Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "δάκρυ" on this wiki. See also the other search results found.

  • στάζει, όπως το δάκρυδάκρυ πεύκινον», «το δάκρυ του πεύκου») νεοελλ. 1. πολύ μικρή ποσότητα υγρού, σταγόνα, σταλαγματιά 2. ως επίθ. δάκρυ ο καθαρός, ο
    16 KB (1,530 words) - 14:25, 2 October 2019
  • subs. Distillation from a tree: V. δάκρυ, τό, ἱδρώς, ὁ, σταλαγμός, ὁ. Look up gum on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary
    221 bytes (29 words) - 09:42, 21 July 2017
  • Ν ψεύτης 1. ψευδής, προσποιητός («ψεύτικος όρκος») 2. απατηλός («ψεύτικο δάκρυ») 3. πλαστός («ψεύτικη διαθήκη») 4. τεχνητός («ψεύτικο δόντι») 5. κίβδηλος
    1 KB (86 words) - 06:30, 29 September 2017
  • δακρυόφι(ν) und δάκρυα eben so gut zu δάκρυ gezegen werden, und doppelt zweideutig ist die Verbindung δάκρυ ἀναπρήσας oder δάκρυ' ἀναπρήσας Odyss. 2, 81 Iliad
    12 KB (1,404 words) - 13:25, 3 October 2019
  • δακρύω < δάκρυ, ενώ ο τ. δακρύζω < εδάκρυσα, αόρ. του αρχ. ρημ. δακρύω κατά το σχήμα επότισα-ποτίζω, εγύρισα-γυρίζω και ο τ. δακρυώνω < δάκρυ]. Αναζήτηση
    2 KB (133 words) - 07:02, 29 September 2017
  • 8.476: hence generally, θ. κατὰ δάκρυ χέουσα shedding big tears, Il.6.496, cf. 24.9, 794, etc.; θ. δέ οἱ ἔκπεσε δάκρυ 2.266; θαλερώτερα δάκρυα Mosch.4
    12 KB (1,033 words) - 23:10, 9 January 2019
  • ὀμμάτων ἔσταξα πηγάς (Eur., H. F 1354). Shed tears over: V. καταστάζειν δάκρυ (gen.). Met., see lament. Shed tears, weep: P. and V. δακρύειν; see weep
    1 KB (144 words) - 10:02, 21 July 2017
  • ῠος, ὁ, ἡ, (δάκρυ)    A of or with many tears: hence,    I muchwept, lamented, Ἄρης, πόλεμος, ὑσμίνη, Il.3.132,165,17.544; μῆτις B. 15.24; Ἴτνς Ar.Av.212
    5 KB (400 words) - 13:40, 9 January 2019
  • μεταφ., φρέσκος, ζωντανός, σε Σοφ., Ευρ.· χλωρὸν δάκρυ, όπως θαλερὸν δάκρυ, φρέσκο, πρόσφατο δάκρυ, σε Ευρ.· χλωρὰ μέλεα, φρέσκα, νεανικά βήματα, σε Θεόκρ
    26 KB (2,275 words) - 14:40, 3 October 2019
  • ῥίπτειν Hdt.8.53; κατώρυξέν με κατὰ τῆς γῆς κ. Ar.Pl.238; χώρει κ. A.Pr.74; κ. δάκρυ' εἰβομένη S.Ant.527 (anap.), cf. E.Fr.384; esp. of the nether world, A.Pers
    29 KB (2,626 words) - 13:55, 3 October 2019
  • -ον) αυτός που σταλάζει δάκρυα νεοελλ. (για νερό) που στάζει σαν δάκρυ. [ΕΤΥΜΟΛ. < δάκρυ + σταλάζω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    386 bytes (28 words) - 07:02, 29 September 2017
  • καταλείβω,    A let flow down, shed, τί νυ δάκρυ κατείβετον Od.21.86:—Med., flow apace, θαλερὸν δὲ κατείβετο δάκρυ παρειῶν Il.24.794; τὸ κατειβόμενον Στυγὸς
    6 KB (490 words) - 19:25, 9 January 2019
  • όποιος μοιάζει στο σχήμα με δάκρυ 2. (το ουδ. πληθ.) δακρυοειδή κατηγορία σπερμάτων, όπως της αχλαδιάς, που μοιάζουν με το δάκρυ. Αναζήτηση σε: Google |
    314 bytes (32 words) - 06:26, 29 September 2017
  • ἀναμετρούμενος τὸ σῶφρον ὁ αὐτ. Ἠλ. 52. 3) ἀναμετρεῖσθαι δάκρυ εἴς τινα, μετρῶ εἴς τινα δάκρυ, δηλ. πληρώνω εἰς αὐτὸν τὸν φόρον δακρύων, ὁ αὐτ. Ι. Τ. 346
    10 KB (909 words) - 21:05, 20 August 2019
  • Vielleicht ist getrennt δάκρυ χέων zu schreiben, vgl. κατὰ δάκρυ χέουσα Iliad. 18, 428, θαλερὸν κατὰ δάκρυ χέουσα Iliad. 6, 496, τέρεν κατὰ δάκρυ χέουσα Iliad. 3
    3 KB (243 words) - 20:45, 9 January 2019
  • (-άω) σταγόνα σταγόνα, βγάζω υγρό σαν δάκρυ («χάραξαν το πεύκο και δακρυλογά»). [ΕΤΥΜΟΛ. < δάκρυ + -λογώ < -λόγος < λέγω (πρβλ. δροσολογώ, μπεκρολογώ,
    568 bytes (31 words) - 06:26, 29 September 2017
  • Βάκχος, δάκρυον, δάκρυ, γῶος, ἀποδάκρυσις
    112 bytes (5 words) - 06:54, 22 August 2017
  • Od. 11, 527, auch οὔτε παρειῶν δάκρυ' ὀμορξάμενον, 530, von der Wange, wie Il. 18, 124; sp. D., Ap. Rh. 2, 242 δάκρυ δ' ὀμορξαμένω, auch ohne δάκρυα.
