Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "κύκλος" on this wiki. See also the other search results found.

  • abgerundeten Perioden, Rhett. – Κύκλος ἐπικός oder κύκλος schlechthin, der epische Sagenkreis, oft bei Schol. S. κυκλικός. κύκλος: ἴδε ἐν τέλ., ου, ὁ, ὡσαύτως
    63 KB (5,654 words) - 15:07, 2 October 2019
  • subs. P. and V. κύκλος, ὁ. geometrical figure: Ar. and P. κύκλος, ὁ. anything of circular shape: V. κύκλωμα, τό. circular motion: P. and V. στροφή, ἡ,
    618 bytes (74 words) - 13:24, 20 August 2019
  • subs. circle: P. and V. κύκλος, ὁ. for the finger: Ar. and P. δακτύλιος, ὁ. signet-ring: P. and V. σφραγίς, ἡ. hoop of a ring: P. and V. σφενδόνη, ἡ. ring
    1 KB (200 words) - 12:44, 19 August 2019
  • , Phaedo, 107E). Time: P. and V. καιρός, ὁ, χρόνος, ὁ. Cycle: P. and V. κύκλος, ὁ. End: P. and V. τέλος, τό, τελευτή, ἡ, πέρας, τό. Sentence (grammatically):
    726 bytes (76 words) - 13:57, 7 August 2017
  • 1. πτυχή υφάσματος, ρυτίδα προσώπου 2. (για χορό, φίδι κ.λπ.) γύρισμα, κύκλος, σπείρα νεοελλ. 1. δοκάρι στέγης 2. παραδοσιακό γλύκισμα με αλεύρι και
    2 KB (117 words) - 13:40, 8 January 2019
  • οὐρανός, ὁ, Ar. and V. αἰθήρ, ὁ (sometimes ἡ). The heaven above us: V. ὁ ἄνω κύκλος. The dew of heaven: V. ὑπαίθριος δρόσος, ἡ. Fallen from heaven, adj.: V
    566 bytes (71 words) - 09:43, 21 July 2017
  • νεοελλ. αυτός που αξίζει να υμνηθεί με ηρωικό έπος, ηρωικός αρχ. φρ. «ἐπικὸς κύκλος» — συλλογή ποιημάτων που γράφηκαν μετά τον Όμηρο και έχουν ως υποθέσεις
    607 bytes (54 words) - 07:11, 29 September 2017
  • round it: P. κυκλόθεν ὅδος περιέχει (Lys. 110). subs. Circle: P. and V. κύκλος, ὁ. Succession: P. and V. διαδοχή, ἡ. Round of a ladder: see rung. The ordinary
    2 KB (240 words) - 11:02, 7 August 2017
  • ἡ, V. μήνη, ἡ, Ar. σεληναία, ἡ. Full moon: P. and V. πανσέληνος, ἡ, V. κύκλος πανσέληνος, ὁ. He said was full moon: P. (ἔφη) εἶναι πανσέληνον (Andoc.
    469 bytes (58 words) - 09:47, 21 July 2017
  • subs. P. ἁψίς, ἡ (also in Ar. in Met. sense). Circle: P. and V. κύκλος, ὁ. v. trans. Bend: Ar. and V. κάμπτειν, V. κυρτοῦν. adj. Playful: Ar. and P. φιλοπαίσμων
    629 bytes (66 words) - 09:20, 21 July 2017
  • zones, D.L.7.155, Nonn.D.38.258 ; ὁ π. κύκλος parallel of latitude, Hipparch.2.2.26, al., Cleom.1.2, etc.: without κύκλος, ὁ διὰ τοῦ Βορυσθένους π. Str.1.4
    12 KB (1,005 words) - 11:15, 14 January 2019
  • u. öfter bei Sp., die zum Theil κύκλος, auch ἀήρ ergänzen. ὁρίζων: (ἐξυπακ. κύκλος), ὁ, ὁ περιορίζων τὴν ὅρασιν κύκλος, ὁ «ὁρίζων», τὸ τοῦ Κικέρωνος,
    2 KB (151 words) - 07:56, 31 December 2018
  • subs. For playing with: P. σφαῖρα, ἡ. Disk, round body: P. and V. κύκλος, ὁ. Of the eye: see eyeball. Play at ball, v.: P. σφαιρίζειν (Plat.). Catch a
    434 bytes (51 words) - 09:22, 21 July 2017
  • (για τα μάτια) ο εξωτερικός κύκλος του βολβού νεοελλ. 1. το φωτοστέφανο που περιβάλλει τις κεφαλές τών αγίων 2. ο ρόδινος κύκλος γύρω από τη θηλή του μαστού
    1 KB (113 words) - 06:19, 29 September 2017
  • and Plat. but rare P.), ὄψις, ἡ, Ar. and V. κόρη, ἡ, also use αὐγή, ἡ, κύκλος, ὁ, βλέφαρα, τά, δέργματα, τά, φῶς, τό (Eur., Cycl. 633); also in V. are
    1 KB (138 words) - 09:39, 21 July 2017
  • ο (Α γῡρος, Μ γύρος) 1. κύκλος, περιφέρεια, περίμετρος 2. κάθε κυκλοτερές πράγμα 3. περιστροφή, περιφορά 4. περιοδεία, περίπατος νεοελλ. φρ. 1. «τρεις
    2 KB (108 words) - 06:26, 29 September 2017
  • subs. P. and V. ἀσπίς, ἡ, V. σάκος, τό, κύκλος, ὁ. Small shield: Ar. and V. πέλτη, ἡ. Wicker shield: P. γέρρον, τό (Xen.), V. ἰτέα, ἡ, ἴτυς, ἡ (also Xen
    1 KB (138 words) - 10:02, 21 July 2017
  • θειάφι 2. συνεκδ. καπνός και οσμή θείου (θειαφιού) 3. φρ. βιολ. «θείου κύκλος» — κυκλοφορία του θείου υπό τις διάφορες μορφές του στη φύση. [ΕΤΥΜΟΛ. Αρχικός
    3 KB (206 words) - 13:06, 8 January 2019
  • εἰς ζῷα· ζῳδιακὸς (ἐνν. κύκλος), ὁ, Εὔδημ. παρὰ Θέωνι Σμυρν. π. Ἀστρ. 40, Κλεομήδ. 1. 2, Στοβ. Ἐκλ. 1. 512· καλούμενος ὁ κύκλος ὁ τῶν ζῳδίων Ἀριστ. Μετεωρ
    3 KB (240 words) - 19:32, 6 January 2019
  • Heinrich. καὶ Buttm. ή, όν : circulaire. Étymologie: κύκλος. -ή, -ό (AM κυκλικός, -ή, -όν) κύκλος 1. αυτός που έχει σχήμα κύκλου, κυκλοτερής, στρογγυλός
