Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "θαυμαστός" on this wiki. See also the other search results found.

  • Étymologie: θαυμάζω. θαυμαστός    1 wonderful    a of persons. Παρρασίῳ στρατῷ θαυμαστὸς ἐὼν φάνη (O. 9.96) ἐκ δ' ἐγένοντο στρατὸς θαυμαστός (P. 2.47) ξείνοις
    15 KB (1,330 words) - 13:42, 3 October 2019
  • -ή, -ό (AM ἐκπληκτικός, -ή, -όν) 1. αυτός που προκαλεί έκπληξη 2. θαυμαστός, υπέροχος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    200 bytes (23 words) - 06:28, 29 September 2017
  • ξενικός. Barbarous: P. and V. βάρβαρος. Astonishing: P. and V. δεινός, θαυμαστός, περισσός, ἀμήχανος, Ar. and P. θαυμάσιος, ὑπερφυής, V. ἔκπαγλος. Odd:
    855 bytes (80 words) - 11:01, 7 August 2017
  • P. and V. ἐκπρεπής, διαπρεπής, V. ἔξοχος, ὑπέροχος. Strange: P. and V. θαυμαστός, δεινός, ἄτοπος (Eur., Frag.); see strange. Look up singular on Perseus
    445 bytes (41 words) - 07:21, 22 August 2017
  • adj. P. and V. θαυμαστός, ἀμήχανος, ἐξαίσιος (Plat.), περισσός, Ar. and P. δαιμόνιος, θαυμάσιος, ὑπερφυής, ἀλλόκοτος, V. ἔκπαγλος. Novel: P. and V. καινός
    707 bytes (68 words) - 11:00, 7 August 2017
  • adj. P. ἀξιόλογος. Extraordinary: P. and V. θαυμαστός, δεινός, ἀμήχανος, Ar. and P. δαιμόνιος, θαυμάσιος, V. ἔκπαγλος. Preeminent: P. and V. ἐκπρεπής,
    453 bytes (43 words) - 09:49, 21 July 2017
  • νέος, καινός, V. νεόκοτος, Ar. and V. νεοχμός. Strange: P. and V. δεινός, θαυμαστός; see strange. Odd: P. and V. ἄτοπος (Eur., Frag.). Look up unusual on
    411 bytes (47 words) - 11:01, 7 August 2017
  • adj. P. and V. θαυμαστός, δεινός, ἀμήχανος, Ar. and P. θαυμάσιος, ὑπερφυής, V. ἔκπαγλος. New: P. and V. καινός, νέος, V. νεόκοτος, Ar. and V. νεοχμός.
    448 bytes (48 words) - 10:09, 21 July 2017
  • V. μυρίος (also Plat. but rare P.); see vast. Extraordinary: P. and V. θαυμαστός, ἀμήχανος; see extraordinary. Look up huge on Perseus Dictionaries | Perseus
    534 bytes (59 words) - 11:00, 7 August 2017
  • (also Plat. but rare P.); see vast. Extraordinary: P. and V. ἀμήχανος, θαυμαστός. Look up immense on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora
    509 bytes (59 words) - 11:00, 7 August 2017
  • adj. P. and V. θαυμαστός, δεινός, ἀμήχανος, Ar. and P. θαυμάσιος, ὑπερφυής, V. ἔκπαγλος. New: καινός, νέος, V. νεόκοτος, Ar. and V. νεοχμός. Look up marvellous
    370 bytes (40 words) - 09:46, 21 July 2017
  • adj. Strange: P. and V. δεινός, θαυμαστός; see strange. Novel: P. and V. καινός, νέος, P. ἀήθης, V. νεόκοτος, Ar. and V. νεοχμός. Especial: P. διάφορος
    417 bytes (45 words) - 10:08, 21 July 2017
  • από παντού ή από μακριά 2. σαφής, ολοφάνερος, ξεκάθαρος 3. περιφανής, θαυμαστός αρχ.-μσν. επίρρ. ἀριδήλως ολοφάνερα. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρι- + δήλος «φανερός,
    602 bytes (37 words) - 06:58, 29 September 2017
  • ξακουστός, ονομαστός («περίφημος ποιητής») 2. εξαίρετος, εξαιρετικός, θαυμαστός («περίφημο κρασί») 3. ειρων. διαβόητος. [ΕΤΥΜΟΛ. < περι- + -φημος (< φήμη)]
    2 KB (85 words) - 12:17, 29 September 2017
  • Ar. and P. πολυπράγμων, P. περίεργος, φιλοπράγμων. Strange: P. and V. θαυμαστός, δεινός, νέος, καινός, ἄτοπος (Eur., Frag.), Ar. and P. θαυμάσιος, ὑπερφυής
    721 bytes (66 words) - 11:00, 7 August 2017
  • Ar. ὑπέρμεγας. Mock-heroically: Ar. πελώριος. Extraordinary: P. and V. θαυμαστός, ἀμήχανος, V. ἔκπαγλος; see extraordinary. Of number or measure: P. and
    1 KB (123 words) - 18:10, 9 January 2019
  • adj. P. δυσκαταμάθητος. Astonishing: P. and V. θαυμαστός, Ar. and P. θαυμάσιος; see unintelligible. Look up incomprehensible on Perseus Dictionaries |
    261 bytes (31 words) - 09:44, 21 July 2017
  • 19, bewunderungswürdig, wunderbar, nach Moeris attisch für das hell. θαυμαστός; Χάρις Hes. Th. 584; H. h. Merc. 443; τέρας θ. προσιδέσθαι Pind. P. 1,
    14 KB (1,134 words) - 13:40, 3 October 2019
  • and V. κακός, δύσφημος (Plat. but rare P.). Extraordinary: P. and V. θαυμαστός, ἐξαίσιος (Plat.), Ar. and P. δαιμόνιος, θαυμάσιος; see extraordinary.
    466 bytes (51 words) - 09:49, 21 July 2017
  • επιθυμεί τη ζωντανή γυναίκα], Αισχύλ.) 2. (γενικά) όμορφος, ευπρεπής 3. μτφ. θαυμαστός, αξιοθαύμαστος («δὸς δ' ἔπ' εὔμορφον κράτος», Αισχύλ.) 4. μτφ. ταιριαστός
    3 KB (191 words) - 15:15, 15 January 2019
  • -ή, -όν, ποιητ. αντί θαυμαστός, σε Ησίοδ., Πίνδ. θαυμᾰτός: Hom., Hes., Pind. = θαυμαστός. θαυμᾰτός, ή, όν poet. for θαυμαστός, Hes., Pind.]
