Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "διαλεκτικός" on this wiki. See also the other search results found.

  • op. ῥητορικῶς Phld.Rh.2.134, cf. Mus.4.21.31. Source: διαλεκτικός -ή, -ό (AM διαλεκτικός, -ή, -όν) διάλεκτος 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη διαλεκτική
    15 KB (1,361 words) - 17:30, 30 June 2020
  • [ΕΤΥΜΟΛ. βρισιά < μσν. υβρισία < ύβρισα, αόρ. του υβρίζω βριξιά < έβριξα, διαλεκτικός τύπος αορίστου του βρίζω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    489 bytes (29 words) - 07:01, 29 September 2017
  • ταῡτα πολλὰς δίδωσιν ἐπιχειρήσεις ἡ τῆς συνηθείας ἀνωμαλία», Πλούτ.) 3. διαλεκτικός συλλογισμός, επιχείρημα («ἀμφότεροι κατὰ τὸν εἰκότα λόγον πεποίηνται τὴν
    2 KB (143 words) - 07:12, 29 September 2017
  • ἐχθός (Α) επίρρ. εκτός. [ΕΤΥΜΟΛ. Διαλεκτικός τ. (λοκρικής, δελφικής διαλέκτου) του εκτός (< εξ + επιρρ. κατάλ. -τος), πρβλ. εν-τός, λατ. in-tus]. Αναζήτηση
    447 bytes (31 words) - 07:15, 29 September 2017
  • ἐνδρανής, αἱμύλος, αἱμύλιος, ἐντεχνής, ἐνεδρευτικός, ἐνδέξιος, γλαφυρός, διαλεκτικός, δεινός, ἑκτικός, δεινόθυμος, ἀγαθός
    292 bytes (12 words) - 07:07, 22 August 2017
  • εκπροσωπεί τη θέληση του αρχ. 1. (στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία) επαρχιακός 2. διαλεκτικός 3. το αρσ. ως ουσ. ὁ ἐθνικός ο φοροεισπράκτορας. [ΕΤΥΜΟΛ. < έθνος (βλ
    1 KB (102 words) - 14:15, 14 January 2019
  • η βλ. διαλεκτικός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο διαλεκτική: ἡ (sc. ἐπιστήμη или τέχνη) диалектика
    1 KB (95 words) - 05:56, 31 December 2018
  • ο διαλεκτικός τύπος ο οποίος συνηθίζεται σε ένα ή περισσότερα ιδιώματα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιδίωμα. Ο Μαν. Τριανταφυλλίδης διέκρινε τη σημ. της λ. ιδιωματισμός
    981 bytes (75 words) - 07:18, 29 September 2017
  • (στον Ερωτόκρ.) σύνθεση («το σύθεμα του τραγουδιού», Ερωτόκρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Διαλεκτικός τ. αντί σύνθεμα (< συνθέτω)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    687 bytes (50 words) - 12:36, 29 September 2017
  • χαρακτηριστικό νεοελλ. 1. αυτός που αναφέρεται στο γλωσσικό ιδίωμα, ο διαλεκτικός 2. το θηλ. ως ουσ. η ιδιωματική το σύνολο τών λεκτικών ιδιωμάτων. επίρρ
    621 bytes (51 words) - 07:18, 29 September 2017
  • P. διαλεκτικός. ⇢ Look up "dialectical" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full text
    148 bytes (19 words) - 09:26, 20 May 2020
  • Plato, such as the Theaetetus and Cratylus, D.L.3.58; in Arist. usu. like διαλεκτικός, λ. συλλογισμός APo.93a15, cf. Top.162b27; διὰ λογικωτέρων καὶ ἀκριβεστέρων
    12 KB (1,083 words) - 17:30, 1 July 2020
  • και τα πιο εύχρηστα στην αττ. διάλεκτο ἐλάττων ή μείων - ἐλάχιστος. Ο διαλεκτικός τ. ὀλίος > ὀλίγος, με σίγηση του -γ-, κατ' άλλους όμως το ουδ. ὀλίον αναλογικά
    6 KB (465 words) - 15:25, 15 January 2019
  • ἀντίλογος, διαλεκτικός, ἀντιλογικός
    96 bytes (3 words) - 07:02, 22 August 2017
  • κοίτομαι οφείλεται πιθ. σε παρετυμολογική σύνδεση με το κοίτη «κρεβάτι». Ο διαλεκτικός τ. κείθομαι είναι προφανώς προϊόν συμφυρμού τών κείτομαι και θέτω]. Αναζήτηση
    2 KB (140 words) - 12:20, 15 February 2019