    10 KB (843 words) - 14:15, 14 January 2019
  • πεφωτισμένη ὁλόκληρος, ἡ σελήνη ἐτύγχανεν οὖσα π. Θουκ. 7. 50· π. κύκλος, ὁ πλήρης κύκλος τῆς σελήνης, Εὐρ. Ἴων 1155· τὰς νύκτας τὰς π. Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ
    8 KB (666 words) - 15:17, 23 February 2019
  • Σοφ. Ο. Κ. 373· λῆμα Εὐρ. Μήδ. 348· δόμος, στέγαι αὐτόθι 740, κλπ.· κύκλος τ., ὁ κύκλος ἢ τὸ συνέδριον βασιλέων, Σοφ. Αἴ. 749. 2) ὁ ἁρμόζων εἰς τύραννον,
    10 KB (769 words) - 14:15, 14 January 2019
  • ου, ὁ:    1 (sc. κύκλος) the milky way, D.S.5.23, Luc.VH1.16, Man.2.116, etc.; in full, γ. κύκλος Placit.2.7.1, Sallust.4.    II (sc. λίθος) = λίθος μόροχθος
    4 KB (360 words) - 10:00, 14 September 2019
  • subs. Circumference: P. and V. περίβολος, ὁ, κύκλος, ὁ, περίδρομος, ὁ (Plat.), περιβολή, ἡ, Ar. and P. περιφορά, ἡ. The circuit of the walls: V. τειχέων
    660 bytes (69 words) - 09:25, 21 July 2017
  • η περιφέρεια ή το χείλος κάθε πράγματος με κυκλικό ή καμπυλωτό σχῆμα 2. κύκλος μεταλλικός που περιέβαλλε την ασπίδα 3. ο γύρος του δίφρου που χρησίμευε
    1 KB (98 words) - 20:40, 22 December 2018
  • Circumference: P. and V. κύκλος, ὁ, περιβολή, ἡ, περίβολος, ὁ, Ar. and P. περιφορά, ἡ. The expanse of heaven: V. αἰθέρος κύκλος, ὁ, οὐρανοῦ περιπτυχαί,
    658 bytes (70 words) - 09:48, 7 August 2017
  • Epigr.26; ὁ λ. κύκλος the ecliptic, Arist.Metaph.1071a16, Cleanth.Stoic.1.112, Arat.527, Gem.5.51, Cleom.1.4, Ptol.Alm.1.8 (without κύκλος Plot.5.8.7); of
    18 KB (1,546 words) - 15:15, 2 October 2019
  • subs. Ball: P. σφαῖρα, ἡ, P. and V. κύκλος, ὁ. Rank, position: P. and V. τάξις, ἡ. Turn, part: P. and V. μέρος, τό. Circuit: P. and V. περιβολή, ἡ. Department:
    751 bytes (85 words) - 11:01, 7 August 2017
  • ἐντὸς τῶν τειχῶν και οἰκόπεδα», Ξεν.) νεοελλ. μτφ. τομέας δραστηριότητας, κύκλος δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας («μην μπαίνεις σε ξένα οικόπεδα») αρχ. 1. η
    1 KB (99 words) - 12:04, 29 September 2017
  • Ar. παρατείνεσθαι (absol.). subs. Length: P. and V. μῆκος, τό. Expanse: κύκλος, ὁ; see expanse. Open space: P. εὐρυχωρία, ἡ. Plain: P. and V. πεδίον, τό
    2 KB (202 words) - 11:15, 26 February 2019
  • subs. P. and V. κύκλος, ὁ, P. περίοδος, ἡ, V. περιδρομή, ἡ. Look up cycle on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia
    197 bytes (29 words) - 09:26, 21 July 2017
  • αλάτων, τα οποία συγκροτούν ένα σημαντικό μέρος του φλοιού της Γης 2. φρ. α) «κύκλος οξυγόνου» βιολ. η διακίνηση, υπό διάφορες μορφές, του οξυγόνου στη φύση
    2 KB (175 words) - 12:09, 29 September 2017
  • η θέση τών ουράνιων σωμάτων 11. (για ανέμους) περιστροφή, περιφορά 12. κύκλος («ἡ τοῦ μεγάλου ἐνιαυτοῦ περίστασις», Εύδημ.) 13. η διεύθυνση της κίνησης
    3 KB (236 words) - 12:50, 15 February 2019
  • κυκλίῳ, = κύκλῳ, c.gen. (cf. κύκλος 1), BGU938.4 (iv A.D.). [Seite 1526] α, ον, auch 2 Endgn, = κυκλικός, τὸ κύκλιον = κύκλος, Eur. I. A. 1056; κύκλιοι
    9 KB (719 words) - 14:25, 14 January 2019
  • subs. P. and V. κύκλος, ὁ, περίβολος, ὁ, περιβολή, ἡ, περίδρομος, ὁ (Plat.), Ar. and P. περιφορά, ἡ. Look up circumference on Perseus Dictionaries | Perseus
    268 bytes (35 words) - 09:24, 21 July 2017
  • του -υ-: su-gw- < su-g- (για ανάλογη εξέλιξη χειλοϋπερωικών φθόγγων πρβλ. κύκλος, νύξ, νυκτός, βλ. νύχτα)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    4 KB (276 words) - 12:58, 29 September 2017
  • terminus medius) Arst.; 9) мат. средний член пропорции: ὁ διὰ μέσων (sc. κύκλος) Diog. L. экватор или эклиптика. II эп. μέσσον adv. в середине, посреди
    4 KB (303 words) - 14:00, 31 January 2019
  • ἐπιστυλίου καὶ γείσου μέρος, Βιτρούβ. 3. 5. 2) ὁ ζ. κύκλος = ὁ ζῳδιακός, Ἀριστ. Κόσμ. 2. 7· ἄνευ τοῦ κύκλος, Ἀνθ. Π. 14. 124, παραρτ. 92· πρβλ. ζῴδιον. ος
    3 KB (240 words) - 11:30, 14 January 2019
  • space: P. εὐρυχωρία, ἡ. Place: P. and V. τόπος, ὁ. Circumference: P. and V. κύκλος, ὁ, περιβολή, ἡ, περίβολος, ὁ. Look up tract on Perseus Dictionaries |
    552 bytes (61 words) - 10:06, 21 July 2017
  • v. κύκλος. κύκλα: τά Hom., Soph., Anth. pl. к κύκλος. κύκλα n. plur. van κύκλος.