    2 KB (142 words) - 23:10, 9 January 2019
  • αρχ. σλαβ. smějọse, smijatise «γελώ», τοχαρ. Β' smi-mare, λατ. mīrus «θαυμαστός» (πρβλ. αγγλ. smile). Ανερμήνευτη ωστόσο παραμένει η παρουσία οδοντικού
    2 KB (161 words) - 06:46, 29 September 2017
  • adj. Extraordinary: P. and V. θαυμαστός, δεινός, Ar. and P. θαυμάσιος. Hard to fathom: P. and V. ἀσαφής, V. ἀνερεύνητος, δυσεύρετος, δυστέκμαρτος, Ar.
    610 bytes (52 words) - 07:09, 22 August 2017
  • adj. Wonderful: P. and V. θαυμαστός, Ar. and P. θαυμάσιος. Divine: P. and V. θεῖος. Superhuman: V. οὐ κατʼ ἄνθρωπον. Look up miraculous on Perseus Dictionaries
    318 bytes (37 words) - 09:46, 21 July 2017
  • Procop.Aed.1.4. Adv. -τῶς, prob. in S.Ichn.243, cf. X.Ages.1.24. (Pure Att. θαυμαστός.) [Seite 9] adj. verb. zu ἄγαμαι, bewundernswürdig. Ggstz. οὐ θαυμαστόν
    4 KB (329 words) - 11:55, 9 January 2019
  • θείος, θεϊκός, αθάνατος, άφθαρτος 2. (για πράγματα) έξοχος, εξαίρετος, θαυμαστός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀμβρότ-ιος, επαυξημένος τ. του επιθ. ἄμβροτος. ΠΑΡ. ἀμβροσία
    679 bytes (46 words) - 06:51, 29 September 2017
  • απομονωμένος 2. αυτός που δίνει την εντύπωση ότι προέρχεται από άλλον κόσμο, θαυμαστός («απόκοσμη ομορφιά») 3. ο μυστηριώδης («απόκοσμη φωνή») 4. το αρσ. ως ουσ
    594 bytes (56 words) - 11:10, 14 January 2019
  • ανέκφραστος, ανείπωτος, απροσδιόριστος, δυσκολοπερίγραπτος 2. παράξενος, θαυμαστός 3. φρ. «ὁ τὼν ἀπορρήτων γραμματεύς» — μυστικοσύμβουλος 4. «ὁ ἐξ ἀπορρήτων»
    2 KB (152 words) - 06:57, 29 September 2017
  • Θουκ.) μσν. 1. μέσ. κοσμοῡμαι, -έομαι διακρίνομαι για κάτι, είμαι έξοχος, θαυμαστός 2. (η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) κοσμημένος, -η, -ον καταστόλιστος μσν
    4 KB (277 words) - 12:43, 15 February 2019
  • ἐπιθέτου, ὑπ. ὡς ἀληθῆ λέγεις ὁ αὐτ. ἐν Φαίδωνι 66Α, πρβλ. θαυμάσιος, θαυμαστός. ής, ές : 1 qui pousse sur terre; 2 qui croît démesurément, qui passe
    15 KB (1,135 words) - 17:38, 10 January 2019
  • πανθαύμαστος: -ον, πάνυ θαυμαστός, Σουΐδ., Ἐκκλ. -ον, Μ εξαιρετικά θαυμαστός. [ΕΤΥΜΟΛ. < παν- + θαυμαστός (πρβλ. αξιο-θαύμαστός)]. Αναζήτηση σε: Google
    984 bytes (38 words) - 12:03, 29 September 2017
  • εσσα, εν,    A = θαυμαστός, Man.6.402. [Seite 1189] εσσα, εν, bewundernswürdig, Man. 6, 402. θαυμᾰτόεις: εσσα, εν, = θαυμαστός, Μανέθων 6. 402. θαυματόεις
    1 KB (46 words) - 06:36, 29 September 2017
  • [Seite 1189] = θαυμαστός, Hesych. θαυμᾰλέος: -α, -ον, θαυμαστός, φοβερός, Ἡσύχ. θαυμαλέος, -α, -ον (Α) (κατά τον Ησύχ.) θαυμαστός, φοβερός. [ΕΤΥΜΟΛ
    1 KB (44 words) - 07:17, 29 September 2017
  • adj. P. and V. θαυμαστός, δεινός, Ar. and P. θαυμάσιος. Novel: P. and V. καινός, νέος. Look up surprising on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus
    256 bytes (33 words) - 10:06, 21 July 2017
  • Ar. and V. νεοχμός; see new. Strange: Ar. and P. θαυμάσιος, P. and V. θαυμαστός. Look up novel on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora
    282 bytes (38 words) - 09:47, 21 July 2017
  • adj. P. and V. θαυμαστός, δεινός, ἀμήχανος, Ar. and P. θαυμάσιος, ὑπερφυής, V. ἔκπαγλος. Look up astonishing on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC |
    258 bytes (31 words) - 09:22, 21 July 2017
  • κρείσσων λόγου, V. ἄφραστος; see ineffable. Extraordinary: P. and V. θαυμαστός, ἀμηχανος, Ar. and P. θαυμάσιος, δαιμόνιος, ὑπερφυής. Look up inexpressible
    356 bytes (39 words) - 09:44, 21 July 2017
  • -ή, -ό θαμάζω βλ. θαυμαστός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    84 bytes (14 words) - 06:35, 29 September 2017
  • adv. d’une manière étonnante ou merveilleuse. Étymologie: θαυμαστός. θαυμαστῶς: удивительно, поразительно (θ. ὡς σφόδρα Plat.; πείθεσθαι Plut.).