  • συνεταιρισμοί επιχειρήσεων αρχ. αυτός που περιέχει λογικά επιχειρήματα, διαλεκτικός («ἐπιχειρηματικός λόγος»). [ΕΤΥΜΟΛ. < επιχείρημα. Με τη νεοελλ. σημασία
    1 KB (78 words) - 06:33, 29 September 2017
  • ὀγκαρίζω (Α) ογκανίζω, γκαρίζω. [ΕΤΥΜΟΛ. Διαλεκτικός τ. του ὀγκῶμαι (βλ. και λ. γκαρίζω)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    253 bytes (22 words) - 12:07, 29 September 2017
  • -α, -ικο, Ν σιχασιάρης. [ΕΤΥΜΟΛ. 'Αλλος τ. του σιχασιάρης, πιθ. διαλεκτικός]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    211 bytes (20 words) - 12:29, 29 September 2017
  • ἅπαντα ὁμοῦ, ὁ βλέπων ὅλα διὰ μιᾶς, περιληπτικός, ὁ μὲν οὖν συνοπτικὸς διαλεκτικός, ὁ δὲ μὴ οὔ Πλάτ. Πολ. 537C· ἐρεύνῃ σ. Ἀριστ. π. Φυτ. 1. 7, 10. ― Ἐπίρρ
    6 KB (419 words) - 11:25, 14 January 2019
  • διαλεκτικός, διαλέγω
    62 bytes (2 words) - 07:10, 22 August 2017
  • ἐνθύμημα, διαλεκτικός
    65 bytes (2 words) - 07:21, 22 August 2017
  • dĭălectĭcus: a, um, adj., = διαλεκτικός, I belonging to disputation, dialectical. I Adj.: captiones, Cic. Fin. 2, 6, 17: disputationes, Quint. 5, 14, 27:
    2 KB (297 words) - 02:25, 28 February 2019
  • («συναπαντήχνουν τα θεριά, και τα κοντάρια πήγα / εις τον αέρα σα θεριά»). [ΕΤΥΜΟΛ. Διαλεκτικός τ. αντί συναπαντώ (πρβλ. απαντήχνω: απαντώ)]. Αναζήτηση σε: Google |
    1 KB (96 words) - 12:39, 29 September 2017
  • Source: γλαμυρός γλαμυρός, -ά, -όν (Α) τσιμπλιάρης. [ΕΤΥΜΟΛ. Παράλληλος διαλεκτικός τ. του γλάμων σε -υρός (πρβλ. γλαφυρός, λιγυρός, φλεγυρός κ.ά.)]. Αναζήτηση
    2 KB (200 words) - 15:51, 1 July 2020
  • η φράκτης από βάτους ή άλλους αγκαθωτούς θάμνους, βατουλιά. [ΕΤΥΜΟΛ. Διαλεκτικός τ. του βατουλιά]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    283 bytes (25 words) - 12:15, 29 September 2017
  • -ήματος, τὸ, Μ φιλολογῶ διαλεκτικός αγώνας. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    113 bytes (15 words) - 13:00, 29 September 2017
  • (πρβλ. αναφαν-δόν). Ο τ. ῥουδόν ῥευστικῶς, που παραδίδει ο Ησύχιος, είναι διαλεκτικός, πιθ. λακωνικός]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    589 bytes (41 words) - 12:26, 29 September 2017
  • -ή, -ό, Ν σιχαμερός. [ΕΤΥΜΟΛ. Άλλος τ. του σιχαμερός, πιθ. διαλεκτικός]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    203 bytes (20 words) - 12:29, 29 September 2017
  • ἔκδ. Ἰω. Οἰκονομίδου, Hicks 31. 11. ἐχθός (Α) επίρρ. εκτός. [ΕΤΥΜΟΛ. Διαλεκτικός τ. (λοκρικής, δελφικής διαλέκτου) του εκτός (< εξ + επιρρ. κατάλ. -τος)
    2 KB (103 words) - 15:50, 29 June 2020
  • και αγελιά, η (διαλεκτικός τύπος) η αγελάδα. [ΕΤΥΜΟΛ. < (βοῦς) ἀγελαία, με σίγηση του «γ» και συνίζηση]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    322 bytes (25 words) - 06:33, 29 September 2017
  • αυτός που διακατέχεται από οργασμό για συνουσία. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαυριάω, διαλεκτικός τύπος του γαυριάζω]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    307 bytes (23 words) - 07:01, 29 September 2017
  • διαλεκτικός
    42 bytes (1 word) - 06:40, 22 August 2017
  • η 1. κρηπίδα 2. προεξοχή στέγης· [ΕΤΥΜΟΛ. Διαλεκτικός τ. της λ. κρηπίδα]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    225 bytes (21 words) - 06:26, 29 September 2017