    186 bytes (15 words) - 07:28, 1 January 2019
  • (AM κυκλῶ, -όω, Μ και κυκλώνω) κύκλος 1. περιβάλλω απ' όλες τις πλευρές, περιτριγυρίζω («'Ωκεανός... κυκλοῑ χθόνα», Ευρ.) 2. σχηματίζω κλοιό γύρω από κάτι
    1 KB (110 words) - 07:26, 29 September 2017
  • «ταλάντωση χαλάρωσης» φυσ. περιοδική μεταβολή ενός φυσικού συστήματος, κάθε κύκλος της οποίας αποτελείται από δύο διακεκριμένες φάσεις διαφορετικής διάρκειας
    3 KB (244 words) - 13:00, 29 September 2017
  • . ημικυκλικώς και -ά με τρόπο ημικυκλικό. [ΕΤΥΜΟΛ. < ημι- + κυκλικός (< κύκλος). Η λ. στο επίρρ. κυκλικώς μαρτυρείται από το 1849 στον Αλέξ. Ρ. Ραγκαβή]
    960 bytes (66 words) - 07:16, 29 September 2017
  • subs. P. and V. κύκλος, ὁ. Look up disk on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full text search
    135 bytes (23 words) - 09:27, 21 July 2017
  •    A of the solstice, ὁ τ. (sc. κύκλος) the tropic or solstice as marked on the sphere, Arist.Mete.343a14 (with κύκλος, Jul.Or.4.147c); τ. χειμερινός,
    14 KB (1,037 words) - 14:25, 14 January 2019
  • πατέρων πολλοὶ υἱεῑς φαῡλοι γίγνονται», Πλάτ.) νεοελλ. φρ. «φαύλος κύκλος» α) (λογ.) βλ. κύκλος β) μτφ. προβληματική κατάσταση που επαναλαμβάνεται χωρίς να βρεθεί
    7 KB (528 words) - 12:45, 29 September 2017
  • Ἠθικ. 923Α, 933Ε, κτλ. ΙΙ. ὁ ἐκλειπτικὸς (ἐνν. κύκλος) = ὁ ἡλιακός, οὕτως ὀνομασθεὶς ἐπειδὴ εἶναι ὁ κύκλος, ἐν τῷ ἐπιπέδῳ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ συμπέσωσιν
    6 KB (476 words) - 14:20, 14 January 2019
  • όν, ἀνήκων εἰς τὸν ἥλιον, κύκλος ἡλ. ὁ κύκλος τοῦ ἡλίου, ἡ ἐκλειπτικὴ (ἴδε ἐκλειπτικός), Διόδ. 1. 98∙ ἡλ. (ἐξυπακ. κύκλος), ὁ Κλεομήδ. 1. 4. κτλ.∙ ἔκλειψις
    7 KB (605 words) - 14:20, 14 January 2019
  • search band = δέσμα, δεσμός, ζευκτήριος, ζυγόν, ζωστήρ, ζώστρα, ζῶστρον, κύκλος, πέζα, στρόφιον, στροφίς, σύνδεσμος, σύνδετος, σφιγκτήρ Look up in: Google
    2 KB (205 words) - 19:57, 18 September 2019
  • Limit: P. and V. μέτρον, τό, ὅρος, ὁ. Circuit: P. and V. περίβολος, ὁ, κύκλος, ὁ, περίδρομος ὁ (Plat.), περιβολή, ἡ, Ar. and P., περιφορά, ἡ. Pair of
    2 KB (163 words) - 09:25, 21 July 2017
  • του κύκλου β) μαθ. καθένα από τα δύο ίσα τμήματα στα οποία χωρίζεται ένας κύκλος από μια διάμετρο αρχ. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἡμικύκλιον α) κάθισμα, έδρανο ημικυκλικό
    2 KB (120 words) - 12:45, 14 January 2019
  • το έδαφος ή με την επιφάνεια της θάλασσας νεοελλ. 1. αστρον. ο μέγιστος κύκλος της ουράνιας σφαίρας που σχηματίζεται από την τομή της με το οριζόντιο επίπεδο
    3 KB (271 words) - 12:10, 29 September 2017
  • figures d’animaux ; ὁ ζῳοφόρος κύκλος ou simpl. ὁ ζῳοφόρος, le zodiaque. Étymologie: ζῷον, φέρω. ζῳοφόρος: II ὁ (sc. κύκλος) зодиак Anth. дающий жизнь,
    1,020 bytes (86 words) - 23:05, 9 January 2019
  • Phaedr. 247B). V. οὐρανοῦ ἀναπτυχαί, αἱ (Soph., Frag.), or use Ar. and V. κύκλος, ὁ. Tomb: see tomb. Leap: see leap. v. trans. Leap over: Ar. ὑπερπηδᾶν (acc
    1 KB (126 words) - 18:28, 9 August 2017
  • τα σημεία κείνται επί ενός επιπέδου, όπως είναι λ.χ. ένα τρίγωνο ή ένας κύκλος στ) «χωρικό γεωμετρικό σχήμα» μαθ. κάθε μη γραμμικό και μη επίπεδο γεωμετρικό
    12 KB (902 words) - 12:54, 29 September 2017
  • περιαγωγή, ἡ, Ar. and P. περιφορά, ἡ, P. and V. στροφή, ἡ. Cycle: P. and V. κύκλος, ὁ, P. περίοδος, ἡ, V. περιδρομή, ἡ. Political upheaval: P. νεωτερισμός
    827 bytes (84 words) - 09:50, 21 July 2017
  • желудочек (τῆς καρδίας, τῶν νεφρῶν Arst.); 4) вогнутая сторона, вогнутость (ὁ κύκλος ἐν τῷ αὐτῷ πως τὸ κυρτὸν καὶ τὸ κ., sc. ἔχει Arst.); 5) (втянутый) бок (τὰ
    1,021 bytes (76 words) - 13:55, 31 January 2019
  • κατασκεύαζαν οι αρχαίοι Αιγύπτιοι με σταφίδες και μέλι 3. φρ. α) «ηλιακός κύκλος» — ο κύκλος του ήλιου, η εκλειπτική β) «κάνθαρος ηλιακός» — ηλιοκάνθαρος γ) «τροχίσκος
    4 KB (325 words) - 14:25, 14 January 2019
  • subs. Ball: P. σφαῖρα, ἡ. Disc, round body: P. and V. κύκλος, ὁ. The earth: P. and V. γῆ, ἡ. The inhabited world: P. ἡ οἰκουμένη. Look up globe on Perseus
    343 bytes (43 words) - 09:42, 21 July 2017
  • Phanocl.l.c., cf.Epigr.Gr.520 (Thessalonica); πτολέμοιο πεῖραρ Il.13.360; κύκλος (of the wheel of the ἴϋγξ) Pi.P.4.215; irremediable, S.El.230(lyr.): of
    9 KB (798 words) - 11:55, 10 January 2019
  • Anach.25: without the Art., Nic.Th.401; ὁ μ. κύκλος the meridian, Euc.Phaen. p.6 M., Gem.2.25: without κύκλος, Arist.Mete.362b11,375b29, Hipparch. 3.1.1
    12 KB (985 words) - 11:55, 26 February 2019