    293 bytes (17 words) - 22:20, 31 December 2018
  • ἐκ περιόπτου Διον. Ἁλ. περὶ Συνθ. 23. 2) ὡς τὸ περίβλεπτος, διαπρέπων, θαυμαστός, βίος Διόδ. 14. 1· κάλλος Ἀνθ. Π. 5. 27, κτλ., · ἔργα Πλουτ. Καῖσ. 16·
    5 KB (355 words) - 13:00, 9 January 2019
  • φρόνος: τό, ὁ Ἀχιλλεὺς ὁ θαυμαστός, τὸ φρόνος τῶν Ἑλλήνων, δηλ. ὁ ἐφ’ ᾧ μέγα φρονοῦσιν οἱ Ἕλληνες, Διήγ. Ἀχιλ. στ. 1264, ἔκδ. Wr. Παρὰ δὲ Μαυροφρύδῃ, Πολεμ
    1 KB (99 words) - 12:52, 29 September 2017
  • πολύ φωτεινός, λαμπρός 3. (για ήχο) ισχυρός, δυνατός 4. (για πρόσωπα) θαυμαστός II. επίρρ. σαφώς («ἀριζήλως εἰρημένα» — αυτά που έχουν ειπωθεί ξεκάθαρα)
    1 KB (85 words) - 06:25, 29 September 2017
  • τύπον θεοείκελος, τὸ δὲ θέσκελος ἔκειτο ἐπὶ τῆς σημασίας ὑπερφυσικός, θαυμαστός, θαυμάσιος, καὶ ἀείποτε ἐπὶ πραγμάτων, ὡς τἀνάπαλιν τὸ θεοείκελος ἀείποτε
    6 KB (489 words) - 14:55, 2 October 2019
  • ἀγητός ἀγητός: -ή, -όν (ἄγαμαι), θαυμαστός, αξιοθαύμαστος· με αιτ. πράγμ. που δηλώνει την αναφορά· εἶδος ἀγητός, θαυμαστός στη μορφή, ως προς το σχήμα, σε
    5 KB (474 words) - 05:49, 10 January 2019
  • στιλβαδάμας, το μπριγιάντι μσν. 1. ένδοξος, ξακουστός 2. εγκάρδιος, θερμός 3. θαυμαστός, εξαιρετικός 4. ζωηρός αρχ. (το ουδ. ως επίρρ.) φρ. «ἔκλαμπρον γελᾱν» —
    897 bytes (64 words) - 11:25, 14 January 2019
  •    A astonished, Nonn.D.1.126.    II = θαυμαστός, φοβερός, Hsch. [Seite 1185] erstaunlich, wunderbar, θαυμαστός, φοβερός, Hesych.; erstaunt, Nonn. θαμβᾰλέος:
    1 KB (61 words) - 07:17, 29 September 2017
  • θαυμαστῶ, -όω (AM, Μ και θαυμαστώνω) θαυμαστός καθιστώ κάτι θαυμαστό, μεγαλύνω («ἐθαυμάστωσε κύριος τὸν ὅσιον αὐτοῦ», ΠΔ.) μσν. 1. δίνω σε κάποιον τη δύναμη
    700 bytes (53 words) - 07:17, 29 September 2017
  • ἐκνομίως, Ar. Plut. 981; ἐκνομιώτατα 992. ἐκνόμιος: -ον, ἀσυνήθης, θαυμαστός, Πινδ. Ν. 1. 86, Ὀρφ. Ἀποσπ. 8. 29. - Ἐπίρρ. -ίως, «μεγάλως, ὑπερβαλλόντως·
    3 KB (213 words) - 21:40, 9 January 2019
  • υπεροπτικός 2. (στον Πίνδαρο) (για ζώα και πράγματα) επιβλητικός, μεγαλοπρεπής, θαυμαστός. [ΕΤΥΜΟΛ. Επίθετο σύνθετο, με β’ συνθετ. το ἀνήρ και με α’ συνθετ. αβέβαιης
    1 KB (84 words) - 08:50, 23 December 2018
  • adj. Ar. and P. δαιμόνιος, θαυμάσιος, ὑπερφυής, P. and V. θαυμαστός, ἐξαίσιος (Plat.), ἀμήχανος, V. ἔκπαγλος. Look up stupendous on Perseus Dictionaries
    297 bytes (33 words) - 10:05, 21 July 2017
  • adj. P. and V. ἄριστος, θαυμαστός, ἐξαίρετος, ἔκκριτος, ἐκπρεπής, διαπρεπής, V. ἔξοχος. Peerless in beauty: V. κάλλει ὑπερφέρων. Peerless beauty, subs
    487 bytes (44 words) - 09:48, 21 July 2017
  • Ἰλ. Γ. 415, Ε. 423. ΙΙ. παρὰ μεταγεν. ποιηταῖς ἡ λέξις σημαίνει ἁπλῶς: θαυμαστός, θαυμάσιος, ἀνὴρ ἔκπ. Πινδ. Π. 4. 140· σθένει ἔκπαγλος Ι. 7 (6). 30· ἐν
    15 KB (1,325 words) - 14:40, 2 October 2019
  • τοῦ π. συστροφή Ptol. Tetr.26.    II = πλεκτάνη 11, Ael.VH1.1.    2 π. θαυμαστός, = πλέγμα δικτυοειδές, v.l. in Gal.UP9.4.    3 in pl., of wicker baskets
    7 KB (556 words) - 15:55, 2 October 2019
  • κατά την οποία τα γεγονότα συμφύρονται με τους μύθους 4. αυτός που είναι θαυμαστός, αυτός που υπερέχει σε μέγεθος, αξία, δύναμη, εξαιρετικός («μυθικά πλούτη»)
    4 KB (291 words) - 11:45, 9 January 2019
  • -ον, ΜΑ θαυμαστός εξαιρετικά θαυμαστός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    101 bytes (14 words) - 12:58, 29 September 2017
  • πλεῖστον ὅσον θαυμαστός, Ἀνθ. Π. 15. 16. ος, ον : tout à fait admirable. Étymologie: ὑπερθαυμάζω. -ον, ΜΑ θαυμαστός εξαιρετικά θαυμαστός. Αναζήτηση
    1 KB (58 words) - 02:15, 10 January 2019
  • Πινδ. καὶ ἐφεξῆς, πᾶν τὸ ἐκ τῆς θεότητος προερχόμενον, θεόπεμπτος, θεῖος, θαυμαστός, θαυμάσιος, δαιμονίη ὁρμὴ α ou ος, ον : qui prονient de la divinité,
    27 KB (2,744 words) - 12:20, 15 February 2019
  • (Μ) (για το σώμα της Θεοτόκου) αυτός που προκαλεί θαύματα. [ΕΤΥΜΟΛ. < θαυμαστός + -τόκος (< τίκτω), πρβλ. Θεο-τόκος, Χριστο-τόκος. Αναζήτηση σε: Google
    477 bytes (30 words) - 07:17, 29 September 2017