  • και αλλάδερφος, ο ετεροθαλής αδελφός, αλληλάδελφος. [ΕΤΥΜΟΛ. Διαλεκτικός τ. αντί αλληλάδελφος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    261 bytes (20 words) - 06:50, 29 September 2017
  • ο ο βουκόλος. [ΕΤΥΜΟΛ. Διαλεκτικός τύπος του βουκόλος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    179 bytes (17 words) - 07:01, 29 September 2017
  • (III a.C.), Plb.2.53.2, Plu.Cleom.20, Arat.44. 13 de Sición, llamado ὁ διαλεκτικός, que hizo caer a los tiranos de su ciudad (III a.C.), Plu.Arat.3. 14 de
    3 KB (378 words) - 06:48, 31 December 2018
  • «δρεπάνι» και η αναγωγή τών τ. σε ΙΕ ρίζα qsibhro-. Ο τ. σκίφος, τέλος, είναι διαλεκτικός. ΠΑΡ. ξιφίας, ξιφίδιο(ν), ξίφιο(ν), ξιφιός αρχ. ξιφήν, ξιφίζω, ξιφύδριον
    18 KB (1,711 words) - 15:56, 1 July 2020
  • ἐπιχειρηματικός: -ή, -όν, (ἐπιχείρημα ΙΙ), περιέχων ἐπιχειρήματα, διαλεκτικός, λόγοι Ἀριστ. π. Μνήμ. 2, 1. ― Ἐπίρρ. -κῶς Ἀριστείδ. τ. 2. σ. 515, Εὐσ
    3 KB (150 words) - 15:50, 29 June 2020
  • και κομμουνιστικών αντιλήψεων, βασικές συνιστώσες τών οποίων είναι ο διαλεκτικός υλισμός, ο ιστορικός υλισμός και η μαρξιστική πολιτική οικονομία γ) «συντεχνιακός
    8 KB (589 words) - 12:30, 29 September 2017
  • («ὁφου κατά στην Αρετή την παραπρικαμένη»). [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α)- + πρικαίνω, διαλεκτικός τ. του πικραίνω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    467 bytes (32 words) - 12:14, 29 September 2017
  • Ν (διαλ. τ.) σταματώ το θήλασμα μωρού, απογαλακτίζω νήπιο. [ΕΤΥΜΟΛ. Διαλεκτικός τ. (με διατήρηση του αιολ. -α- αντί του -η- της αττικής) σχηματισμένος
    578 bytes (44 words) - 12:27, 29 September 2017
  • ζύγωνες βόες ἐργάται» — βόδια για όργωμα, για αροτρίωση. [ΕΤΥΜΟΛ. ζούγωνερ, διαλεκτικός δωρ. τ. αντί του αττ. ζύγωνες (ενν. βόες). Ο τ. ζύγων < ζυγόν. Αναζήτηση
    538 bytes (40 words) - 06:35, 29 September 2017
  • διαλεκτικός
    42 bytes (1 word) - 06:56, 22 August 2017
  • Α (κατά τον Ησύχ.) «φιμός». [ΕΤΥΜΟΛ. Σπάνιος διαλεκτικός τ. της λ. φιμός, με αλλαγή γένους κατά τα θηλ. (βλ. και λ. φιμός)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    329 bytes (31 words) - 12:54, 29 September 2017
  • περιβάλλει, όπως αυτή παρουσιάζεται και προσπίπτει στις αισθήσεις μας β) «διαλεκτικός υλισμός» (φιλοσ.) η φιλοσοφική αντίληψη που θεμελίωσαν ο Καρλ Μαρξ και
    4 KB (332 words) - 12:44, 29 September 2017
  • μέλλοντα και αόριστο) 1. ξεπερνώ, νικώ 2. διέρχομαι, διαπερνώ. [ΕΤΥΜΟΛ. Διαλεκτικός ρηματικός τ. που αρχικά σήμαινε «κινώ, διακινώ», κατόπιν «ανταλλάσσω»
    5 KB (334 words) - 15:13, 8 February 2019
  • του ποιώ» β. «το τὰν είναι δωρικός τύπος του τήν» γ. «λόγιος τύπος» δ. «διαλεκτικός τύπος») 7. βιολ. α) το αρχικό υλικό στο οποίο θεμελιώνεται ο ορισμός μιας
    56 KB (5,044 words) - 16:10, 4 July 2020
  • δεν αντιστοιχεί στις σημασίες τών συστατικών της» όσο και με τη σημ. «διαλεκτικός τ. ή φράση, ιδιωματισμός»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    3 KB (215 words) - 15:40, 1 July 2020
  • препятствующий (πνεύματα Plut.); 3) выдвигающий частые возражения, придирчивый (ὁ διαλεκτικός Arst.): ἐ. διὰ τῶν ἐνστάσεων Arst. неистощимый в возражениях.