    10 KB (851 words) - 15:26, 2 October 2019
  • Harm.p.195.10 W.): aor.    A ἐστάλαξα Lyc.37, LXX Mi.2.11:    I let drop, δάκρυ σ. E.Hel.633 (lyr.); σ. ἐς οἶδμα . . δακρύων . . αὐγάς Id.Hipp. 738 (lyr
    8 KB (681 words) - 15:50, 2 October 2019
  • όρασης αρχ. εκείνος που προκαλεί δάκρυα («δακρυογόνος Άρης»). [ΕΤΥΜΟΛ. < δάκρυ + -γονος < γίγνομαι. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    890 bytes (60 words) - 07:02, 29 September 2017
  • (δακρῠχέω) • Morfología:v. tb. δάκρυ χέω s.u. δάκρυ 1 derramar lágrimas, llorar δαϊ<ό>φρων ... ἐτύμως δακρυχέων ἐκ φρενός alma desdichada que vierte lágrimas
    2 KB (212 words) - 11:04, 31 December 2018
  • ὠμοσπάρακτος. v. intrans. See rush. subs. Rent: Ar. and V. λακίς, ἡ. P. and V. δάκρυ, τό, δάκρυον, τό (Plat., b2">Tim. 83D, rare P.). Tears, weeping: Ar. and
    4 KB (425 words) - 16:54, 7 August 2017
  • ἀπομόργνυ ib.798; πεύκης ἀπὸ δάκρυ' ὀμ. v.l. in Nic.Al.547:— Med., wipe off from oneself, ἀπομορξαμένω κονίην Il.23.739; ἀπομόρξατο δάκρυ wiped away his tears
    8 KB (654 words) - 11:45, 10 January 2019
  • -υ, Μ κάπως δακρυσμένος, βουρκωμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- + δάκρυ (πρβλ. περί-δακρυς)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    318 bytes (21 words) - 12:47, 29 September 2017
  • myself shed tears in sympathy with you: V. ἐγώ σʼ ἀπʼ ὄσσων ἐκβαλόντʼ ἰδὼν δάκρυ ᾤκτειρα καὐτὸς ἀντάφηκα σοὶ πάλιν (Eur., I. A. 477). Look up sympathy on
    1 KB (119 words) - 10:05, 21 July 2017
  •    I of persons,    1 c. acc. rei, let fall in drops upon, shed over, κ. δάκρυ τινός E.Hec.760; ἀφρὸν κατέσταζ' εὐτρίχου γενειάδος Id.HF934; also of a garment
    10 KB (871 words) - 00:00, 10 January 2019
  • abs., Hdt.4.60; οὐδ' ἄν τι θύων οὐδ' ἐπισπένδων ἄνοις A.Fr.161; also ἐ. δάκρυ Theoc.23.38.    2. promise, pledge, Leg.Gort.4.52, 6.11:—Med., accept in
    6 KB (465 words) - 17:30, 10 January 2019
  • το (Α δακρύδιον) μικρό δάκρυ νεοελλ. 1. το σημείο συναντήσεως της πίσω δακρυϊκής ακρολοφίας και της μετωποδακρυϊκής ραφής 2. γένος κωνοφόρων φυτών 3. γένος
    698 bytes (52 words) - 07:02, 29 September 2017
  • fallen lassen, (δάκρυ) σοὶ ἀνταφῆκα, Eur. I. A. 478. ἀνταφίημι: μέλλ. -αφήσω, ἀφίνω καὶ ἐγώ, χύνω καὶ ἐγώ, ἐγώ σ’ ἀπ’ ὄσσων ἐκβαλόντ’ ἰδὼν δάκρυ… καὐτὸς ἀνταφῆκά
    3 KB (193 words) - 16:10, 9 January 2019
  • και κορόμπλο, το 1. ο καρπός της κορομηλιάς 2. φρ. «τρέχει το δάκρυ κορόμηλο» — κλαίει με άφθονα δάκρυα. [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. < καρό-μηλον < καρυό-μηλον, με αφομοιωτική
    533 bytes (40 words) - 07:25, 29 September 2017
  • κάνω κάτι να εκχυθεί, δάκρυ' ἀναπρήσας, με δάκρυα που ξεσπούν, σε Όμηρ. ἀναπρήθω: (part. aor. ἀναπρήσας) нагнетать, выдувать: δάκρυ᾽ ἀναπρήσας Hom. залившись
    3 KB (214 words) - 15:55, 9 January 2019
  • pleurer en gémissant; II. (δάκρυ, goutte) distiller des gouttes (de résine, de gomme, etc.) en parl. des arbres. Étymologie: δάκρυ. aor. ἐδάκρῦσα, pass.
    17 KB (1,844 words) - 13:25, 3 October 2019
  • (-ωτος), ο το να δακρύζει και να γελάει κανείς ταυτόχρονα. [ΕΤΥΜΟΛ. < δάκρυ + γέλως. Για τον σχηματισμό πρβλ. κλαυσίγελως. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    375 bytes (27 words) - 07:02, 29 September 2017
  • («συμπαθεῑς οἱ ἥρωες... καὶ ἑτοιμοδάκρυες», Ευστ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < έτοιμος + δάκρυ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    455 bytes (30 words) - 07:13, 29 September 2017
  • λιβάνι) αυτός που αποτελείται από ιερά δάκρυα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιερ(ο)- + -δακρυς (< δάκρυ), πρβλ. απειρό-δακρυς, πολύ-δακρυς]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    491 bytes (31 words) - 06:37, 29 September 2017
  • δάκρυον, δάκρυ, δάκρυμα
    70 bytes (3 words) - 07:10, 22 August 2017
  • -υ (Α) αυτός που είναι έτοιμος να δακρύσει. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρτι- + -δακρυς < δάκρυ (πρβλ. απειρόδακρυς, αρίδακρυς)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    422 bytes (25 words) - 10:52, 23 December 2018
  • οἱ ψευδεῖς λόγοι S.Fr.834; ᾠά hatch, Arist.HA564b8; call forth, excite, δάκρυ τινί E.Supp.770:—Med., γέλωτα ἐξαγαγέσθαι X.Cyr.2.2.15; μικρὰ ἆθλα πολλοὺς
    58 KB (6,054 words) - 13:00, 3 October 2019
  • = σταλάσσω,    I let drop, let fall, δάκρυ Maiist.43, AP7.552 (Agath [Seite 929] = στάζω 2, tröpfeln, triefen; ὄμματα σταλάοντα, Agath. 12 (V, 237);
    2 KB (159 words) - 13:30, 9 January 2019
  • subs. Exudation from trees: V. ἱδρώς, ὁ, δάκρυ, τό, σταλαγμός, ὁ. Look up exudation on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary
    217 bytes (28 words) - 09:41, 21 July 2017
  • Α', Β' -or- «ξύλο» στο οποίο παραμένει ανεξήγητη η απουσία του -d- (πρβλ. δάκρυ). Ανάγεται στην ΙΕ ρίζα dor-w- που απαντά με τη μορφή dr-ew στα δένδρον,
    36 KB (3,324 words) - 14:35, 2 October 2019
  • ἱδρὼς εἴβεται ἐκ λαγόνων Ap. Rit. 2, 664. – Med. = act., Soph. Ant. 523 κάτω δάκρυ' εἰβομένη. εἴβω: Ἐπ. (χάριν τοῦ μέτρου) ἀντὶ τοῦ λείβω, στάζω, ἀφίνω νὰ
    7 KB (632 words) - 14:30, 2 October 2019
  • περνάει νήμα 2. μτφ. α) μάτι, ιδίως λαμπερό και όμορφο β) χοντρή σταγόνα από δάκρυ 3. φρ. «τα μάτια σου χάντρες να γίνουν» (ως κατάρα) να τυφλωθείς. [ΕΤΥΜΟΛ
    704 bytes (63 words) - 12:44, 29 September 2017