  • Clytus 1. [Seite 1526] ὁ, dim. von κύκλος, kleiner Kreis, Diosc. u. a. Sp. κυκλίσκος: ὁ, ὑποκορ. τοῦ κύκλος, τροχίσκος, μικρὸν στρογγύλον πρᾶγμα,
    3 KB (201 words) - 07:24, 1 January 2019
  • Αἰτ. 4. 11, 4· ὁ ἰσ. κύκλος, ὁ κύκλος τῆς σφαίρας ὁ ἀπέχων ἐξ ἴσου ἀπὸ τῶν δύο πόλων, Πλούτ. 2. 429F, κτλ.· ὁ ἰσημ. (δηλ. κύκλος) Πτολ.· ἰσ. χρόνοι, αἱ
    5 KB (403 words) - 11:20, 14 January 2019
  • γεφυροῦν (Plat.). subs. As a measure: P. σπιθαμή, ἡ. Of time: P. and V. κύκλος, ὁ P. περίοδος, ἡ. Compass: P. and V. περίβολος, ὁ; see compass. Look up
    484 bytes (87 words) - 11:45, 10 January 2019
  • ουράνιος ισημερινός τέμνει την εκλειπτική αρχ. φρ. α) «ἰσημερινός κύκλος» — ο κύκλος της σφαίρας ο οποίος απέχει εξίσου από τους δύο πόλους β) «ἰσημεριναὶ
    2 KB (173 words) - 11:10, 14 January 2019
  • Med., ξύλινον τεῖχος πολίταις Themist.Ep.8 :—Pass., ὁ περιτετειχισμένος κύκλος X.HG5.3.22.    III metaph., fortify, θεωρίαν ἐρείσμασι Vett.Val.334.10.
    5 KB (347 words) - 05:45, 10 January 2019
  • 320B). subs. Obeisance: P. προσκύνησις, ἡ. subs. Circular shape: P. and V. κύκλος, ὁ. Loop: P. and V. ἀγκύλη, ἡ (Xen.). Weapon: P. and V. τόξον, τό. Of a
    2 KB (253 words) - 17:58, 24 February 2019
  • guten Rädern versehene, Schol., oder schön gerundet, wie Eur. κύκλος, Ion 19; ὁ ταὐτοῦ κύκλος εὔτροχος ὤν Plat. Tim. 37 c, wo es aber "leicht beweglich" übersetzt
    8 KB (629 words) - 14:55, 9 January 2019
  • перьев (κύκλος Eur.; στέφανος Polyb.); 2) окрыленный, пернатый (θεοί Arph.). πτέρινος -η -ον [πτερόν] f. Dor. -α, van veren gemaakt:; κύκλος π. waaier
    4 KB (291 words) - 14:20, 9 January 2019
  • Comp.22; ἐγκώμιον IG9(2).531.45 (Larissa); στίχοι Sch.Ar.Pax1288; ἐ. κύκλος (v. κύκλος) ; παροιμίαι Heph.8.6. Adv. -κῶς, = λογίως, Suid. s.v. Μαρῖνος. [Seite
    2 KB (131 words) - 06:38, 29 September 2017
  • -η, -ο κύκλος αυτός που δεν έχει κύκλο ή δεν αποτελεί κύκλο. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    131 bytes (21 words) - 06:49, 29 September 2017
  • τμήματα κύκλου, γύρω από τον οποίο υπήρχε η αντίληψη ότι στρέφονταν ο ζωδιακός κύκλος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀκτα- (βλ. λ. οχτώ) + τρόπος (πρβλ. δωδεκά-τροπος)]. Αναζήτηση
    585 bytes (43 words) - 12:08, 29 September 2017
  • (για τα μάτια) ο εξωτερικός κύκλος του βολβού νεοελλ. 1. το φωτοστέφανο που περιβάλλει τις κεφαλές τών αγίων 2. ο ρόδινος κύκλος γύρω από τη θηλή του μαστού
    10 KB (1,016 words) - 15:55, 9 January 2019
  • Verg. G. 3, 166) kindred with κίρκος, κύκλος, circinus, I a circular figure, a circle: circulus aut orbis, qui κύκλος Graece dicitur, Cic. N. D. 2, 18, 47:
    8 KB (975 words) - 00:40, 28 February 2019
  • «κύλινδρος» < ρ. rouler «περιστρέφω, κυλίω» < rouelle, υποκορ. του roue «τροχός, κύκλος»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    1 KB (81 words) - 12:26, 29 September 2017
  • συνοδεύεται από χαρακτηριστικό ήχο δ) «γενεά σπορίων» (φυτοπαθ.) ο βιολογικός κύκλος ενός παρασίτου, ο οποίος περιλαμβάνει τα στάδια της μόλυνσης του ξενιστή
    3 KB (198 words) - 12:31, 29 September 2017
  • διάφορες περιουσιακές συνέπειες αρχ. 1. μεγάλη χρονική περίοδος, χρονικός κύκλος («περιπλομένων ένιαυτών», Ομ. Οδ.) 2. περίοδος εξακοσίων ετών 3. (ως κύρ
    4 KB (318 words) - 12:20, 15 February 2019
  • (perh. shaped like the mallow-seed, Phan.Hist.29), freq. in Com., πλακοῦντος κύκλος Ar.Ach.1125, cf. Alex.22 (pl., hex.); π. ἄρτος Ath.14.645d: also resolved
    5 KB (368 words) - 05:39, 10 January 2019
  • πλανήτες και οι δορυφόροι τους, οι αστερισμοί, οι γαλαξίες κ.ά. δ) «ουράνιος κύκλος» — καθεμιά από τις νοητές γραμμές που υποτίθεται ότι είναι χαραγμένες πάνω
    4 KB (349 words) - 12:11, 29 September 2017
  • -η, -ο ο αμφικυκλικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < αμφι- + κύκλος. Η λ. χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Χ. Τσούντα, αρχαιολόγο, το 1893]. Αναζήτηση σε: Google |
    367 bytes (29 words) - 06:52, 29 September 2017
  • σχήμα κύκλου 2. χρησιμοποιώ περιφράσεις κατά την ομιλία μου. [ΕΤΥΜΟΛ. < κύκλος + -γραφῶ (< -γράφος < γράφω)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    531 bytes (30 words) - 07:26, 29 September 2017
  • ἑπταμήκης, -ες (Α) φρ. «ἑπταμήκης κύκλος» — με αναφορά στη θεωρία τών Πυθαγορείων για την αρμονία τών πλανητικών σφαιρών. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    278 bytes (27 words) - 07:12, 29 September 2017
  • Phryn. 417 brauchte das Wort auch Men., den er darüber tadelt. γῦρος: ὁ, κύκλος, Πολύβ. 29. 11, 5· κυκλικὸς λάκκος πρὸς ἐμφύτευσιν δένδρου, Θεόφρ. Αἰτ.