    7 KB (592 words) - 15:36, 1 July 2020
  • interpretación de los sueños, II d.C., Artem., I. 9 filósofo conocido como ὁ διαλεκτικός, autor de una obra contra Crisipo, D.L.9.53. 10 médico del II d.C., Gal
    2 KB (221 words) - 08:40, 31 December 2018
  • βαθμίδα (krt-) εμφανίζει επίσης, με διαφορετική δήλωση του -r-, και ο διαλεκτικός τ. κάρτος (πρβλ. καρδία: κραδία). Η λεξιλογική οικογένεια του κρατύς/κράτος
    47 KB (4,352 words) - 16:11, 4 July 2020
  • ἴττα, ἡ (Α) (κατά τον Ησύχ.) το πτηνό δρυοκόλαψ, δρυοκολάπτης. [ΕΤΥΜΟΛ. Διαλεκτικός, τ. πιθ. κυπρ., του τ. σίττη «είδος δρυοκολάπτη»]. Αναζήτηση σε: Google
    952 bytes (53 words) - 06:37, 29 September 2017
  • είναι μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. kava < kava «πικρός», διαλεκτικός τ. της Αυστραλασίας, όπου απαντά το φυτό αυτό]. Αναζήτηση σε: Google
    2 KB (120 words) - 07:20, 29 September 2017
  • διαλεκτικός
    42 bytes (1 word) - 06:39, 22 August 2017
  • δεν αντιστοιχεί στις σημασίες τών συστατικών της» όσο και με τη σημ. «διαλεκτικός τ. ή φράση, ιδιωματισμός»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    1 KB (86 words) - 07:18, 29 September 2017
  • διαλεκτικός
    42 bytes (1 word) - 06:54, 22 August 2017
  • διαλεκτικός
    42 bytes (1 word) - 06:55, 22 August 2017
  • διαλεκτικός
    42 bytes (1 word) - 07:00, 22 August 2017
  • διαλεκτικός
    42 bytes (1 word) - 07:01, 22 August 2017
  • διαλεκτικός
    42 bytes (1 word) - 07:16, 22 August 2017
  • διαλεκτικός
    42 bytes (1 word) - 06:44, 22 August 2017
  • διαλεκτικός
    42 bytes (1 word) - 06:52, 22 August 2017
  • επαρκώ, είμαι αρκετός, φθάνω για κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. δικάω ή δικώ είναι διαλεκτικός και προήλθε από το αρχ. διοικώ, αόρ. διώκησα χωρίς να έχει σχέση με τα
    699 bytes (62 words) - 07:04, 29 September 2017
  • Οδ.· ὄϊες ἀζηχεῖς μεμακυῖαι, σε Ομήρ. Ιλ. (Επικ. λέξη· πιθ. παλαιός διαλεκτικός τύπος αντί ἀ-διεχὴς (ἀ αθροιστικό και διέχω), βλ. ζα-. ἀζηχής: непрерывный
    6 KB (517 words) - 14:57, 1 July 2020
  • Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο φλίβω: [ῑ], διαλεκτικός τύπος του θλίβω, σε Θεόκρ. φλίβω: (ῑ) жать, давить (τινά Theocr.): φλιῇσι
    4 KB (319 words) - 16:10, 2 October 2019
  • (πρβλ. αναφαν-δόν). Ο τ. ῥουδόν ῥευστικῶς, που παραδίδει ο Ησύχιος, είναι διαλεκτικός, πιθ. λακωνικός]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    2 KB (139 words) - 17:20, 29 June 2020
  • «ἐργαλεῑόν τι γεωργικὸν σιδηροῡς γόμφους ἔχον, ἑλκόμενον ὑπὸ βοῶν». [ΕΤΥΜΟΛ. Διαλεκτικός τ. που ανάγεται σε IE ogetā «σβάρνα» και συνδέεται με λατ. occa, αρχ.