  • σταγόνα σταγόνα (α. «του στάλαξε φαρμάκι στο κρασί του» β. «ἀνεπτέρωκα καὶ δάκρυ σταλάσσω», Ευρ. γ. «μὴ σταλάζετε σταλάζοντες», ΠΔ) 2. (αμτβ.) στάζω, πέφτω
    4 KB (270 words) - 12:31, 29 September 2017
  • ές, of water,    A plashing, κ. δάκρυ A.Ch.152 (lyr.). [Seite 1320] ές, rauschend, tönend, Aesch. Ch. 150 ἵετε δάκρυ καναχές, mit Schluchzen oder lauter
    2 KB (110 words) - 11:45, 9 January 2019
  • βότρυν Id.Ph.230 (lyr.); ὕδωρ σ. πέτρα Id.Hipp.122 (lyr.); esp. of tears, σ. δάκρυ Id.IA1466; ἀπ' ὀμμάτων ἔσταξα πηγάς Id.HF1355; and metaph., κατ' ὀμμάτων
    23 KB (2,183 words) - 15:55, 2 October 2019
  • llanto βαλέειν τ' ἀπὸ δάκρυ παρειῶν Od.4.198, οὔτε κατὰ βλεφάρων θερμὰ βάλοι δάκρυα Thgn.1206, κατ' ὄσσων δ' οὐ θέμις βαλεῖν δάκρυ E.Hipp.1396, sangre μηδ'
    129 KB (13,494 words) - 13:15, 3 October 2019
  • δεῦε δὲ γαῖαν (sc. αἷμα) Il.13.655, cf. 23.220; γλάγος ἄγγεα δεύει 2.471; δάκρυ δ' ἔδευε… παρειάς Od.8.522; σπογγιὰν δεύων Hp.Loc. Hom.12: c. dat. modi,
    29 KB (2,905 words) - 14:29, 2 October 2019
  • (Crin.):—poet. Adj.    A soft, delicate, in Hom. mostly in neut., τέρεν δάκρυ Il.3.142, al.; τέρενα φύλλα 13.180, Od.12.357; τέρεν' ἄνθεα ποίης 9.449,
    9 KB (801 words) - 15:55, 2 October 2019
  • το (AM δάκρυον) βλ. δάκρυ. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    84 bytes (14 words) - 07:03, 29 September 2017
  • ἀνταφίημι (Α) αφίημι 1. ρίχνω, πετώ κι εγώ κάτι 2. φρ. «δάκρυ ἀνταφίημι» — δακρύζω και εγώ με τη σειρά μου. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    272 bytes (29 words) - 06:55, 29 September 2017
  • δακρυοεξηρημένος, -η, -ον (Μ) αυτός που συνοδεύεται από δάκρυα. [ΕΤΥΜΟΛ. < δάκρυ(ον) + εξηρημένος (μτχ. παρακμ. του εξαιρούμαι]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    382 bytes (26 words) - 07:02, 29 September 2017
  • -ή, -ό ο δακρυϊκός. [ΕΤΥΜΟΛ. < δάκρυ. Η λ. μαρτυρείται από το 1836 στον Δ. Α. Μαυροκορδάτο]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    261 bytes (25 words) - 07:03, 29 September 2017
  • ή που συνοδεύεται με πολλά δάκρυα («ἀριδάκρυος γόος»). [ΕΤΥΜΟΛ. < αρι- + δάκρυ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    452 bytes (33 words) - 06:21, 29 September 2017
  • -α, -ο όποιος φέρνει ή προκαλεί δάκρυα. [ΕΤΥΜΟΛ. < δάκρυ + -φόρος < φέρω. Η λ. μαρτυρείται από το 1874 στον Αλεξ. Κατακουζηνό]. Αναζήτηση σε: Google |
    393 bytes (29 words) - 07:02, 29 September 2017
  • (για πράγμα) χύνω υγρό σαν δάκρυ, σταλαγματιά σταλαγματιά. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    146 bytes (17 words) - 07:02, 29 September 2017
  • το ασήμαντο, χωρίς αξία δάκρυ. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    88 bytes (14 words) - 06:39, 29 September 2017
  • γλῠκύδακρυς: -υ (δάκρυ), αυτός που προκαλεί γλυκά δάκρυα, σε Ανθ. γλυκύδακρυς: υ, gen. υος исторгающий сладкие слезы (Ἔρως Anth.). δάκρυ causing sweet
    1 KB (102 words) - 06:15, 10 January 2019
  • ἀντικείμενον δακρύων, Χρησμ. παρ’ Ἡροδ. 7. 169. ΙΙ. ὅπερ κλαίων τις χύνει, δάκρυ, Αἰσχύλ. Πέρσ. 134, Εὐρ. Ἀνδρ. 92, κατὰ πληθ. ατος (τό) : 1 larmes, pleurs;
    4 KB (302 words) - 20:45, 9 January 2019
  • δακρυβρυσοπόταμον, το (Μ) δάκρυ που τρέχει σαν ποτάμι. [ΕΤΥΜΟΛ. < δάκρυ + βρυσοπόταμον. Πρόκειται για σύνθετη λ. που πλάστηκε από τον συντάκτη του έργου
    517 bytes (36 words) - 06:26, 29 September 2017
  • from, or made of pine or pine wood, κορμοί E.Hec.575; λαμπάς S. Tr.1198; π. δάκρυ tear of the pine, i. e. the resinous drops that ooze from it, E.Med.1200;
    3 KB (275 words) - 13:35, 9 January 2019
  • Fest. p. 68 Müll.; I v. the letter D), ae, f. dacru-ma, kindred with Gr. δάκρυ; Sanscr. asru for dasru; Goth. tah-ja; Engl. tear; Germ. Zaehre; cf. the
    7 KB (1,016 words) - 21:40, 27 February 2019
  • δακρύων, ἀξιοθρήνητος, Λουκ. Β. Πρ. 14. ης, ες : lamentable. Étymologie: δάκρυ, -ωδης. -ες 1 lacrimoso ἐς ὄμματα δ. ἀπόστασις ἔρχεται Hp.Coac.553, ὀφθαλμοί
    4 KB (268 words) - 20:40, 9 January 2019
  • 13. ΙΙ. παθ. μὴ κλαυθείς, μὴ θρηνηθείς, Σοφ. Ἀντ. 881. 2) περὶ οὗ οὐδέν δάκρυ ἐχύθη, τρόπαια, Πλουτ. Τιμολ. 37. ος, ον : I. qui ne pleure pas; II. 1
    7 KB (567 words) - 11:20, 10 January 2019
  • out like milk, press out, ἐκ βοτρύων ξανθὸν ἄμελξε γάνος AP9.645 (Maced.); δάκρυ ἠλέκτροιο D.P.293.    III drink, αὐτὸ λαβὼν ποτὶ χεῖλος ἀμέλξω Theoc.23.25
    18 KB (1,651 words) - 13:55, 2 October 2019
  • force, ib.4.2.20, cf. An.5.2.1; ἁθρόῳ στόματι with one voice, E.Ba.725; ἁ. δάκρυ one flood of tears, Id.HF489; ἁ. λόγος a flood of words, Pl.R. 344d; ἁθρόους
    21 KB (1,845 words) - 14:00, 2 October 2019
  • (ἡμέρα):—   A on, for or during the day, οὔ κεν ἐφημέριός γε βάλοι κατὰ δάκρυ παρειῶν Od.4.223; by day, opp. μετὰ νύκτας, στάθμα Pi.l.c.    2 for a day
    9 KB (757 words) - 14:20, 14 January 2019
  • Ἰλ. Α. 349. υς, υ; accompagné de larmes abondantes. Étymologie: ἀρι-, δάκρυ. (ἀρίδακρῠς) -ῠ • Prosodia: [ᾰρῐ-] • Morfología: [gen. -υος] 1 abundante
    3 KB (188 words) - 12:05, 10 January 2019
  • (-υ) (Α) αυτός που έχει στα μάτια του λαμπερά δάκρυα. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἰόλος + δάκρυ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    308 bytes (23 words) - 06:19, 29 September 2017
  • ἐπίδακρυς, -υ (AM) δακρυσμένος, κλαμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + δάκρυ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    260 bytes (17 words) - 06:34, 29 September 2017