  • установившемуся мнению, необычный, невероятный, странный (λόγος Plat.; π. καὶ θαυμαστός Men.): τὸ ἔνδοξον ἐκ τοῦ παραδόξου θηρᾶσθαι Plut. искать славы в необычном;
    10 KB (909 words) - 14:12, 3 October 2019
  • 10. 2∙ τέμενος Διόδ. 11. 89∙ πομπή, μορφὴ Πλούτ. Δίωνι 28., 2. 780Α∙ θαυμαστός, θέαμα ὁ αὐτ. Ἀλκιβ. 34, κτλ. - Ἐπίρρ. -πῶς, Λουκ. Ἀλεξ. 15. ής, ές :
    4 KB (263 words) - 19:25, 9 January 2019
  • επιθυμεί τη ζωντανή γυναίκα], Αισχύλ.) 2. (γενικά) όμορφος, ευπρεπής 3. μτφ. θαυμαστός, αξιοθαύμαστος («δὸς δ' ἔπ' εὔμορφον κράτος», Αισχύλ.) 4. μτφ. ταιριαστός
    5 KB (358 words) - 11:30, 26 February 2019
  • 16.160, c. ref. expresa al dinero πρὸς τὴν τῶν χρημάτων ἐλευθεριότητα θαυμαστός Pl.Tht.144d, (ἐ.) δοκεῖ δὲ εἶναι ἡ περὶ χρήματα μεσότης Arist.EN 1119b22
    4 KB (281 words) - 21:50, 9 January 2019
  • Th. 31. θηητός: ή, όν. Ἰων. ἀντὶ θεατός, Δωρ. θᾱητός, ὃν θεᾶταί τις, θαυμαστός, θαυμάσιος, Λατ. spectandus, Ἡσ. Θ. 31, Τυρταῖ. 7. 29· θ. ἀγών, γυῖα, κτλ
    2 KB (163 words) - 23:20, 9 January 2019
  • нелепый = θαυμαστός, ἠλίθιος, ἀλίθιος, ἄλογος, ἄστοχος, εὐτράπελος, ἐκβόλιμος, ἀγνώμων, ἀνάρμοστος, ἀπῳδός, εὐήθης, γελοῖος, γέλοιος, γελοίϊος, ἄτοπος
    386 bytes (53 words) - 13:38, 19 October 2019
  • Ἀοσφόρος θαητὸς ὣς ἄστροις ἐν ἄλλοις (I. 4.24) θαητός, -ή, -όν (Α) θηητός, θαυμαστός. [ΕΤΥΜΟΛ. Δωρ. τ. πρβλ. ιων. θηητός, αττ. θεατος]. Αναζήτηση σε: Google
    2 KB (191 words) - 11:12, 31 December 2018
  • adj. P. and V. θαυμαστός, δεινός, ἀμήχανος, Ar. and P. θαυμαστος, ὑπερφυής, V. ἔκπαγλος. Look up amazing on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus
    254 bytes (31 words) - 09:20, 21 July 2017
  • procession, μόσχος, dub. in SIG2438.203 (Delphi). ἀγαῖος: -α, -ον, ἐπίφθονος, θαυμαστός. Ἡσύχ., Α. Β. 334, Ετυμ. Μ., Σουΐδ. -α, -ον admirable, envidiable Hsch
    1 KB (80 words) - 11:43, 21 August 2017
  • ἐκγῑνομαι    1 spring up, appear in tmesis. ἐκ δἐγένοντο στρατὸς θαυμαστός (P. 2.46)
    191 bytes (14 words) - 14:32, 17 August 2017
  • adj. New, strange P. and V. καινός. Extraordinary: P. and V. θαυμαστός. Look up unprecedented on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora
    228 bytes (29 words) - 10:08, 21 July 2017
  • αυτός που θυμίζει την εξωπραγματική ατμόσφαιρα του παραμυθιού, έξοχος, θαυμαστός(α. «παραμυθένια ομορφιά» β. «παραμυθένια πλούτη»). [ΕΤΥΜΟΛ. < παραμύθι
    768 bytes (49 words) - 12:14, 29 September 2017
  • αυτός, για τον οποίο δεν ακούγεται τίποτα, εξαφανισμένος, άφαντος 5. θαυμαστός, μοναδικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < αν- στερ. + ακουστός. Το μσν. ἀνάκουστος < ἀν- στερ
    986 bytes (69 words) - 06:53, 29 September 2017
  • από παντού ή από μακριά 2. σαφής, ολοφάνερος, ξεκάθαρος 3. περιφανής, θαυμαστός αρχ.-μσν. επίρρ. ἀριδήλως ολοφάνερα. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρι- + δήλος «φανερός,
    5 KB (380 words) - 14:55, 9 January 2019
  • φωτισμένος με θείο πνεύμα, σε Ομήρ. Οδ., Ευρ. 2. γενικά, θεϊκός, ουράνιος, θαυμαστός, φοβερός· θέσπις ἄελλα, σε Ομηρ. Ύμν. θέσπις: ιος adj. (acc. θέσπιν)
    5 KB (351 words) - 12:55, 17 January 2019
  • άλογα) ευγενής, εξαίρετος 6. (για πράγματα, ιδίως φυσικά φαινόμενα) θεϊκός, θαυμαστός, τρομερός («αἰθέρος ἐκ δίης», «εἰς ἅλα δῑαν», «δῑα χθών», «δῑον πῡρ», «δῑα
    2 KB (194 words) - 06:27, 29 September 2017
  • τερατολογία, Synes. θαυμᾰτολογία: ἡ, θαυμαστὸς λόγος, τερατολογία, Συνέσ. 44Α. θαυματολογία, ἡ (Α) θαυματολόγος 1. θαυμαστός λόγος, τερατολογία 2. συλλογή θαυμάτων
    482 bytes (32 words) - 07:17, 29 September 2017
  • ὑπερφυῆ καὶ ὑπέρλοφον πολιτείαν», Κύριλλ.) 3. ασυνήθιστος, παράξενος ή θαυμαστός (α. «ἔργον εἰργασταί τοι ὑπερφυὲς μέγαθος τε καὶ κάλλος», Ηρόδ. β. «ὑπερφυεῑ
    3 KB (238 words) - 12:53, 29 September 2017
  • El. 1254. ἄφραστος: -ον, (φράζω) ἀνέκφραστος, ἀνεκλάλητος, παράδοξος, θαυμαστός, Ὕμν. Ὁμ. εἰς Ἑρμ. 80· Ἐπιγράμμ. 5. 2· πέδη Σοφ. Τρ. 1029· ― ἀπερίγραπτος
    8 KB (609 words) - 11:55, 10 January 2019
  • [Seite 1231] ion. = θαυμαστός, Her. 1, 1. ion. c. θαυμαστός.