    4 KB (409 words) - 13:40, 28 June 2020
  • εκπροσωπεί τη θέληση του αρχ. 1. (στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία) επαρχιακός 2. διαλεκτικός 3. το αρσ. ως ουσ. ὁ ἐθνικός ο φοροεισπράκτορας. [ΕΤΥΜΟΛ. < έθνος (βλ
    10 KB (1,019 words) - 16:04, 1 July 2020
  • ἀλλὰ δ. Πλάτ. Πολ. 454Α, πρβλ. 511C, Θεαίτ. 167Ε, κτλ., καὶ ἴδε τὴν λ. διαλεκτικός. 3) μεταχειρίζομαι διάλεκτόν τινα ἢ γλῶσσαν, Ἡρόδ. 1. 142, πρβλ. Πολύβ
    32 KB (3,283 words) - 15:05, 30 June 2020
  • τοῦ θήπη). θάπος, τὸ (Μ) το τάφος, ο θαυμασμός, η έκπληξη. [ΕΤΥΜΟΛ. Διαλεκτικός τ. του τάφος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    955 bytes (61 words) - 07:17, 29 September 2017
  • χαρακτηριστικό νεοελλ. 1. αυτός που αναφέρεται στο γλωσσικό ιδίωμα, ο διαλεκτικός 2. το θηλ. ως ουσ. η ιδιωματική το σύνολο τών λεκτικών ιδιωμάτων. επίρρ
    918 bytes (69 words) - 06:36, 29 September 2017
  • ἴττα, ἡ (Α) (κατά τον Ησύχ.) το πτηνό δρυοκόλαψ, δρυοκολάπτης. [ΕΤΥΜΟΛ. Διαλεκτικός, τ. πιθ. κυπρ., του τ. σίττη «είδος δρυοκολάπτη»]. Αναζήτηση σε: Google
    344 bytes (29 words) - 07:19, 29 September 2017
  • χρησιμοποιούνται ο τ. ροκάνι και ο τ. ροκάνα / ρουκάνα, ο οποίος είναι διαλεκτικός και πέρασε στην κοινή Νεοελληνική μέσω τών βόρειων ιδιωμάτων]. Αναζήτηση
    5 KB (447 words) - 16:14, 1 July 2020
  • -θμη, θηλ. του -θμος (βλ. και λ. σταθμός). Ο νεοελλ. τ. στάφνη είναι διαλεκτικός (πρβλ. αριθμός: αριφνώ)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    28 KB (2,595 words) - 14:35, 4 July 2020
  • χρησιμοποιούνται ο τ. ροκάνι και ο τ. ροκάνα / ρουκάνα, ο οποίος είναι διαλεκτικός και πέρασε στην κοινή Νεοελληνική μέσω τών βόρειων ιδιωμάτων]. Αναζήτηση
    2 KB (133 words) - 12:27, 29 September 2017
  • διαλεκτικός
    42 bytes (1 word) - 07:16, 22 August 2017
  • διαλεκτικός
    42 bytes (1 word) - 06:53, 22 August 2017
  • διαλεκτικός
    42 bytes (1 word) - 07:06, 22 August 2017
  • adv. en dialecticien. Étymologie: διαλεκτικός. διαλεκτικῶς: диалектически (ποιεῖσθαι πρὸς ἀλλήλους τοὺς λόγους Plat.; συλλογίζεσθαι Arst.).
    296 bytes (15 words) - 18:24, 31 December 2018
  • escuela de Mégara, D.L.2.98, quizá el mismo que el bitinio tb. llamado διαλεκτικός Str.12.4.9, y el cartaginés, D.L.2.106. 23 de Magnesia, rétor del s. I
    19 KB (2,619 words) - 12:55, 30 June 2020
  • диалектический = διαλεκτικός Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet | Glosbe
    46 bytes (37 words) - 14:05, 14 October 2019
  • «ἐργαλεῑόν τι γεωργικὸν σιδηροῡς γόμφους ἔχον, ἑλκόμενον ὑπὸ βοῶν». [ΕΤΥΜΟΛ. Διαλεκτικός τ. που ανάγεται σε IE ogetā «σβάρνα» και συνδέεται με λατ. occa, αρχ.