    5 KB (439 words) - 20:40, 9 January 2019
  • subs. Use P. and V. κύκλος, ὁ. Look up disc on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full text
    139 bytes (24 words) - 09:27, 21 July 2017
  • καὶ συλλαβάς», Πλάτ.) 4. μονάδα 5. σημείο 6. γραμμή 7. επιφάνεια 8. κύκλος 9. αστερισμός του ζωδιακού κύκλου («ἔχων ἐνυφασμένα τὰ δώδεκα στοιχεῑα»
    12 KB (923 words) - 12:32, 29 September 2017
  • αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στα ζώδια νεοελλ. αστρον. φρ. α) «ζωδιακός κύκλος» — ουράνια ζώνη πλάτους 17° που διαιρείται σε δώδεκα ίσα μέρη, τα ζώδια
    1 KB (89 words) - 07:16, 29 September 2017
  • ές,    A shining unequally, κύκλος PMag.Par.1.1132. -ές que brilla irregularmente κύκλος PMag.4.1133. Source: ἀνισολαμπής ἀνισολαμπής, (-ές) (Α) αυτός
    782 bytes (45 words) - 06:55, 29 September 2017
  • tendit son grand arc qui s’arrondit ; rond, circulaire en gén. Étymologie: κύκλος, τείρω. ές (τείρω): circular, Od. 17.209; stretch or draw ‘into a circle
    7 KB (553 words) - 03:10, 10 January 2019
  • ἀλεκτορίδας ὄρνεον, F. cyaneus. II. εἶδος λύκου, Ὀππ. Κυν. 3. 304. ΙΙΙ. κύκλος, κατὰ τὸ πλεῖστον ἐν τῷ τύπῳ κρίκος (ὃ ἴδε)· ἐντεῦθεν, δακτύλιος, Πολυδ
    9 KB (811 words) - 15:10, 2 October 2019
  • τους κοινούς διαιρέτες δύο ή περισσότερων αριθμών γ) «μέγιστος κύκλος σφαίρας» μαθημ. ο κύκλος ο οποίος σχηματίζεται από την τομή σφαίρας από ένα επίπεδο το
    3 KB (289 words) - 14:10, 3 October 2019
  • κεκύκλωμαι Th.4.32 (in med. sense (ἐγ-) Ar.V.395): aor. ἐκυκλώθην X. Cyr.6.3.20: (κύκλος):—encircle, surround, Ὠκεανὸς… κυκλοῖ χθόνα E. Or.1379 (lyr.); πόλιν… κυκλώσας
    17 KB (1,500 words) - 14:00, 3 October 2019
  • καθεμιά από τις τέσσερεις ομάδες μεταμορφωμένων φύλλων του άνθους, αλλ. κύκλος μσν.-αρχ. 1. είδος οστρακοδέρμου 2. η κεφαλή ενός είδους του φυτού κινάρα
    4 KB (287 words) - 12:31, 29 September 2017
  • μσν. 1. φωτιά 2. μτφ. οργή, πάθος αρχ. 1. η οικογένεια, ο οικογενειακός κύκλος 2. βωμός θεών της οικογένειας και γενικά βωμός, θυσιαστήριο 3. η ιερή έδρα
    6 KB (520 words) - 06:32, 29 September 2017
  • ον, also α, ον Orph.A.981: (κύκλος):—   A circular, round, χοροί E.IT429 (lyr.), Aeschin.1.10; τὸ ἐ. σῶμα Arist.Cael.286a11; ἐ. κίνησις, φορά, motion in
    19 KB (1,805 words) - 14:30, 14 January 2019
  • Χριστοδ. Ἔκφρ. 269· ὁ εἰς ἑαυτὸν ὑποστρέφων, κύκλος Νόνν. Δ. 33. 272 κτλ. -ον que vuelve sobre sí mismo κύκλος Nonn.D.33.272 •que forma bucles naturales
    1 KB (94 words) - 06:26, 29 September 2017
  • περίπου φορές μεγαλύτερη από τη μάζα του ηλεκτρονίου, αλλ. πρώτο 2. φρ. «κύκλος πρωτονίου - πρωτονίου» ή «αλυσίδα πρωτονίου-πρωτονίου» (φυσ.-αστρον.) αλυσίδα
    1 KB (84 words) - 12:24, 29 September 2017
  • βρίσκεται σ' ένα από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα 3. φρ. «ἔγκεντρος κύκλος» — κύκλος ομόκεντρος με άλλον. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    2 KB (181 words) - 06:40, 31 December 2018
  • paroles circuler. Étymologie: κύκλος. wheel away, carry forth, of corpses, Il. 7.332†. κυκλέω: (ῠ φύσει), μέλ. -ήσω (κύκλος), I. 1. κινούμαι γύρω-γύρω
    14 KB (1,224 words) - 11:50, 26 February 2019
  • οὐρανίη Ἀνθ. Π. 9. 806, 11. 292: - ὁ κύκλος τοῦ κόσμου, τὸ πᾶν, Νόνν. Δ. 38. 108· ἄντ. ἡμιτόμου... σελήνης, ὁ ἡμίτομος κύκλος τῆς σελήνης, Μόσχ. 2. 88. 4) παρὰ
    16 KB (1,540 words) - 13:31, 2 October 2019
  • πόλους, πάνω στον οποίο βρίσκεται ένα ουράνιο σώμα β) «ωριαίος κύκλος» αστρον. κάθε μέγιστος κύκλος της ουράνιας σφαίρας που διέρχεται από τους δύο πόλους της
    2 KB (132 words) - 06:17, 29 September 2017
  • σχηματίζουν δίχτυ, σε Ομήρ. Ιλ. 2. κύκλος ή στεφάνη τροχού, τροχός μόνος του, σε Ησίοδ., Ηρόδ., Ευρ. 3. κάθε κύκλος ή δίσκος, λέγεται για τον ήλιο, στον
    11 KB (1,041 words) - 14:20, 2 October 2019