    186 bytes (10 words) - 19:59, 9 August 2017
  • Gloss. θαυμαστοποιός, ὁ (Α) 1. ως επίθ. θαυμαστός, θαυμάσιος 2. δημιουργός θαυμαστών έργων. [ΕΤΥΜΟΛ. < θαυμαστός + -ποιός (< ποιώ), πρβλ. κεραμο-ποιός,
    959 bytes (33 words) - 07:17, 29 September 2017
  • στιλβαδάμας, το μπριγιάντι μσν. 1. ένδοξος, ξακουστός 2. εγκάρδιος, θερμός 3. θαυμαστός, εξαιρετικός 4. ζωηρός αρχ. (το ουδ. ως επίρρ.) φρ. «ἔκλαμπρον γελᾱν» —
    3 KB (201 words) - 11:25, 14 January 2019
  • ἐκπληκτικός -ή, -ό (AM ἐκπληκτικός, -ή, -όν) 1. αυτός που προκαλεί έκπληξη 2. θαυμαστός, υπέροχος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    4 KB (364 words) - 21:40, 9 January 2019
  • αρμόζουν (Θουκ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < θαύμα. ΠΑΡ. θαυμασμός, θαυμαστής, θαυμαστικός, θαυμαστός μσν. θαύμασμα. ΣΥΝΘ. (Β' συνθετικό) αποθαυμάζω αρχ. αναθαυμάζω, εκθαυμάζω
    38 KB (3,717 words) - 13:45, 3 October 2019
  • δεινὸν σάκος, ἡ ἰσχυρὰ ἀσπίς, Ἰλ. Η. 245· ― καὶ ἀκολούθως ἁπλῶς, θαυμάσιος, θαυμαστός, παράδοξος, τὸ συγγενές τοι δεινὸν ἥ θ᾿ ὁμιλία, ἡ συγγένεια καὶ ἡ συναναστροφὴ
    58 KB (5,846 words) - 13:30, 2 October 2019
  • παρασταθῇ διὰ λέξεων, ὃν ἀδύνατον εἶνε νὰ ἐκφράσῃ τις, ἀνέκφραστος, ἄρρητος, θαυμαστός· ἐπὶ τρομερῶν ἢ ἐκπληκτικῶν πραγμάτων, ὄμβρος, θάλασσα, νύξ, Ἰλ. Γ. 4,
    5 KB (424 words) - 12:10, 9 January 2019
  • ἀστήρ, = Ἑωσφόρος, E.Fr.929, cf. Pl.Epigr.15; οὔθ' ἕσπερος οὔθ' ἑ. οὕτω θαυμαστός Arist.EN1129b28; ἑ. ἐξαναστῆναι to get up early, E.El.786.    2 eastern
    7 KB (623 words) - 19:33, 9 January 2019
  • γὰρ πρὶν γενέ[σθαι Παρθ. 1. 20.    g in tmesis. ἐκ δ' ἐγένοντο στρατὸς θαυμαστός v. ἐκγίνομαι (P. 2.46) v. γίγνομαι. Source: γίνομαι γίνομαι, Ion.
    46 KB (5,417 words) - 13:20, 3 October 2019
  • prodigious or wonderful, Eust.918.5. ἀτεράτευτος: -ον, οὐδόλως τερατώδης ἢ θαυμαστός, Εὐστ. 918. 5. -ον no prodigioso Eust.918.5. Source: ἀτεράτευτος ἀτεράτευτος
    834 bytes (44 words) - 06:22, 29 September 2017
  • (O. 11.17) νώμα δικαίῳ πηδαλίῳ στρατόν (P. 1.86) ἐκ δ' ἐγένοντο στρατὸς θαυμαστός (the Centaurs) (P. 2.46) πρύτανι κύριε πολλᾶν μὲν εὐστεφάνων ἀγυιᾶν καὶ
    24 KB (2,185 words) - 16:00, 2 October 2019
  • Plat. u. Folgdn, gew. mit mildem Tadel, καὶ ἀήθης Plat. Tim. 48 b; καὶ θαυμαστός Legg. I, 646 b; Ggstz εἰωθός, neu, ungewöhnlich, Thuc. 3, 38, bes. λέγειν
    17 KB (1,610 words) - 13:10, 3 October 2019
  • αυτός, για τον οποίο δεν ακούγεται τίποτα, εξαφανισμένος, άφαντος 5. θαυμαστός, μοναδικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < αν- στερ. + ακουστός. Το μσν. ἀνάκουστος < ἀν- στερ
    1 KB (79 words) - 06:24, 29 September 2017
  • ἀγητός, -ή, -όν (Α) (επικ. τ. του ἁγαστὸς) ἄγαμαι θαυμαστός, αξιοθαύμαστος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    170 bytes (20 words) - 06:31, 29 September 2017
  • ἐκνόμιος, -ον και -η, -ον (Α) 1. ασυνήθιστος, θαυμαστός 2. παράνομος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    173 bytes (20 words) - 07:06, 29 September 2017
  • ον, = sq.,    A φάρμακον Aët.15.15. -ον, Μ πανθαύμαστος, πολύ θαυμαστός. [ΕΤΥΜΟΛ. < παν- + θαυμάσιος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    717 bytes (24 words) - 12:04, 29 September 2017
  • adj. Strange: P. and V. θαυμαστός; see strange, unreasonable. Not clear: P. and V. ἀσαφής, ἄδηλος. Look up unaccountable on Perseus Dictionaries | Perseus
    275 bytes (33 words) - 10:07, 21 July 2017
  • θαυμαστοθέατος: -ον, θαυμαστὸς ἰδεῖν, θάλασσα Ἰω. Δαμασκην. ἐν Ἑλλ. Πατρολ. Μί. τ. 96, σ. 652. θαυμαστοθέατος, -ον (Μ) θαυμαστός στην όψη. Αναζήτηση
    299 bytes (30 words) - 07:17, 29 September 2017
  • 2, 10; ὅσην δεῖ τὸ μέγεθος τὴν πόλιν ποιεῖσθαι, Plat. Rep. IV, 423 b; θαυμαστὸς ἐφάνη τό τε μέγεθος καὶ τὸ κάλλος, Charmid. 154 c, u. so bei den Folgdn;
    21 KB (1,714 words) - 14:00, 3 October 2019
  • αυτός που θαυμάζεται από πολλούς. [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ- + θαυμαστός (< θαυμάζω), πρβλ. αξιο-θαύμαστος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    1 KB (59 words) - 12:19, 29 September 2017
  • Ι. 1. αυτός που προεξέχει 2. ο υπερβολικά και αφύσικα ανεπτυγμένος 3. θαυμαστός, υπέροχος, διαπρεπής II. επίρρ. εκφυώς έξοχα, θαυμαστά, υπέροχα. Αναζήτηση
    2 KB (138 words) - 06:29, 29 September 2017
  • 514. [Seite 1136] α, ον, sehr göttlich, herrlich (VLL, L, ἄγαν θεῖος, θαυμαστός), bes. von Ländern u. Städten, in denen die Götter sich aufhalten od. oft
    6 KB (572 words) - 13:13, 9 January 2019
  • πολύ φωτεινός, λαμπρός 3. (για ήχο) ισχυρός, δυνατός 4. (για πρόσωπα) θαυμαστός II. επίρρ. σαφώς («ἀριζήλως εἰρημένα» — αυτά που έχουν ειπωθεί ξεκάθαρα)
    9 KB (771 words) - 14:10, 2 October 2019
  • moeilijk te beschrijven. δύσφραστος: трудно выразимый, неизъяснимый (δ. καὶ θαυμαστός Plat.).
