ἀμφαναδείκνυμι
    284 bytes (21 words) - 12:12, 21 August 2017
  • byz.: <λεγτ;λαθέμεν Mommsen) (O. 1.64) οὐδ' ἔλαθ Αἴπυτον κλέπτοισα θεοῖο γόνον (O. 6.36)    III impers., c. acc. & inf. τῶ σε μὴ λαθέτω, παντὶ μὲν θεὸν
    2 KB (158 words) - 14:41, 17 August 2017
  • = χρυσο-γονον, Ps.-Dsc.4.56.
    358 bytes (6 words) - 19:36, 8 February 2013
  • πολυφθόροις ἁμέραις (N. 8.30) —1. τὸ μὲν ἔλευσεν· ἴδον τ' ἄποπτα[ Δ. . 3. γόνον ὑπάτων μὲν πατέρων μελπόμενοι γυναικῶν τε Καδμειᾶν fr. 75. 11.    II μέν
    128 KB (13,301 words) - 14:02, 3 October 2019
  • 47) ἐν ἡρωίαις ἀρεταῖσιν οὐ ψεύσομ ἀμφὶ Κορίνθῳ (O. 13.51), cf. (I. 1.57) γόνον τέ οἱ φέρτατον ἀτίταλλεν ἐν ἁρμένοισι πᾶσι θυμὸν αὔξων (om. codd.: supp.
    196 KB (24,906 words) - 13:40, 3 October 2019
  • φιλόνικος ἄγαν, καὶ μέγαν ὅρκον ὀμόσσαις, τοῦτό γέ οἱ μαρτυρήσω (O. 6.20) τέκεν γόνον ὑπερφίαλον μόνα καὶ μόνον (P. 2.43) “τοῦτον ἄεθλον ἑκὼν τέλεσον· καί τοι
    147 KB (19,535 words) - 13:45, 3 October 2019
  • (P. 11.33) κατένευσέν τε (N. 1.14) ἰδίᾳ τ (N. 3.24) κάπρους τ (N. 3.47) γόνον τέ οἱ φέρτατον ἀτίταλλεν (N. 3.57) πίτναν τ (N. 5.11) φράσθη κατένευσέν τε
    126 KB (12,339 words) - 15:55, 2 October 2019
  • ἀνδροδάμαντ' Ἐριφύλαν, ὅρκιον ὡς ὅτε πιστόν, δόντες Οἰκλείδᾳ γυναῖκα (N. 9.17) γόνον ὑπάτων μὲν πατέρων μελπόμενοι γυναικῶν τε Καδμειᾶν (pl. pro sing.: Dionysos
    2 KB (185 words) - 14:30, 17 August 2017
  • ἡ,    A = κραταιόγονον, Thphr.HP9.18.5 (prob.l.):— also κρᾰταί-γονον, τό, Ps.-Dsc.3.124, Hsch. κραταίγονος: ἢ -ον, ἴδε κραταιόγονον. κραταίγονος, ἡ
    773 bytes (40 words) - 07:25, 29 September 2017
  • ἐπαινήσομεν ἐσλοῖς, ὅτι ὑψοῦ φέροντι νόμον Θεσσαλῶν αὔξοντες (P. 10.71) γόνον τέ οἱ φέρτατον ἀτίταλλεν ἐν ἀρμένοισι πᾶσι θυμὸν αὔξων (N. 3.58) τιμὰ δὲ
    3 KB (247 words) - 14:30, 17 August 2017
  • Πεισάνδρου πάλαι αἷμἀπὸ Σπάρτας (N. 11.33) πεπρωμένον ἦν, φέρτερον πατέρος ἄνακτα γόνον τεκεῖν ποντίαν θεόν (I. 8.32)    c = ἔξεστι,    c acc. & inf. εἰ γὰρ ἦν
    229 KB (29,861 words) - 13:28, 3 October 2019