  • γεγονότα ή τύπους ανθρώπων που προκαλούν μεγάλη εντύπωση ή απορία. [ΕΤΥΜΟΛ. < κύκλος + -φορῶ (< -φόρος < φόρος < φέρω), πρβλ. δορυ-φορώ, καρπο-φορώ]. Αναζήτηση
    3 KB (208 words) - 06:42, 29 September 2017
  • αρχίζει να επαναλαμβάνεται ο κύκλος τών ηλιακών και σεληνιακών εκλείψεων αρχ. 1. χαλδαϊκός κύκλος 3.600 ετών 2. χαλδαϊκός κύκλος 222 μηνών. [ΕΤΥΜΟΛ. < ακκαδ
    3 KB (211 words) - 08:05, 31 December 2018
  • εναλλασσόμενου ρεύματος σε συνεχές αρχ. 1. το σεληνόφως 2. η περιφέρεια, ο κύκλος της σελήνης 3. (ως υποκορ. τ.) η σελήνη κατά τις πρώτες ή τις τελευταίες
    1 KB (104 words) - 12:28, 29 September 2017
  • I.1.49: also in Trag. (not E.), Νυκτὸς αἰανῆ τέκνα A.Eu.416; νυκτὸς αἰ. κύκλος S.Aj.672; αἰ. νόσος A.Eu.479,942 (lyr); αἰ. βάγματα Id.Pers.636 (lyr.);
    9 KB (776 words) - 13:30, 2 October 2019
  •    II Astron., sign of the Zodiac, διὰ μέσων τῶν ζ. Arist.Metaph.1073b20; ὁ κύκλος ὁ τῶν ζ. Id.Mete.343a24, cf. Plb.9.15. 7, Zeno Stoic.1.34, Hipparch.2.1
    4 KB (292 words) - 23:05, 9 January 2019
  • the milky way, Parm.11, Arist.Mete. 345a12, Arat.476; but ὁ τοῦ γάλακτος κύκλος Euc.Phaen.p.4M., Gem.5.69. [Seite 470] ακτος, τό (nach Eust. Od. 1761
    37 KB (3,576 words) - 13:15, 3 October 2019
  • (Α) ως κύριο όν. ὁ Κυκλοβόρος ονομασία χειμάρρου της Αττικής. [ΕΤΥΜΟΛ. < κύκλος + -βόρος (< βιβρώσκω «τρώγω»), πρβλ. σαρκο-βόρος, χρονοβόρος]. Αναζήτηση
    513 bytes (30 words) - 14:15, 14 January 2019
  • κ. Ἡμ. 424, Ἡρόδ. 4. 72, Εὐρ. Ἱππ. 1233· κύκλος ἁψῖδος, ὁ τροχὸς τοῦ κεραμέως, Ἀνθ. Πλαν. 101. 3) πᾶς κύκλος ἢ δίσκος, τὴν ἡμερίαν ἁψῖδα, ἐπὶ τοῦ ἡλίου
    2 KB (215 words) - 15:25, 15 August 2017
  • λαμποκοπώ («ἐν μέσῳ κατέλαμπε σάκει φαέθων κύκλος ἀελίοιο» — στη μέση της ασπίδας λαμποκοπούσε ο φωτεινός κύκλος του ήλιου, Ευρ.) μσν.-αρχ. 1. λάμπω πάνω
    6 KB (528 words) - 21:05, 20 August 2019
  • (Α) αυτός που δεν έχει την ίδια λάμψη σε όλα τα σημεία του («ἀνισολαμπὴς κύκλος»). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    222 bytes (26 words) - 06:55, 29 September 2017
  • κύκλῳ (Α) βλ. κύκλος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    70 bytes (13 words) - 06:42, 29 September 2017
  • ορος, ὁ, ἡ, (γαστήρ)    A hollow-bellied, hungry, A.Th. 1040: metaph., κ. κύκλος, of a hollow shield, ib.496. [Seite 1466] ορος, hohlbäuchig; λύκοι, d
    3 KB (210 words) - 03:00, 10 January 2019
  • θέαμα («καταντήσαμε αληθινό τσίρκο»)· [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. circo < λατ. circus «κύκλος»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    1 KB (85 words) - 12:58, 29 September 2017
  • στύλων, τῶν γλυφῶν ib.3 Ki. 7.41.    II Subst. στρεπτός, ὁ (in D.S.5.45, σ. κύκλος), collar of twisted or linked metal, χρύσεος σ. περιαυχένιος Hdt.3.20, cf
    15 KB (1,252 words) - 14:25, 14 January 2019
  • διατύπωση αρχ. 1. δρόμος γύρω από οικοδόμημα ή τοποθεσία 2. περιφέρεια, κύκλος 3. η μεταβίβαση πράγματος από τον ένα στον άλλο, από χέρι σε χέρι 4. ιατρ
    25 KB (2,003 words) - 21:05, 20 August 2019
  • ἀκοντίσαι» (Εκκλ. Μην.) «ἀκοντίζειν ἑαυτὰς ἐπὶ ποταμὸν» (Ευσέβ.) 3. φεγγοβολώ «κύκλος δὲ πανσέληνος ἠκόντιζ’ ἄνω» (Ευρ.) 4. (αμτβ.) ορμώ κάπου ή διαπερνώ κάτι
    2 KB (144 words) - 12:25, 15 February 2019
  • Müller προτείνει τὴν παραγωγὴν αὐτῆς ἐκ τοῦ λέγω, λόγος. ΙΙ. ὁ ζῳδιακὸς κύκλος ἢ ἡ ἐκλειπτική, ὡς ἐκ τῆς πλαγιότητος πρὸς τὸν ἰσημερινόν, Ἀχιλλ. Τατ. Εἰσαγ
    4 KB (381 words) - 09:55, 13 January 2019
  • 17, 392 u. sp. D. κυκλόσε: ἐπίρρ. (κύκλος) ἐν κύκλῳ ἢ εἰς κύκλον, περὶ δ’ αὐτὸν ἀγηγέραθ’, ὅσσοι ἄριστοι, κυκλόσ’ Ἰλ. Δ 212· διαστάντες τανύουσι κυκλόσε
    3 KB (223 words) - 03:08, 10 January 2019
  • (ΑΜ ἰνδικτιών, Μ και ἴνδικτος) εκκλ. μονάδα χρονολόγησης στην Εκκλησία, κύκλος 15 ετών καθένας από τους οποίους αρχίζει την 1η Σεπτεμβρίου. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορρά
    462 bytes (41 words) - 07:19, 29 September 2017