    3 KB (239 words) - 19:00, 31 December 2018
  • (θάμβος)驚慌失惜 6) (θαῦμα)驚訝 7) (ἐκθαυμάζω / θαυμάζω)驚奇 8) (θαυμάσιος)驚奇地 9) (θαυμαστός)驚奇的 出現次數:總共(46);太(8);可(5);路(13);約(6);徒(5);加(1);帖後(1);約壹(1);猶(1);啓(5) 譯字彙編:
    4 KB (603 words) - 13:25, 3 October 2019
  • Ι. 1. αυτός που προεξέχει 2. ο υπερβολικά και αφύσικα ανεπτυγμένος 3. θαυμαστός, υπέροχος, διαπρεπής II. επίρρ. εκφυώς έξοχα, θαυμαστά, υπέροχα. Αναζήτηση
    365 bytes (33 words) - 07:07, 29 September 2017
  • θωμαστώς: ион. = θαυμαστός.
    77 bytes (3 words) - 22:00, 31 December 2018
  • A.Fr.275.4; περὶ τῷ δ. δέδοικα Ar.Eq.27, cf. Pax746; ἀνὴρ κατὰ δέρμα θαυμαστὸς οἷος Aristid.Or.51(27).38; of the shell of a tortoise, Ar.V.429,1292.    2
    23 KB (2,279 words) - 13:20, 3 October 2019
  • (Α) αυτός που θαυμάζει μικρά, ασήμαντα πράγματα. [ΕΤΥΜΟΛ. < μικρ(ο)- + θαυμαστός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    1 KB (55 words) - 07:27, 29 September 2017
  • λέγεται για την Κασσάνδρα, σε Αισχύλ. 2. έξοχος, θαυμάσιος, φοβερός, θαυμαστός, απαίσιος, φριχτός, δυσοίωνος, λέγεται για πράγματα, σε Όμηρ.· θεσπέσιος
    20 KB (1,839 words) - 15:00, 2 October 2019
  • ανέκφραστος, ανείπωτος, απροσδιόριστος, δυσκολοπερίγραπτος 2. παράξενος, θαυμαστός 3. φρ. «ὁ τὼν ἀπορρήτων γραμματεύς» — μυστικοσύμβουλος 4. «ὁ ἐξ ἀπορρήτων»
    18 KB (1,586 words) - 12:30, 10 January 2019
  • 318; opp.ἑῷος ἀστήρ,AP7.670 (Pl.); prov., οὔθ' ἕσπερος οὔθ' ἑῷος οὕτω θαυμαστός Arist.EN1129b28 : as Subst., without ἀστήρ, E.Ion 1149, BionFr.8.1 ; ἔσπερε
    17 KB (1,568 words) - 14:40, 2 October 2019
  • Πλούτ. 2. 41Α. - Ἐπίρρ. -κῶς, Σχόλ. ή, όν : porté à admirer. Étymologie: θαυμαστός. -ή, -ό (AM θαυμαστικός, -ή, -όν) θαυμαστής αυτός που έχει διάθεση να
    3 KB (234 words) - 11:40, 9 January 2019
  • ευμήκης, σε Ομήρ. Οδ.· δένδρεα, σε Ηρόδ.· λαμπάς, σε Αισχύλ. 2. μεταφ., θαυμαστός, εξαίσιος, σε Αριστοφ. οὐρᾰνομήκης: 1) высокий до неба (ἐλάτη Hom.; δένδρεα
    5 KB (360 words) - 04:45, 10 January 2019
  • 3) ὡς τὸ θεσπέσιος, ἱερός, Λατ. divinus, πᾶν τὸ ὑπεράνθρωπον, ἔκτακτος, θαυμαστός, ὅθεν ἐπὶ ἡρώων, οἷον τοῦ Ἡρακλέους, Ὀδυσσέως, κτλ., ὑπερανθρώπως ἰσχυρός
    36 KB (3,309 words) - 13:40, 3 October 2019
  • θείος, θεϊκός, αθάνατος, άφθαρτος 2. (για πράγματα) έξοχος, εξαίρετος, θαυμαστός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀμβρότ-ιος, επαυξημένος τ. του επιθ. ἄμβροτος. ΠΑΡ. ἀμβροσία
    12 KB (1,153 words) - 14:15, 2 October 2019
  • 1235. ― Ἐπίρρ., -στῶς, Εὐστ. 1101. 2. ― Ὡσαύτως ὀνοτὸς (ὡς θαυματὸς ἀντὶ θαυμαστός), Πινδ. Ι. 4. 85, Καλλ. εἰς Δῆλ. 20, κτλ. ― Καθ’ Ἡσύχ.: «ὀνοστά· ἐκφαυλισμοῦ
    3 KB (243 words) - 19:55, 9 January 2019
  • [Seite 1231] ep. = θαυματός od. θαυμαστός, wunderbar, Hes. Sc. 165, l. d. θωϋτός: Her. v. l. = θαυματός.
    247 bytes (17 words) - 08:40, 31 December 2018
  • ἔργα δὲ ζωοῖσιν ἑρπόντεσσί θ' ὁμοῖα κέλευθοι φέρον (O. 7.52) στρατὸς θαυμαστός, ἀμφοτέροις ὁμοῖοι τοκεῦσι the Centaurs (P. 2.48)
    9 KB (1,040 words) - 14:43, 17 August 2017
  • 56, 460, S.OC1371, etc.: metaph., παρθένων ἱκέσιος λ. A.Th.111 (lyr.); θαυμαστὸς λ. γυναικῶν, of the Furies, Id.Eu.46, cf. 1026; ἐλάφων κεραὸς λ. AP9.244
    26 KB (2,375 words) - 19:40, 9 January 2019
  • adj. Extraordinary: P. and V. θαυμαστός, δεινός; see extraordinary. Look up sensational on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary
    209 bytes (26 words) - 10:03, 21 July 2017
  • ion. c. θαυμαστός.
    57 bytes (3 words) - 19:59, 9 August 2017
  • Gr. σ. 26. ἀγᾰτός: -ή, -όν, ποιητ. αντί ἀγαστός, όπως θαυματός αντί θαυμαστός, σε Ομηρ. Ύμν.