  • υ,    A ready to weep, E.Med.903, Luc.Lex.4. [Seite 362] (δάκρυ), der eben geweint hat, od. weinen will, Eur. Med. 903; Luc. Lexiph. 4. ἀρτίδακρυς:
    2 KB (148 words) - 16:45, 9 January 2019
  • Εὐρ. Ἱκέτ. 773, Ἡρ. Μαιν. 98. οος, οον; qui fond en larmes. Étymologie: δάκρυ, ῥέω. -ον que deja correr lágrimas δι' ὄσσων νᾶμ' ἔχων δακρύρροον manteniendo
    2 KB (127 words) - 20:40, 9 January 2019
  • Grundbedeutung herab u. darüberhin. adv. de haut en bas, d’où 1 en bas ; κατὰ δάκρυ χέουσα IL laissant tomber une larme, κὰδ δέ οἱ ὕδωρ χεῦαν IL ils versèrent
    116 KB (12,150 words) - 11:35, 14 October 2019
  • in Pass.,    A well up, ὑπεξέχυτ' αὐτίκα δάκρυ A.R.3.705: metaph. in Act., get rid of, φθόνους καὶ ζηλοτυπίας Plu.2.78e. [Seite 1186] (s. χέω), von unten
    2 KB (120 words) - 05:08, 1 January 2019
  • Adesp.2 (= S.Fr.185).    II ruined, lost: hence, unhappy, wretched, ἵετε δάκρυ καναχὲς ὀλόμενον ὀλομένῳ δεσπότᾳ A.Ch.152; in lit. sense, ἃ πλείστους ἔκανεν
    8 KB (652 words) - 12:06, 26 February 2019
  • ότι σ' αυτή συγκεντρώνονταν τα δάκρυα όσων θρηνούσαν τον νεκρό. [ΕΤΥΜΟΛ. < δάκρυ + -δοχος < δέχομαι. Η λ. μαρτυρείται στον Δ. Πληθωνίδη]. Αναζήτηση σε: Google
    815 bytes (60 words) - 06:37, 29 September 2017
  • βγάζει ούτε σταγόνα νεοελλ. ο υδατοστεγής μσν. ο άφθονος, ο ατέλειωτος (για δάκρυ). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    332 bytes (33 words) - 06:25, 29 September 2017
  • σταλάσσω [στάζω?] aor. ἐστάλαξα. doen druppelen, in druppels laten vallen:; δάκρυ tranen Eur. Hel. 633; uitbr. abs.. αἰμιτύβιον στάλασσον druipende zakdoek
    418 bytes (45 words) - 08:44, 1 January 2019
  • έργα) εκείνος που προκαλεί εύκολη, ρηχή συγκίνηση στο κοινό. [ΕΤΥΜΟΛ. < δάκρυ + βρέχω. Η λ. μαρτυρείται από το 1839 στον Νικολ. Ι. Σαρίπολο]. Αναζήτηση
    653 bytes (53 words) - 07:02, 29 September 2017
  • Dsc.1.68.8, Luc.Gall.6.    I c. acc. rei, wipe off, ἀφρόν τ' ἀπέψη E.l.c.; δάκρυ AP5.65 (Rufin.), cf. Nonn. D.8.205:—Med., wipe or rub off from oneself, τι
    7 KB (670 words) - 11:45, 10 January 2019
  • φρ. «δακρυόεν γελάσασα» — αφού χαμογέλασε με δάκρυα στα μάτια. [ΕΤΥΜΟΛ. < δάκρυ + -όεις (πρβλ. αιετόεις, αιματόεις, ακρυόεις)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    7 KB (651 words) - 20:40, 9 January 2019
  • προσῆκον ἐξαποστάξαι δάκρυ Θεόδ. Πρόδρ. 8. σ. 377. ἐξαποστάζω (Μ) αποστάζω, κάνω κάτι να στάζει, χύνω («τὸ προσῆκον ἐξαποστάξαι δάκρυ», Θ. Πρόδρ.). Αναζήτηση
    538 bytes (43 words) - 07:10, 29 September 2017
  • ὀμόργνυμι (Α) (συν. στο μέσ.) σφουγγίζω, σκουπίζω («χερσὶ παρειάων δάκρυ' ὀμορξαμένη», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. ὀ-μόργ-νυμι (πρβλ. στόρνυμι), με προθεματικό
    2 KB (153 words) - 12:01, 29 September 2017
  • δακροχυσία, η (Μ) ροή δακρύων. [ΕΤΥΜΟΛ. < δάκρυ + χύσις < χέω]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    291 bytes (18 words) - 06:26, 29 September 2017
  • Α 1. αναβλύζω, ξεπηδώ («τὸ δὲ ὑπεξέχυτ' αὐτίκα δάκρυ», Απολλ. Ρόδ.) 2. μτφ. απαλλάσσομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- + ἐκχέω «χύνω έξω»]. Αναζήτηση σε: Google
    419 bytes (29 words) - 12:58, 29 September 2017
  • -ή, -ό δάκρυ 1. όποιος δακρύζει εύκολα 2. όποιος προκαλεί δάκρυα («δακρυτερό μοιρολόι»). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    203 bytes (22 words) - 07:02, 29 September 2017
  • του να κλάψει, που χύνει δάκρυα με τη βία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνάγκη + -δακρυς < δάκρυ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    418 bytes (31 words) - 06:52, 29 September 2017
  • «ἀκριτόδακρυς Τάνταλος» (Ανθ. Παλ. 5, 235). [ΕΤΥΜΟΛ. < ἄκριτος + -δακρυς < δάκρυ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    434 bytes (27 words) - 06:49, 29 September 2017
  • το δάκρυ σαν κρύσταλλο. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    72 bytes (13 words) - 07:02, 29 September 2017
  • δάκρυ
    30 bytes (1 word) - 07:07, 22 August 2017
  • ἐξαποχέομαι (Μ) (μόνο μέσ.) χύνομαι από κάπου («ὀφθαλμῶν ἐξαπεχεῑτο δάκρυ», Τζέτζ.). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    183 bytes (20 words) - 07:09, 29 September 2017
  • direction. On the u-stem cf. μῶλυ, μίσυ, σῶρυ (Chantr. Form. 119), also δάκρυ = resin (Peripl. M. Rubr. 30). 2. Meaning: πόα τις θεοῖς θυομένη H. Origin:
    3 KB (288 words) - 14:29, 2 October 2019
  • κέκλῃται S.Fr.711; β. συμβαλεῖν, κοιμᾶν ὕπνῳ, A.Ag.15, Th. 3; of weeping, δάκρυ χαμαὶ βάλεν ἐκ βλεφάροιϊν Od.17.490, cf. 23.33; of death, λύειν β. S.Ant
    11 KB (1,099 words) - 14:20, 2 October 2019
  • сострадание своей превратной судьбой; 2) жалостный, жалобный, горестный (λόγοι, δάκρυ Eur.; ὄψ Soph.). οἰκτρός, ή, όν οἶκτος I. pitiable, in piteous plight,
    10 KB (722 words) - 12:00, 26 February 2019
  • -ηδόν id. (D. P., Aret.) and the ἅπ. λεγ. καναχής (A. Ch. 152 [lyr.], of δάκρυ), καναχός (Nic. Th. 620; of βάτραχοι), both first from καναχέω; καναχισμός
    10 KB (906 words) - 14:59, 2 October 2019
  • dat. pers., τόξον δέ οἱ ἔκπεσε χειρός Il.15.465 ; θαλερὸν δέ οἱ ἔκπεσε δάκρυ fell from his eyes, 2.266 : abs., fall out, 23.467 ; fall down, of trees
    54 KB (5,430 words) - 13:30, 3 October 2019
  • ὑπὸ καύματος Hes.Op.588, cf. D.P.966, αὐαλέος ψαφαρῷ χροΐ Nonn.D.26.104, δάκρυ Q.S.14.392, αὐαλέοις ὄμμασι AP 5.280 (Antiphil.), ἄρτος Androm.103, κόγχος