    827 bytes (71 words) - 12:09, 29 September 2017
  • dialectisch = διαλεκτικός Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site | Mijn | Glosbe | Vandale
    46 bytes (32 words) - 07:20, 10 January 2019
  • IV/III a.C., Diodorus, I. 10 D. Crono, de Iaso (Caria), tb. llamado ὁ διαλεκτικός Str.17.3.22, discípulo de Apolonio Crono, filósofo, IV/III a.C., Diodorus
    5 KB (676 words) - 07:32, 31 December 2018
  • σπούδαξ: «ἀλεκτρίβανος» Ἡσύχ. Α (κατά τον Ησύχ.) «ἀλετρίβανος». [ΕΤΥΜΟΛ. Διαλεκτικός εκφραστικός τ. < σπουδή + επίθημα -αξ (πρβλ. αὖλ-αξ). Η σημ. του τ. «γουδί»
    1 KB (55 words) - 12:31, 29 September 2017
  • αυτός που προσποιείται τον έμπειρο στη διαλεκτική. [ΕΤΥΜΟΛ. < ψευδ(ο)- + διαλεκτικός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    1 KB (49 words) - 18:50, 30 June 2020
  • δάφνη, Διοσκ. Νόθ. 4, 147. δάφνος, ο (Α) η δάφνη. [ΕΤΥΜΟΛ. Παράλληλος διαλεκτικός τ. της λ. δάφνη. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    815 bytes (42 words) - 07:03, 29 September 2017
  • cf. 47a34, al.; of several kinds, e.g. ὁ ἀποδεικτικὸς σ. APo.74b11; ὁ διαλεκτικὸς σ. Top.100a22; ἐριστικὸς σ. ib.b24; sts. opposed to ἐπαγωγή (q.v.); ὁ
    9 KB (667 words) - 15:05, 4 July 2020
  • ἀυτόθι 33· ἡ ἐπ. τοῦ σῶσαι Πλάτ. Ἀλκ. 1. 115B, πρβλ. Νόμ. 631A. ΙΙ. διαλεκτικὸς συλλογισμὸς (ἴδε ἐπιχείρημα), Ἀριστ. Τοπ. 2. 4, 6., 6. 1. 3, πρβλ. Πολύβ
    5 KB (398 words) - 14:10, 4 July 2020
  • μέλλοντα και αόριστο) 1. ξεπερνώ, νικώ 2. διέρχομαι, διαπερνώ. [ΕΤΥΜΟΛ. Διαλεκτικός ρηματικός τ. που αρχικά σήμαινε «κινώ, διακινώ», κατόπιν «ανταλλάσσω»
    1 KB (82 words) - 06:25, 29 September 2017
  • προφασίζομαι). και δωρ. τ. προχάνα, ἡ, Α πρόφαση. [ΕΤΥΜΟΛ. Αρχαϊκός διαλεκτικός τ. αβέβαιης ετυμολ. Κατά μία άποψη, η λ. παράγεται από ένα ρ. προχαίνω
    3 KB (287 words) - 16:15, 1 July 2020
  • ἔνστασις ἐγειρομένη ἐναντίον ἐπιχειρήματος (ὃ ἴδε), ἀπόρημα δὲ συλλογισμὸς διαλεκτικὸς ἀντιφάσεως Ἀριστ. Τοπ. 8. 11, 12, πρβλ. ἀπορέω Ι. 2. 2) πραγματικὴ δυσκολία
    3 KB (217 words) - 15:20, 2 July 2020
  •    A opposite boundary, counterfence, Tab.Heracl.1.60, al. ἄντορος: ὁ, διαλεκτικὸς τύπος τοῦ ἄνθορος, ὁ ἀπέναντι ὅρος, δηλ. ἡ στήλη ἡ δεικνύουσα τὸ ὅριον
    996 bytes (64 words) - 11:35, 30 June 2020
  • 15, al.; also, road adjoining such a fence, ib.2.13, al. ἄντομος: ὁ, διαλεκτικὸς τύπος τοῦ ἀνάτομος, σκόλοψ, χάραξ, «παλοῦκι» καὶ περιληπτικῶς φραγμός
    2 KB (150 words) - 13:28, 3 July 2020
  • Τραγῳποδ. 315· ἐπὶ τῆς κινήσεως τῶν ἀστέρων, Νικ. Θηρ. 123. (Πιθανώς διαλεκτικὸς τύπος τοῦ σπαίρω, ἀσπαίρω, πρβλ. Ψψ. ΙΙ). ― Καθ’ Ἡσύχ.: «ψαίρει· τινάσσει