  • συγκράτηση 3. είδος παιχνιδιού, η κρικηλασία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. cerchio «κύκλος, στεφάνη»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    502 bytes (36 words) - 12:50, 29 September 2017
  • και κβαντρίβιουμ, το ο κύκλος τών τεσσάρων ελεύθερων τεχνών (αριθμητικής, γεωμετρίας, μουσικής, και αστρονομίας), τών οποίων η σπουδή αποτελούσε συνέχεια
    659 bytes (44 words) - 07:25, 29 September 2017
  • subs. P. and V. κύκλος, ὁ. Look up orb on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full text search
    134 bytes (23 words) - 09:47, 21 July 2017
  • το κυρτό της μέρος, αλλ. τόρος 3. μαθ. η επιφάνεια που ορίζεται όταν ένας κύκλος περιστραφεί στον χώρο γύρω από έναν άξονα ο οποίος βρίσκεται στο επίπεδό
    5 KB (406 words) - 12:30, 29 September 2017
  • subs. P. and V. κύκλος, ὁ, τροχός, ὁ. Of a ring: P. and V. σφενδόνη, ἡ. Look up hoop on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary
    315 bytes (68 words) - 18:25, 9 January 2019
  • δ) «μέχρι τέρματος ηλίου» — ώς τη συντέλεια του κόσμου ε) αστρον. «ηλίου κύκλος» — περίοδος 28 ετών κατά την οποία οι ημέρες της εβδομάδας επανέρχονται
    8 KB (663 words) - 08:50, 23 December 2018
  • Plut. Lys. 12 ist περ. πυροειδής feurige Masse. περιοχή: ἡ, (περιέχω) κύκλος, περιφέρεια, σφαίρας Πλούτ. 2. 892Ε· ἡ ἐκτὸς π., ἐπὶ τοῦ σώματος, Θεοφρ
    13 KB (995 words) - 14:15, 3 October 2019
  • i.e. (adverbially) all around: round about. (dative of the substantive κύκλος, a ring, circle (cf. English cycle)); from Homer down; the Sept. times without
    2 KB (250 words) - 13:55, 3 October 2019
  • (I) επίρρ. γύρω. (II) η 1. περιφορά, κύκλος 2. σειρά 3. φρ. α) «βγαίνω στη γύρα» — ζητιανεύω ή επιδιώκω κάτι συστηματικά και ενοχλητικά θ) «βγαίνω στη
    908 bytes (65 words) - 13:20, 8 January 2019
  • 199· ὅταν πλεύμων μὴ καθαρὰς παρέχῃ τὰς δ. Πλάτ. Τιμ. 84D, κτλ. 2) τροχιά, κύκλος, ἐπὶ τοῦ ἡλίου, Ἡρόδ. 2. 24, πρβλ. Εὐρ. Ἀνδρ. 1086· οὕτω, δ. ἄστρων Ἀριστ
    19 KB (1,782 words) - 13:25, 3 October 2019
  • are ἀμφίπολος (s. v.) = Lat. anculus and several words for car, wagon (s. κύκλος). Note still περίπολος m. patrolling guardian (Epich., Att.) = Skt. (Ved
    10 KB (1,161 words) - 15:35, 2 October 2019
  • ον, schief, schräg; ὁδός Her. 1. 180; τεῖχος Thuc. 6, 99; δοκοί 2, 76; κύκλος, die Ekliptik, Arist. mund. 2; τάφρος Polyaen. 6, 17; übertr., ἀποδείξεις
    4 KB (379 words) - 14:35, 2 October 2019
  • une révolution circulaire en parl. du temps. Étymologie: κύκλος. κυκλάς, -άδος, ἡ (Α) κύκλος 1. (για την ώρα) αυτή που επανέρχεται κυκλικά 2. αυτή που
    5 KB (462 words) - 13:05, 9 January 2019
  • 3. τεχνητή θήκη δοντιού 4. (ιδιωμ.) η νύφη, η σύζυγος γιου ή αδελφού 5. κύκλος 6. η υψηλότερη τονική έκταση σε μελωδία 7. φρ. α) «κορόνα-γράμματα» — είδος
    2 KB (139 words) - 07:25, 29 September 2017
  • («Ἶριν δ' ὤτρυνε χρυσόπτερον ἀγγελέουσαν», Ομ. Ιλ.) 2. κάθε ποικιλόχρωμος κύκλος που περιβάλλει άλλα σώματα, όπως π.χ. τη Σελήνη, τη φλόγα λαμπάδας κ.λπ
    4 KB (307 words) - 08:50, 23 December 2018
  • tout autour. Étymologie: κύκλος, -θεν. adverb from the same as κύκλῳ; from the circle, i.e. all around: (round) about. (κύκλος (see κύκλῳ)), adverb round
    4 KB (410 words) - 13:55, 3 October 2019
  • 65· πρβλ. ὡσαύτως σεληναίη· - τὸ «φεγγάρι», Λατ. luna, Ὅμ., κλ., πρβλ. κύκλος ΙΙ. 4· σ. πλήθουσα, ἡ πανσέληνος, Ἰλ. Σ. 484· σ. ἀεξομένη, ὀλίγη κεράεσσι
    22 KB (2,035 words) - 14:25, 3 October 2019
  • Mete.364b2; τροπέων τῶν θερινέων Hdt.2.19; θ. κύκλος, Tropic of Cancer, Ph.1.27; θ. τροπικός (sc. κύκλος) Euc.Phaen.p.34 M., Cleom.1.7, Gem.5.39, al.;
    5 KB (423 words) - 21:05, 20 August 2019
  • cervix, id. ib. 10, 137: gemma, Mart. 8, 45, 2: circulus, the Gr. γαλαξίας κύκλος, the Milky Way, Cic. Rep. 6, 16, 16; also, via, Ov. M. 1, 168.—    B Illa