    4 KB (353 words) - 20:20, 9 January 2019
  • 5. 236. υς, υ ; gén. υος; qui pleure abondamment. Étymologie: ἄκριτος, δάκρυ. (ἀκρῐτόδακρυς) -υ que llora innumerables lágrimas Τάνταλος AP 5.236 (Paul
    2 KB (95 words) - 16:00, 9 January 2019
  • να πέφτουν απ' τα μάτια («πάθεα... βαρέα δακρυοπετῆ», Αισχ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < δάκρυ(ον) + -πετής < πίπτω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    2 KB (104 words) - 12:31, 31 December 2018
  • 1474 Hec. 1044; vgl. Dem. 47, 63 u. Pol. 5, 25, 3. – Milder, fallen lassen, δάκρυ Od. 19, 362; Eur. Ion 924 u. öfter. Bes. – 3) ἔπος, ein Wort fallen lassen
    61 KB (6,208 words) - 13:35, 3 October 2019
  • like εἴβω (q.v.), let flow, shed, δάκρυα λ. Il.13.88, 658, Od.5.84, 16.214; δάκρυ λ. A. Th.51; ἐκ δ' ὀμμάτων λείβουσι δυσφιλῆ λίβα (δία cod. M) Id.Eu.54; δι'
    22 KB (2,161 words) - 15:25, 2 October 2019
  • Π. παραρτ. 98. ής, ές : qui se complaît dans les larmes. Étymologie: δάκρυ, χαίρω. (δακρῠχᾰρής) -ές 1 que se complace en el llanto, Ἀΐδας GVI 1154
    2 KB (173 words) - 14:50, 9 January 2019
  • την παπαρούνα) αυτός που έχει το σπέρμα στην κεφαλή («μήκωνος κεβληγόνου δάκρυ») 2. φρ. «κεβλήγονος Ἀτρυτώνη» — η Αθηνά, που γεννήθηκε από την κεφαλή του
    2 KB (131 words) - 07:23, 29 September 2017
  • Acut.42, φλέγματα Pl.Ti.86e, cf. 65e, χυμοί Praxag.Cous 22, cf. Phylotim.9, δάκρυ Call.Fr.313, ἱδρώς Thphr.Sud.4. 2 salado, salobre del mar y aguas minerales
    4 KB (396 words) - 13:00, 3 October 2019
  • που προκαλεί ή συνοδεύεται από δάκρυα («πόνοι δακρυσταγείς»). [ΕΤΥΜΟΛ. < δάκρυ + -σταγής < στάζω (πρβλ. αιμοσταγής)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    692 bytes (47 words) - 07:03, 29 September 2017
  • Fishes s. πλῶτα); but δακρυπλώειν (τ 122) not denomin. from *δακρυ-πλώς, but after δάκρυ χέων, χέουσα built as univerbation; cf. Leumann Hom. Wörter 36
    12 KB (1,262 words) - 15:45, 2 October 2019
  • 403c, Plu.2.7b, Varro Sat.Men.350 •c. inf. ἀμουσία τοι μηδ' ἐπ' οἰκτροῖσιν δάκρυ στάζειν E.Fr.407, cf. Pl.Ly.206b •c. gen. ἀ. ἤθους Ph.1.484. II 1falta de
    4 KB (318 words) - 15:40, 9 January 2019
  • pine, κλαίουσα τέτηκα Il.3.176; τήκετο χρώς Od.19.204; τήκετο καλὰ παρήϊα δάκρυ χεούσης ib.208; ἐν νούσῳ . . δηρὸν τηκόμενος 5.396; τ. νούσῳ Hdt.3.99, cf
    27 KB (2,405 words) - 16:05, 2 October 2019
  • larmes en parl. d’un homme ivre, dont les yeux sont humides. Étymologie: δάκρυ, πλόος. swim with tears; of effect of intoxication on the eyes, Od. 19
    2 KB (196 words) - 20:50, 9 January 2019
  • έναν τόπο 2. κρύβομαι κάτω από κάτι («ἐν τε γὰρ ὀφθαλμοῑς... ὑποικεῑ [ενν. δάκρυ]», Απλ.) 3. (η μτχ. αρσ. πληθ. ενεργ. ενεστ. ως ουσ.) ὑποικοῡντες (κατά τον
    467 bytes (45 words) - 12:53, 29 September 2017
  • [Seite 519] τό, dim. zum vorigen, Medic. δακρύδιον: τό, ὑποκορ. τοῦ δάκρυ· ― παρὰ μεταγεν. ἰατρ., εἶδος καθαρτικοῦ κόμμεως, ὁ ὀπὸς τῆς σκαμμωνίας,
    1 KB (90 words) - 12:07, 21 August 2017
  • δάκρυ
    30 bytes (1 word) - 07:20, 22 August 2017
  • ἰδνοῡμαι, -όομαι (Α) 1. κάμπτομαι, λυγίζω («ὁ δ' ἰδνώθη, θαλερόν δε οἱ ἔκπεσε δάκρυ», Ομ. Ιλ.) 2. (για τη μήτρα) συσφίγγομαι, συστέλλομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιδνός ή
    712 bytes (60 words) - 07:18, 29 September 2017
  • 1216; ὕπνος ἐπ' ὄσσοις κίδναται, Eur. Hec. 916; ἐμοὶ κατ' ὄσσων ὡρμήθη δάκρυ, Med. 906 (ὄσσε nur Aesch. Pers. 1021 Eur. Troad. 1314); so auch sp. D.,
    8 KB (815 words) - 15:35, 2 October 2019
  • «δακρυσμένος» Λουκ. Ἐνύπν. 4. υς, υ ; gén. υος; plein de larmes. Étymologie: ἐν, δάκρυ. -υ que llora, lleno de lágrimas de pers., I.AI 1.291, Luc.Somn.4 •de la
    1 KB (103 words) - 07:24, 31 December 2018
  • ἐλαύνειν prolong, keep up the brawl, Il. 1.575.    4 ἐξ ὄσσων ἐς γαῖαν ἐ. δάκρυ E.Supp.96. [Seite 790] treiben; fut. ἐλάσω, Her. 1, 77; ἐλάσοντες Xen.
    112 KB (11,559 words) - 11:25, 6 December 2019
  • prompt à pleurer. Étymologie: ταχύς, δάκρυ. -υ, Α αυτός που δακρύζει εύκολα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ταχυ- + -δάκρυς (< δάκρυ), πρβλ. πολύ-δακρυς]. Αναζήτηση σε:
    2 KB (105 words) - 13:10, 9 January 2019
  • in extent, Hdt.2.13:—hence perh. metaph., τὸ ἔργον ἀ. Arist.EN1106a16; ἀ. δάκρυ E.HF489.    4 concede, allow, c. inf., suffer or allow a person to do, ἀ
    53 KB (5,302 words) - 13:05, 3 October 2019
  • τοῦτο… γέρας οἶον ὀϊζυροῖσι βροτοῖσι, κείρασθαί τε κόμην βαλέειν τ' ἀπὸ δάκρυ παρειῶν Od.4.198, cf. 24.46, Il.23.46; πολύν σοι βοστρύχων πλόκαμον κεροῦμαι
    41 KB (3,868 words) - 13:51, 3 October 2019
  • 1 qui ne pleure pas; 2 qui ne fait pas verser de larmes. Étymologie: ἀ, δάκρυ. ᾰδακρυς    1 without tears ἄδακρυν νέμονται αἰῶνα (O. 2.66) (ἄδακρῠς)
    4 KB (314 words) - 08:00, 31 December 2018
  • γίνεται αιτία για δάκρυα, που προκαλεί δάκρυα. [ΕΤΥΜΟΛ. < φιλ(ο)- + -δακρυς (< δάκρυ), πρβλ. πολύ-δακρυς]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    2 KB (106 words) - 13:00, 29 September 2017
  • polvo negro Anacr.71.5, ἀθρόῳ στόματι con clamor unánime E.Ba.725, ἀθρόον δάκρυ un torrente de lágrimas E.HF 489, ἀθρόον πῦρ una compacta masa de fuego Diog
    7 KB (828 words) - 11:53, 21 August 2017
  • [Seite 1344] richtiger getrennt κατὰ δάκρυ χέων geschrieben. καταδακρυχέων: ουσα, ἐσφαλμένος τρόπος γραφῆς τοῦ κατὰ δάκρυ χέων.