    990 bytes (55 words) - 17:10, 30 December 2018
  • ἕλκω Β. 3. 2) ὁ ἐκτὸς τοῦ συνήθους, ἔκτακτος, ἔξοχος, λαμπρός, παράδοξος, θαυμαστός, εἴ τι περισσὸν εἰδείη σοφίης, ἐὰν ἔχῃ ἔξοχόν τι χάρισμα σοφίας, Θέογν
    50 KB (4,280 words) - 14:20, 3 October 2019
  • άλογα) ευγενής, εξαίρετος 6. (για πράγματα, ιδίως φυσικά φαινόμενα) θεϊκός, θαυμαστός, τρομερός («αἰθέρος ἐκ δίης», «εἰς ἅλα δῑαν», «δῑα χθών», «δῑον πῡρ», «δῑα
    38 KB (4,444 words) - 14:35, 2 October 2019
  • des haines aussi acharnées qu’il est possible ; θαυμαστὸς οἷος ATT admirable, s’il en est (v. θαυμαστός) ; χαριζόμενον οἵῳ σοι ἀνδρί (p. τοιούτῳ οἷος σὺ
    61 KB (6,168 words) - 14:10, 3 October 2019
  • достойный удивления = ἀξιοθαύμαστος, θαυμαστός, θωϋμαστός, ἀξιάγαστος Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This
    126 bytes (41 words) - 05:50, 14 October 2019
  • παράτροπος, παράδοξος, ἄτοπος, ἴδιος, ξένος, θαυμάσιος, καινός, ὑπερφυής, θαυμαστός Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия
    317 bytes (50 words) - 09:48, 15 October 2019
  • ψελλός, δυστέκμαρτος, δυσξύνετος, δυσσύνετος, κωφός, ἀσύνετος, θαυμάσιος, θαυμαστός Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия
    566 bytes (59 words) - 18:00, 18 October 2019
  • изумительный = ἀγαστός, ἀξιοθαύμαστος, θαυμαστός, θωϋμαστός, ὑπερθαύμαστος, θεοπρεπής, κατάπληκτος, ἔκπαγλος, ἀγητός, τερατώδης Look up in: Google |
    271 bytes (46 words) - 15:00, 14 October 2019
  • ἐξαναδίδωμι: ἐν τῷ παθ., αὐτίκα δὲ ἐξανεδόθη λόχμης ἦχός τις θαυμαστός, ἀνεδόθη ἐκ λόχμης, ἐγένετο, ἠκούσθη, Πλανούδ. Μετάφρ. Ὀβιδ. 14. 406.
    285 bytes (21 words) - 09:52, 5 August 2017
  • удивительный = καινός, θέσκελος, δαιμόνιος, περίοπτος, θαυμαστός, θωϋμαστός, ἀξιάγαστος, ἀγητός, θαυμάσιος, θωϋμάσιος, θηητός, θαητός, ὑπερφυής Look
    307 bytes (49 words) - 10:00, 15 October 2019
  • adj. Extraordinary: P. and V. θαυμαστός, ἐξαίσιος (Plat.), Ar. and P. δαιμόνιος, θαυμάσιος, ὑπερφυής, V. ἔκπαγλος. Look up phenomenal on Perseus Dictionaries
    306 bytes (33 words) - 09:48, 21 July 2017
  • β. «σθένει ἔκπαγλος» — με εκπληκτική δύναμη γ. «ἐν πόνοις ἔκπαγλος» — θαυμαστός για τα κατορθώματά του) αρχ. 1. εκπληκτικός, φοβερός («ἔκπαγλος ἐὼν και
    1 KB (93 words) - 20:33, 22 December 2018
  • περίβλεπτος, ἐκπρεπής, ἐλλόγιμος, ὀνομαστός, οὐνομαστός, ἀγαστός, ἀξιόκτητος, θαυμαστός, θωϋμαστός, ἀρίσημος, περίσημος, περίσαμος, ἀριδείκετος, ἀξιόλογος, λόγιμος
    821 bytes (70 words) - 09:19, 15 October 2019
  • adj. Extraordinary: P. and V. θαυμαστός, δεινός, ἀμήχανος; see extraordinary. Preeminent: P. and V. ἐκπρεπής, διαπρεπής, V. ἔξοχος. New: P. and V. καινός
    394 bytes (40 words) - 10:07, 21 July 2017
  • άμεμπτος, άψογος, εξαίρετος, έξοχος 2. (για πράγματα ή γεγονότα) σημαντικός, θαυμαστός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ- στερ. + (αιολ.) μῦμαρ «αίσχος, φόβος, ψόγος», που χρησιμοποιείται
    20 KB (2,035 words) - 14:05, 2 October 2019
  • étonnant ou admirable ; Pass. être regardé comme un prodige. Étymologie: θαυμαστός.
    1 KB (85 words) - 19:21, 9 August 2017
  • -οις.)    1 dream ἐξ ὀνείρου δ' αὐτίκα ἦν ὕπαρ (O. 13.66) “ταῦτά μοι θαυμαστὸς ὄνειρος ἰὼν φωνεῖ” (P. 4.163) ἀτὰρ εὑδόντεσσιν ἐν πολλοῖς ὀνείροις δείκνυσι
    10 KB (919 words) - 04:35, 10 January 2019
  • ὀνείρου δαὐτίκα ἦν ὕπαρ (O. 13.66) τάφε δ' αὐτίκα (P. 4.95) αὐτίκα δ' Ἀελίου θαυμαστὸς υἱὸςἔννεπεν (P. 4.241) αὐτίκα δ' ἐκ μεγάρων Χίρωνα προσήνεπε φωνᾷ (P. 9
    20 KB (1,913 words) - 14:15, 2 October 2019
  • σεντέφι, σεντεφένιος («χρυσὰ ἦσαν τὰ φουντώματα... καὶ μαργαριταρόρριζος ὁ θαυμαστὸς ὁ πίρος», Διήγ. εις τους κρασοπατέρας). [ΕΤΥΜΟΛ. < μαργαριτάρι + ῥίζα.
    619 bytes (41 words) - 07:36, 29 September 2017
  • Παρρᾰσιος    1 of Parrhasia, a region of Arkadia. τὰ δὲ Παρρασίῳ στρατῷ θαυμαστὸς ἐὼν φάνη Ζηνὸς ἀμφὶ πανάγυριν Λυκαίου (O. 9.95) Παρράσιος: (ᾰσ) паррасийский
    821 bytes (65 words) - 07:16, 31 December 2018
  • άμεμπτος, άψογος, εξαίρετος, έξοχος 2. (για πράγματα ή γεγονότα) σημαντικός, θαυμαστός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ- στερ. + (αιολ.) μῦμαρ «αίσχος, φόβος, ψόγος», που χρησιμοποιείται
    2 KB (127 words) - 10:40, 23 December 2018
  • βωμοῖσι Soph. O. R. 15; – bes. im staunenden od. bewundernden Ausrufe, θαυμαστὸς ἡλίκος, Wunder wie groß, Dem. 19, 24; τῷ μεγάλα ἢ θαυμάσια ἡλίκα δοῦναι
    14 KB (1,258 words) - 13:55, 3 October 2019
  • ἀμφὶ ψάμαθον παρακτίαν Αὐλίδος Eur. Iph. A. 164; neben ἐπί Andr. 282; θαυμαστὸς ἐφάνη ἀμφὶ πανήγυριν, bei der Versammlung, Pind. Ol. 9, 96; – allgemeine
    89 KB (9,001 words) - 14:12, 2 October 2019
  • widernatürlichem Gesicht, wunderbar anzusehen, H. h. l 8. 36. τερᾰτωπός: -όν, ὁ θαυμαστὸς φαινόμενος, τ. ἰδέσθαι Ὁμ. Ὕμν. 18. 36. ός, όν : d’un aspect merveilleux
    2 KB (99 words) - 01:55, 10 January 2019
  • Ῥόδον (O. 7.14) ἀπεόντος δ' οὔτις ἔνδειξεν λάχος Ἀελίου (O. 7.58) Ἀελίου θαυμαστὸς υἱὸς (sc. Aietes.) (P. 4.241) μᾶτερ Ἀελίου πολυώνυμε Θεία (Ἁλίου coni.