    6 KB (548 words) - 14:55, 1 July 2020
  • умеющий доказывать и оспаривать = διαλεκτικός Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com
    46 bytes (40 words) - 11:50, 14 October 2019
  • tot de dialectiek behorend = διαλεκτικός Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site | Mijn
    46 bytes (35 words) - 12:17, 10 January 2019
  • искусный в вопросах и ответах = διαλεκτικός Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com
    46 bytes (41 words) - 15:20, 14 October 2019
  • относящийся к искусству логической беседы = διαλεκτικός Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota
    46 bytes (41 words) - 16:50, 13 October 2019
  • περιβάλλει, όπως αυτή παρουσιάζεται και προσπίπτει στις αισθήσεις μας β) «διαλεκτικός υλισμός» (φιλοσ.) η φιλοσοφική αντίληψη που θεμελίωσαν ο Καρλ Μαρξ και
    5 KB (360 words) - 16:45, 29 June 2020
  • form for διύγρα (sc. χώρα),    A marsh-land, Eust. 295.28. ζύγρα: ἡ, διαλεκτικὸς τύπος ἀντὶ διύγρα (ἐνν. χώρα), ἑλώδης γῆ, Εὐστ. 295. 28. ζύγρα, ἡ (Μ)
    947 bytes (57 words) - 15:52, 1 July 2020
  • τιμωρίαις Luc.Abd.19; ἡ. πρὸς μίαν θύρην, of a lover, AP5.166 (Asclep.); ὁ διαλεκτικὸς ἡσυχάσει S.E.P.2.239: freq. in part., ἡσυχάζων προσμενῶ S.OT620, cf. E
    15 KB (1,307 words) - 16:23, 1 July 2020
  • ακος, ὁ, od. bei Hesych. μέλαξ, Jüngling. μέλλαξ: -ακος, ὁ, νεανίας, διαλεκτικὸς τύπος τοῦ μεῖραξ, Ἐπιγραφ. Ἀλεξ. ἐν Συλλ. Ἐπιγρ. 4682 (ἔνθα πιθ. σημαίνει
    3 KB (253 words) - 22:15, 30 June 2020
  • Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο προτᾰτικός: выдвигающий положения (ἔστι διαλεκτικὸς ὁ π. καὶ ἐνστατικός Arst.).
    2 KB (142 words) - 19:20, 30 June 2020
  • τό, dial. form of βάλσαμον, Paus.9.28.3. πάλσαμον: τό, ὡς φαίνεται διαλεκτικὸς τύπος τοῦ βάλσαμον, Παυσ. 9. 28, 3. πάλσαμον, τὸ (Α) (διαλ. τ.) το βάλσαμο
    607 bytes (37 words) - 12:13, 29 September 2017
  • -υος, ἡ, τὸ ὄρος Ὄθρυς ἐν Θεσσαλίᾳ, Ἡρόδ. 7. 129, Στράβ., κτλ.· - πιθ. διαλεκτικὸς τύπος τοῦ ὀφρύς· - Καθ’ Ἡσύχ. «ὄθρυν Κρῆτες τὸ ὄρος», καὶ «ὀθρυόεν· τραχύ
    390 bytes (33 words) - 11:44, 5 August 2017
  • Ποιητ. 21, 6, Ἀνθ. Π. 7. 578· καὶ ἐν Λυκόφρ. 556, σίγυμνον. - Ὡς φαίνεται διαλεκτικὸς τύπος τοῦ σιβύνη ἢ -βύνης, Κύπριον κατὰ τὸν Ἡρόδ. καὶ Ἀριστ. ἔνθ’ ἀνωτ
    7 KB (687 words) - 11:10, 30 June 2020
  • mundartliche Form statt θύσανος, Eust. S. σίλυβος. σίσῠβος: ὁ, σπάνιος διαλεκτικὸς τύπος ἀντὶ τοῦ θύσανος, συγγενὲς τῷ σίλλιβος καὶ σίττυβος, Εὐστ. 976.
    1 KB (87 words) - 12:29, 29 September 2017