    304 bytes (17 words) - 10:35, 5 August 2017
  • -άκρυος, ὁ, ἡ, ΜΑ γεμάτος δάκρυα, ένδακρυς. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + -δακρυς (< δάκρυ), πρβλ. περί-δακρυς]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    951 bytes (62 words) - 12:39, 29 September 2017
  • βᾰρύδακρυς: -υ (δάκρυ), αυτός που χύνει δάκρυα πόνου και οδύνης, σε Ανθ. βαρύδακρυς: υ, gen. υος горько рыдающий (ἀηδών Anth.). δάκρυ weeping grievously
    1 KB (93 words) - 20:30, 9 January 2019
  • Chrm.162c, Men.Sam.112; [γυναῖκε] A.Pers. 190; ἱππικὸν δρόμον S.El.754; δάκρυ A.Ag.204 (lyr.); ὀργήν, θυμόν, ὕβριν, etc., S.El.1011, OC874, E.Ba.555 (lyr
    79 KB (7,294 words) - 13:55, 3 October 2019
  • κτένι» — η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο μσν. 1. ανωμαλία του εδάφους 2. δάκρυ 3. κρίσιμη στιγμή 4. φρ. «δένω κόμπο» — συναντιέμαι, σμίγω αρχ. 1. (κατά
    21 KB (1,782 words) - 15:05, 2 October 2019
  • -ές 1 que fluye a borbotones ὕδωρ Call.Fr.317, αἷμα Nic.Th.307, ἀστεγὲς δάκρυ prob. f.l. App.Anth.3.198 •neutr. como adv. τὰ δ' ἔρρεεν ἀσταγές y éstas
    3 KB (206 words) - 12:00, 31 December 2018
  • 206, Ἰλ. Μ. 158· ψιάδας κ. ἔραζε Π. 459· κατὰ δάκρυ χέουσα Ἰλ. Α. 413, Γ. 142, κτλ.· θαλερὸν κατὰ δάκρυ χέων Εὐρ. Ι. Α. 40· καὶ Παθ., δάκρυσί μου βλέφαρα
    22 KB (2,022 words) - 14:05, 3 October 2019
  • ἔκ τινος, κρήνης δὲ δίκην ὀφθαλμῶν ἐξαπεχεῖτο δάκρυ Τζέτζ. Ἱστ. 3. 327. derramar ὀφθαλμῶν ἐξαπεχεῖτο δάκρυ Tz.H.3.330. Source: ἐξαποχέω
    863 bytes (40 words) - 12:30, 21 August 2017
  • του να κλάψει, που χύνει δάκρυα με τη βία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνάγκη + -δακρυς < δάκρυ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    1 KB (76 words) - 06:52, 29 September 2017
  • ἔξω Men.Pk.332.    2 carry out a corpse for burial, ἐξέφερον θρασὺν Ἕκτορα δάκρυ χέοντες Il.24.786, cf. Hdt.7.117, Antipho 6.21 (Pass.), etc.; also, cause
    63 KB (6,233 words) - 13:26, 3 October 2019
  • θρήνο για να ηρεμήσει. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἵμερος + κατάλ. -όεις (πρβλ. αστερ-όεις, δακρυ-όεις)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    853 bytes (62 words) - 06:36, 29 September 2017
  • λεγόμενου ψυχρού φωτός. [ΕΤΥΜΟΛ. < φωτ(ο)- + -γόνος (< γόνος < γίγνομαι), πρβλ. δακρυ-γόνος, τεκνο-γόνος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    897 bytes (60 words) - 13:00, 29 September 2017
  • 906; vgl. τὰ ἄκρα φέρεσθαι Crinag. 41 (V, 108); ὅπη μέλλει τις οἴσεσθαι δάκρυ πρὸς τῶν κλυόντων Aesch. Prom. 641; εὐσέβειαν ἐκ πατρὸς κάτω θανόντος οἴσει
    168 KB (17,507 words) - 14:35, 3 October 2019
  • (wolven) is de kaak rood van het bloed Il. 16.159; τῆς τήκετο καλὰ παρήϊα δάκρυ χεούσης haar fraaie wangen werden vochtig, terwijl zij tranen stortte Od
    3 KB (291 words) - 20:39, 4 January 2019
  •    A f.l. for ἀσταγής, δάκρυ App.Anth.3.198. v. ἀσταγής. Source: ἀστεγής ἀστεγής, -ές (Μ) (για οικοδόμημα) ο χωρίς στέγη. [ΕΤΥΜΟΛ. < α- στερ. + -στεγής
    810 bytes (36 words) - 06:59, 29 September 2017
  • («ἐπεδάκρυσε τῇ μνήμῃ τοῦ Λύσιδος», Πλούτ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + δακρύω (< δάκρυ)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    392 bytes (24 words) - 07:11, 29 September 2017
  • ἐξαποστάζω (Μ) αποστάζω, κάνω κάτι να στάζει, χύνω («τὸ προσῆκον ἐξαποστάξαι δάκρυ», Θ. Πρόδρ.). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    219 bytes (23 words) - 06:32, 29 September 2017
  • αυτός που προκαλεί ίκτερο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἴκτερος + -γονος (< γίγνομαι), πρβλ. δακρυ-γόνος, καπνο-γόνος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    393 bytes (23 words) - 07:18, 29 September 2017
  • -ο κολλαγόνος. [ΕΤΥΜΟΛ. < κόλλα + -γόνος (< γίγνομαι), πρβλ. δακρυ-γόνος, ζωο-γόνος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    358 bytes (20 words) - 07:24, 29 September 2017
  • ὁ, Α υδρορρόη. [ΕΤΥΜΟΛ. < υδρ(ο)- + -ρόος (< ῥέω), πρβλ. δακρύ-ρροος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr |
    331 bytes (20 words) - 12:58, 29 September 2017
  • ηλεκτρισμό, ο ηλεκτροπαραγωγός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ηλεκτρο- + -γονος (< γίγνομαι), πρβλ. δακρυ-γόνος, ζωο-γόνος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    439 bytes (25 words) - 06:36, 29 September 2017
  • ἐλεεινότατον, σε Δημ. 2. αυτός που δείχνει οίκτο, συμπονετικός, ἐλ. δάκρυον, δάκρυ θλίψης, σε Ομήρ. Οδ.· οὐδὲν ἐλεεινόν, κανένα αίσθημα οίκτου, σε Πλάτ. II
    15 KB (1,394 words) - 13:32, 3 October 2019
  • ος, ον : qui dégoutte de larmes, qui épanche des larmes. Étymologie: δάκρυ, στάζω. (δακρῠσίστακτος) -ον que derrama lágrimas δακρυσίστακτον ἀπ' ὄσσων
    2 KB (129 words) - 20:40, 9 January 2019
  • [Seite 374] = -κτί, adv. zum folgenden, λείβων δάκρυ, στένων, Soph. O. C. 1253. 1642; ἐχώρει τὰ δάκρυα Plat. Phaedr. 117 c.
    237 bytes (21 words) - 19:07, 2 August 2017
  • ή που συνοδεύεται με πολλά δάκρυα («ἀριδάκρυος γόος»). [ΕΤΥΜΟΛ. < αρι- + δάκρυ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    1 KB (90 words) - 17:20, 31 December 2018
  • bones like the distillation of a pine: V. σάρκες δʼ ἀπʼ ὀστέων ὥστε πεύκινον δάκρυ . . . ἀπέρρεον (Eur., Med. 1200). Look up distillation on Perseus Dictionaries
    467 bytes (55 words) - 09:27, 21 July 2017
  • ἄδακρυς (-υος), -υ (Α) δάκρυ 1. αυτός που δεν δακρύζει ή δεν δάκρυσε, ο χωρίς δάκρυα, αδάκρυτος 2. αυτός που δεν προξενεί δάκρυα 3. αυτός για τον οποίο
    911 bytes (79 words) - 06:31, 29 September 2017
  • -ον) 1. αυτός που δεν στενάζει («Ακίνητες, αστέναχτες, δίχως να ρίξουν δάκρυ», Δ. Σολωμός «ἄκλαυτος, ἀστένακτος» — χωρίς κλάματα και στεναγμούς, Ευρ.)