    4 KB (333 words) - 09:20, 31 December 2018
  • ΜΑ παθ. ὑποκοιλαίνομαι γίνομαι κοίλος («ὑποκοιλαίνεται γὰρ τις ἐκεῑσε θαυμαστὸς λιμήν», Καμέν.) αρχ. κοιλαίνω κάτι από κάτω ή λίγο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- +
    550 bytes (35 words) - 12:44, 29 September 2017
  • αριθμητικών σε -(α)τος).Παραδείγματα ρηματικών επιθέτων σε -τος: ζεστός, θαυμαστός, θρεπτός, λεπτός, οσφρητός, πιστός, πλωτός, σμιλευτός, συρτός αρχ. κλυτός
    9 KB (655 words) - 15:20, 15 January 2019
  • οἶκον ἥμερον ἀστοῖς ξένοισι δὲ θεράποντα (O. 13.3) πραὺς ἀστοῖς ξείνοις δὲ θαυμαστὸς πατήρ (P. 3.71) ξεῖνος αἴτ' ὦν ἀστός (P. 4.78) πύργος ἄστεος ὄμμα τε φαεννότατον
    58 KB (5,479 words) - 14:10, 3 October 2019
  • 69.    3 met.    a guardian βασιλεύς, οὐ φθονέων ἀγαθοῖς, ξείνοις δὲ θαυμαστὸς πατήρ Hieron (P. 3.71) ζαθέων ἱερῶν πάτερ, κτίστορ Αἴτνας fr. 105. 3.    b
    58 KB (6,220 words) - 14:10, 3 October 2019
  • εὐδιανὸν φάρμακον αὐρῶν heißt, Ol. 9, 97. εὐδιανός: -ή, -όν, = εὔδιος, θαυμαστὸς ἐὼν φάνη… καὶ ψυχρᾶν ὁπότ’ εὐδιανὸν φάρμακον αὐρᾶν Πελλάνᾳ φέρε, «ἐφάνη
    2 KB (169 words) - 19:32, 6 January 2019
  • Polydeukes) (P. 4.171) διδύμους υἱούς (Echion, Erytos) (P. 4.178) Ἀελίου θαυμαστὸς υἱὸς (Aietes) (P. 4.241) Φιλύρας υἱὸν (Cheiron) (P. 6.22) λτ;γτ;ενάρκειον
    52 KB (5,765 words) - 14:35, 3 October 2019
  • ΜΑ παθ. ὑποκοιλαίνομαι γίνομαι κοίλος («ὑποκοιλαίνεται γὰρ τις ἐκεῑσε θαυμαστὸς λιμήν», Καμέν.) αρχ. κοιλαίνω κάτι από κάτω ή λίγο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- +
    1 KB (67 words) - 12:59, 29 September 2017
  • [ἔπ]ᾳ[χ]θεν Lobel: sc. the Seriphians) Δ. 4. 41. add. part., Παρρασίῳ στρατῷ θαυμαστὸς ἐὼν φάνη (O. 9.96) ἀπειρομάχας ἐών κε φανείη λόγον ὁ μὴ συνιείς (N. 4.30)
    95 KB (9,309 words) - 14:35, 3 October 2019
  • 79ff.)    1 speak φώνᾶσε δ (codd.: φώνησε Mommsen) (O. 13.67) ταῦτά μοι θαυμαστὸς ὄνειρος ἰὼν φωνεῖ (P. 4.163) ὄρθιον φώνᾶσε (codd.: φώνησε Mommsen) (N.
    24 KB (2,364 words) - 14:40, 3 October 2019
  • усиления количественных прил.: ἄφθονοι ὅσοι Her. в чрезвычайном изобилии; θαυμαστὸς ὅ. Plat. поразительно большой; ὀλίγος ὅ. Luc. весьма немногочисленный;
    80 KB (7,932 words) - 14:10, 3 October 2019
  • “κοὔ με πονεῖ τεὸν οἶκον ταῦτα πορσύνοντ' ἄγαν” (P. 4.151) “ταῦτά μοι θαυμαστὸς ὄνειρος ἰὼν φωνεῖ” (P. 4.163) τὶν δὲ τούτων ἐξυφαίνονται χάριτες (n.) (P
    147 KB (17,807 words) - 14:10, 3 October 2019
  • ἁβρὸν ὀρέξαι (P. 3.110) “δόμους φράσσατέ μοι σαφέως” (P. 4.117) “ταῦτά μοι θαυμαστὸς ὄνειρος ἰὼν φωνεῖ” (P. 4.163) μακρά μοι νεῖσθαι κατ' ἀμαξιτόν (P. 4.247)
    77 KB (10,332 words) - 13:25, 3 October 2019
  • conectivo κεῖται Πάτροκλος, νέκυος δὲ δὴ ἀμφιμάχονται γυμνοῦ Il.18.20, ἐμοὶ θαυμαστὸς ἐφάνη ... οἱ δὲ δὴ ἄλλοι πάντες ἐρᾶν ἔμοιγε ἐδόκουν αὐτοῦ yo lo ví admirable
    124 KB (14,195 words) - 13:20, 3 October 2019
  • κελαδήσομεν; (O. 2.2) cf. βασιλεύς, πραὺς ἀστοῖς, οὐ φθονέων ἀγαθοῖς, ξείνοις δὲ θαυμαστὸς πατήρ (P. 3.71)    h where δέ replaces an expected γάρ. χαλκέοισι δἐν
    152 KB (21,768 words) - 13:20, 3 October 2019
  • σύγγονος, Ἄργει μὴ κρύπτειν φάος ὀμμάτων (N. 10.39)    d following φαίνομαι. θαυμαστὸς ἐὼν φάνη (O. 9.96) ἀπειρομάχας ἐών κε φανείη λόγον ὁ μὴ συνιείς (N. 4.30)
    229 KB (29,861 words) - 13:28, 3 October 2019