    818 bytes (64 words) - 06:59, 29 September 2017
  • (Α) ικτεριώδης. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἴκτερος + κατάλ. -(ο)εις, (πρβλ. αλγιν-όεις, δακρυ-όεις)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    379 bytes (24 words) - 07:19, 29 September 2017
  • Φ. 3. 13, 2. -οῶ; seul. prés. et impf. fondre en larmes. Étymologie: δάκρυ, ῥέω. I intr. 1 derramar lágrimas, llorar c. suj. de pers. δακρυρροεῖ δύστηνος
    4 KB (373 words) - 15:10, 9 January 2019
  • (lyr.); τερμίαν ἁμέραν S.Ant.1330 (lyr.); ὕπνον Id.Ph.638; χαράν E.Fr.174; δάκρυ Id.Alc.1081.    7 bear up, φελλοὶ δ' ὥς. ἄγουσι δίκτυον A.Ch.506.    8 carry
    129 KB (13,597 words) - 13:15, 3 October 2019
  • δακρυογόνος: заставляющий лить слезы (эпитет Арея) Aesch. δακρυογόνος -ον [δάκρυ, γίγνομαι] tranen opwekkend.
    1 KB (81 words) - 06:24, 1 January 2019
  • person or thing :    1 c. acc. pers., ὀδυρομένη φίλα τέκνα Il.2.315 ; Ἕκτορα δάκρυ χέοντες ὀδύροντο 24.714, cf. S.OC1439, Ant. 693 : less freq. c. acc. rei
    15 KB (1,423 words) - 15:30, 2 October 2019
  • ὑποικοῦντες, = γείτονες, Poll. 6.113.    II lie hidden, ἐν ὀφθαλμοῖς ὑ. δάκρυ APl.4.111 (Glauc.). [Seite 1218] darunter wohnen, verborgen sein, Sp.
    2 KB (122 words) - 02:20, 10 January 2019
  • Ἱκ. 71. υς, υ ; gén. υος; aux larmes sans fin. Étymologie: ἄπειρος², δάκρυ. -υ que no conoce el llanto καρδία A.Supp.71. Source: ἀπειρόδακρυς ἀπειρόδακρυς
    2 KB (101 words) - 07:04, 31 December 2018
  • βροχής στο έδαφος σε μικρή απόσταση από τη βάση του τοίχου. [ΕΤΥΜΟΛ. < δάκρυ + ροή (πρβλ. υδρορρόη)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    510 bytes (40 words) - 06:26, 29 September 2017
  • δάκρη: Pind. pl. к δάκρυ.
    66 bytes (5 words) - 18:11, 31 December 2018
  • μυδαλέον. ἐπίδακρυς, -υ (AM) δακρυσμένος, κλαμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + δάκρυ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    909 bytes (39 words) - 07:11, 29 September 2017
  • λιβάνι) αυτός που αποτελείται από ιερά δάκρυα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιερ(ο)- + -δακρυς (< δάκρυ), πρβλ. απειρό-δακρυς, πολύ-δακρυς]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    1 KB (78 words) - 07:18, 29 September 2017
  • -άκρυος, ὁ, ἡ, ΜΑ αυτός που χύνει πολλά δάκρυα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ποικίλος + δάκρυ (πρβλ. βαρύ-δακρυς)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    1 KB (58 words) - 12:18, 29 September 2017
  • δακρυότιμος, -ον (Α) εκείνος του οποίου τον θάνατο τιμούν με δάκρυα. [ΕΤΥΜΟΛ. < δάκρυ(ον) + τιμή. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1 KB (64 words) - 06:26, 29 September 2017
  • сырой (ἄνεμος Hom.; γῆ Xen.; ξύλον NT); 3) текучий (ὕδωρ Hom.; ῥέεθρα Soph.; δάκρυ Eur.); 4) водный, морской (κέλευθα Hom.); 5) водяной (θῆρες Anth.); 6) дождливый
    45 KB (3,889 words) - 14:40, 3 October 2019
  • Βόσπορος (Αριστοφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ἰχθυ(ο)- + επίθημα -όεις (πρβλ. βοτρυ-όεις, δακρυ-όεις)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    879 bytes (62 words) - 07:20, 29 September 2017
  • από τους κροτάφους στο πηγούνι), σε Αριστοφ.· πολιὸν δάκρυον ἐμβαλών, το δάκρυ ενός γέροντα, σε Ευρ. β) μεταφ., γκριζομάλλης, σεβάσμιος, στον ίδ. II. όπως
    22 KB (2,025 words) - 15:40, 2 October 2019
  • 3. τροπή σε θ, όπως ψεῦδος, ψύθος, 4. τροπή σε λ, όπως δαήρ, Λατ. levir, δάκρυ lacryma, δασύς λάσιος, 5. τροπή σε σ, όπως ὀδμή, ὀσμή, ἴδμεν, ἴσμεν, 6. μερικές
    4 KB (458 words) - 06:20, 1 January 2019
  • mi anterior audacia Pl.Chrm.155c, cf. Plu.Dem.23, ἂν λάβω ξύλον, ποήσω τὰ δάκρυ' ὑμῶν ταῦτ' ἐγὼ ἐκκεκόφθαι Men.Sam.441, c. ac. de rel. τὴν αἴσθησιν ἐκκεκομμένος
    24 KB (2,337 words) - 13:25, 3 October 2019
  • Πρίαμος ἴδοι υἱόν, Il. 24, 583, vgl. 17, 408; αὐτὰρ ὁ νόσφι ἰδὼν ἀπομόρξατο δάκρυ, seitwärts sehend, Od. 17, 304; häufig mit ἀπό verbunden, νόσφιν ἀπ' ἄλλων
    16 KB (1,522 words) - 15:25, 2 October 2019
  • κάποιον αρχ. θρηνώ μαζί με κάποιον άλλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + δακρύω «δακρύζω» (< δάκρυ)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    3 KB (176 words) - 11:00, 10 January 2019
  • -άκρυος, ὁ, ἡ, Μ αυτός που δακρύζει λίγο. [ΕΤΥΜΟΛ. < σύντομος + -δακρυς (< δάκρυ), πρβλ. ἀπειρό-δακρυς]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    508 bytes (33 words) - 12:56, 29 September 2017
  • avergonzarse de αἰ. γυμνοῦσθαι κούρῃσιν ἐϋπλοκάμοισι μετελθών Od.6.221, ἐκβαλεῖν δάκρυ E.IA 451 •c. ac. y oración αἰδέομαι Τρῶας καὶ Τρῳάδας ... αἴ κε ... Il.6
    24 KB (2,224 words) - 11:10, 26 February 2019
  • 3) ἀφίνω τι νὰ πέσῃ, ἐτέρωσε κάρη βάλεν Ἰλ. Θ. 306, πρβλ. Ψ. 697 · β. ἀπὸ δάκρυ παρειῶν Ὀδ. Δ. 198, πρβλ. 114· κατὰ βλεφάρων βάλλω δάκρυα Θέογν. 1026 · κατ’
    10 KB (908 words) - 11:10, 26 February 2019
  • ζῆτα II. 2 3. into θ, as ψεῦδος ψύθος. 4. into λ, as δαήρ, Lat. levir, δάκρυ lacryma, δασύς λάσιος. 5. into ς, as ὀδμή ὀσμή, ἴδμεν ἴσμεν. 6. sometimes
    8 KB (746 words) - 14:30, 2 October 2019
  • Όμηρ., Τραγ.· επίσης απλώς, πηγαίνω ή έρχομαι, στον ίδ. II. λέγεται για δάκρυ, φεύγω, ρέω, κυλώ από τα μάτια, σε Σοφ.· λέγεται για φήμες, εξαπλώνομαι,
    27 KB (2,415 words) - 14:48, 2 October 2019
  • einfallen, oder von Leidenschaften: ihn ergreifen, γόου δὲ μηδὲν εἰσίτω δάκρυ Soph. Tr. 1189; καί τοί μ' εἰσῄει δεῖμα Eur. Or. 1668; τὸν Ἀστυάγεα εἰσῄει
    27 KB (2,843 words) - 13:30, 3 October 2019
  • traan = δάκρυ, δάκρυμα, δάκρυον Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site | Mijn | Glosbe
    74 bytes (34 words) - 12:30, 10 January 2019
  • («συμπαθεῑς οἱ ἥρωες... καὶ ἑτοιμοδάκρυες», Ευστ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < έτοιμος + δάκρυ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    1 KB (58 words) - 16:31, 2 February 2019
  • κλαίει πάρα πολύ και χύνει πικρά δάκρυα, δακρύβρεκτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < περι- + δάκρυ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    1 KB (57 words) - 12:16, 29 September 2017
  • ποηυδάκρυτος. ος, ον : qui fait verser des larmes abondantes. Étymologie: πολύς, δάκρυ. -ον, Α πολύδακρυς. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    2 KB (142 words) - 05:54, 10 January 2019
  • προκαλώντας τον κάματο. [ΕΤΥΜΟΛ. < κάματος + -γόνος (< γίγνομαι), πρβλ. δακρυ-γόνος, ζωο-γόνος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    711 bytes (46 words) - 06:39, 29 September 2017
  • χιλιοστομέτρων, αλλ. βαθμός ζέσεως. [ΕΤΥΜΟΛ. < ζέση + -γόνος (< γίγνομαι), πρβλ. δακρυ-γόνος, ηχο-γόνος. Η λ. μαρτυρείται στον Όθωνα Α. Ρουσόπουλο]. Αναζήτηση
    805 bytes (56 words) - 07:15, 29 September 2017
  • καύση τους παράγεται καπνός. [ΕΤΥΜΟΛ. < καπνός + -γόνος (< γίγνομαι), πρβλ. δακρυ-γόνος, σεισμο-γόνος. Η λ. μαρτυρείται από το 1847 στον Γρηγ. Χαντσερή].
    734 bytes (54 words) - 06:38, 29 September 2017
  • («ἐπεδάκρυσε τῇ μνήμῃ τοῦ Λύσιδος», Πλούτ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + δακρύω (< δάκρυ)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    2 KB (130 words) - 22:11, 9 January 2019
  • (Α) ικτεριώδης. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἴκτερος + κατάλ. -(ο)εις, (πρβλ. αλγιν-όεις, δακρυ-όεις)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    506 bytes (32 words) - 07:19, 29 September 2017
  • ἔνδακρυς, Ἡσύχ. -υ, Μ κάπως δακρυσμένος, βουρκωμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- + δάκρυ (πρβλ. περί-δακρυς)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    920 bytes (38 words) - 12:59, 29 September 2017
  • dif. de παραθαλάσσιος Plu.l.c., στάσεις ἐνόδιοι σκηνῶν Plu.Ant.9, εἰνόδιον δάκρυ παρερχομένων lágrima junto al camino derramada por los pasajeros ante un
    12 KB (1,347 words) - 11:50, 9 January 2019
  • θυγατρο- (< θυγάτηρ, πρβλ. γεν. θυγατρ-ός) + -γόνος (< γόνος < γίγνομαι), πρβλ. δακρυ-γόνος, δρυο-γόνος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    1 KB (66 words) - 07:18, 29 September 2017
  • παρειῶν δάκρυον ἧκε χαμᾶζε, ließ auf die Erde fallen, Od. 16, 191; ἵετε δάκρυ Aesch. Ch. 150. Vgl. ἐκ δ' ἄρα χειρὸς φάσγανον ἧκε χαμᾶζε, ließ das Schwert
    70 KB (6,729 words) - 14:50, 2 October 2019
  • celui qui parle, « celui-ci, celui-là » : καί ποτέ τις εἴπῃσιν, ἰδὼν κατὰ δάκρυ χέουσαν, Ἕκτορος ἥδε γυνή IL et l’on dira en te voyant verser des larmes :
    57 KB (5,783 words) - 14:07, 3 October 2019
  • dud. hacer cesar ἀγκόπασον μητ[έρ' ἐμὴν δακρύ] ων haz que mi madre ponga fin a sus llantos, GVI 1249.14 (Itano II/I a.C.) (ap.crít.). Source: ἀγκοπάζω
    193 bytes (30 words) - 11:44, 21 August 2017
  • καρπογόνον η καρπογονία. [ΕΤΥΜΟΛ. < καρπός (Ι) + -γόνος (< γίγνομαι), πρβλ. δακρυ-γόνος ζωο-γόνος)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    1 KB (77 words) - 07:21, 29 September 2017
  • ηερο-, ιων. τ. αερο- (< αήρ, πρβλ. ιων. γεν. ηέρος) + καταλ. -όεις, πρβλ. δακρυ-όεις, κυματ-όεις]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    4 KB (361 words) - 14:50, 2 October 2019
  • κρατά λαμπάδα. [ΕΤΥΜΟΛ. < λαμπάς, -άδος + επίθημα -όεις (πρβλ. αστερ-όεις, δακρυ-όεις)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1 KB (59 words) - 07:30, 29 September 2017
  • είναι γεμάτος βούρλα. [ΕΤΥΜΟΛ. < θρύον + επίθημα -όεις (πρβλ. αστερ-όεις, δακρυ-όεις, οθρυ-όεις)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    1 KB (58 words) - 07:18, 29 September 2017
  • θρήνο για να ηρεμήσει. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἵμερος + κατάλ. -όεις (πρβλ. αστερ-όεις, δακρυ-όεις)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    5 KB (411 words) - 23:25, 9 January 2019
  • ἀρχῆς ἔχον τὸ δίγαμμα δαϝήρ· πρβλ. Σανσκρ. dêvâ, dêvaras· Λατ. lēvir (πρβλ. δάκρυ lacrima)· Ἀγγλο - Σαξ. tâcor· Παλαιο - Γερμ. zeihhur· Σλαυ. deveri). 1adv
    118 KB (12,360 words) - 14:42, 3 October 2019
  • + -χαρής (< θ. χαρ-, πρβλ. ε-χάρ-ην, αόρ. του χαίρω), πρβλ. αιμο-χαρής, δακρυ-χαρής]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1 KB (67 words) - 07:23, 29 September 2017
  • < νέκταρ, -αρος + -σταγής (< θ. σταγ- του στάζω, πρβλ. σταγ-ῆναι), πρβλ. δακρυ-σταγής, μυρο-σταγής]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    2 KB (75 words) - 06:52, 31 December 2018
  • Βόσπορος (Αριστοφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ἰχθυ(ο)- + επίθημα -όεις (πρβλ. βοτρυ-όεις, δακρυ-όεις)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    4 KB (270 words) - 23:35, 9 January 2019
  • da←man (δῆγμα)· Γοτθ. tah-ja (σκορπίζω), dis-tah-eins (διασπορά)· πρβλ. δάκρυ). Δαγκάνω· ἐπὶ κυνῶν, δακέειν μὲν ἀπετρωπῶντο λεόντων Ἰλ. Σ. 585· ἐπὶ τοῦ
    4 KB (366 words) - 08:08, 31 December 2018
  • ηερο-, ιων. τ. αερο- (< αήρ, πρβλ. ιων. γεν. ηέρος) + καταλ. -όεις, πρβλ. δακρυ-όεις, κυματ-όεις]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    1 KB (71 words) - 07:16, 29 September 2017
  • μητιόεντα», Ομ. Οδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < μῆτις (Ι) + επίθημα -όεις (πρβλ. αστερ-όεις, δακρυ-όεις)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    3 KB (226 words) - 06:00, 31 December 2018