    2 KB (289 words) - 04:25, 28 February 2019
  • развертывать (ὁ κύκλος ἐξελιττόμενος Arst.); преимущ. воен. развертывать, располагать по фронту (τὴν φάλαγγα Xen.); 3) med. развертываясь описывать (ὁ κύκλος ἐξελίττεται
    15 KB (1,211 words) - 22:05, 9 January 2019
  •    A moving athwart, λ. κύκλος the ecliptic, Sch. Hes.Op.381 (p.208 G.) λοξοκίνητος: -ον, ὁ κινούμενος λοξῶς, πλαγίως, λ. κύκλος, ἡ ἐκλειπτική, Σχόλ. εἰς
    1 KB (63 words) - 16:30, 2 February 2019
  • subs. P. and V. περιβολή, ἡ, κύκλος, ὁ, περίβολος, ὁ. Precincts of a temple: P. and V. τέμενος, τό, ἄλσος, τό. Of the precincts, adj.: V. τεμένιος. Consecrate
    429 bytes (50 words) - 09:48, 21 July 2017
  • ενιαύσιος, ετήσιος, που γίνεται κάθε χρόνο («ἐνιαυσιαῑον ζῴδιον», «ἐνιαυσιαῑος κύκλος») 2. ο ενός έτους, μονοετής, χρονιάρικος («καταλιπόντος δὲ Λαβδάκου παῑδα
    628 bytes (44 words) - 06:32, 29 September 2017
  • κυκλάριος, -ον (Μ) κύκλος περιπλανώμενος, οδοιπόρος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    127 bytes (15 words) - 06:42, 29 September 2017
  • περπατώ σχηματίζοντας κύκλους, κάνω γύρο. [ΕΤΥΜΟΛ. < κύκλος + -δρομώ (< -δρόμος < δρόμος), πρβλ. παγο-δρομώ, σταδιο-δρομώ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    468 bytes (24 words) - 06:41, 29 September 2017
  • κυκλοσοβῶ, -έω (Α) περιστρέφω («πόδα κυκλοσοβεῑτε», Αριστοφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < κύκλος + σοβῶ «κινώ»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    333 bytes (20 words) - 07:26, 29 September 2017
  • που διαγράφει κυκλική τροχιά. επίρρ... κυκλοφερῶς (Μ) κυκλικά. [ΕΤΥΜΟΛ. < κύκλος + -φερής (< φέρω), πρβλ. οινο-φερής, πυρι-φερής]. Αναζήτηση σε: Google
    528 bytes (30 words) - 07:26, 29 September 2017
  • κυκλόπους, -οδος, ὁ (Μ) κυκλικό υπόδημα χιονοβασίας. [ΕΤΥΜΟΛ. < κύκλος + πούς. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    286 bytes (19 words) - 07:26, 29 September 2017
  • Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. oxytetracycline < οξ(υ)- + tetracycline (< τετρα- + κύκλος)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    778 bytes (46 words) - 12:10, 29 September 2017
  • το, Ν κύκλος σπουδών που περιείχε τρεις ελευθέριες τέχνες, τη γραμματική, τη ρητορική και τη διαλεκτική, οι οποίες διδάσκονταν πριν από το κουαντρίβιουμ
    404 bytes (37 words) - 12:57, 29 September 2017
  • καταθλιπτικού τύπου. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. cyclothymia < cycl(o)- (< κύκλος) + -thymia (< -θυμία < θυμός)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    616 bytes (35 words) - 07:26, 29 September 2017
  • μετακυκλεῑσθαι», Πλάτ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < μετ(α)- + κυκλοῦμαι «μεταβάλλομαι» (< κύκλος)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    562 bytes (34 words) - 07:38, 29 September 2017
  • maps) Hdt.4.36; τροχὸς τόρνῳ γραφόμενος E.Ba.1067 (perh. in signf. 11); κύκλος τις ὡς τόρνοισιν ἐκμετρούμενος Id.Fr.382.3.    2 κύκλου τ. the centre of
    11 KB (973 words) - 15:55, 2 October 2019
  • λαβεῖν, of the earth, D.L.2.9, cf. Pl.Amat.132b; of the ecliptic (ὁ λοξὸς κύκλος), Arist.GC336b4; of ground, ἔ. ἔχειν πρὸς ἕω Id.Pol.1330a39; εἰς νότον Porph
    8 KB (751 words) - 20:40, 5 January 2019
  •    A measure out, measure, χρόνον E.IA816; κύκλος τις ὡς τόρνοισιν ἐκμετρούμενος Id.Fr.382; ἐ. τὸν βίον to end life, to die, Tz. H.3.800: abs., measure
    7 KB (679 words) - 14:00, 9 January 2019
  • ου, ὁ, (ὄψομαι)    A all-seeing, κύκλος ἡλίου A.Pr.91, cf. Porph.Abst.2.26; of Zeus, A.Eu.1045 (lyr.), Orph.Fr.170; π. οἰοβουκόλος, of Argus, A.Supp.304
    4 KB (266 words) - 05:10, 10 January 2019
  • ἐργασία, of the Hermes-statues, Th.6.27; πρόσωπον -ότερον Arist.Phgn.809b16; κύκλος τετράγωνος ταῖς ἐπιφανείαις a ring with four surfaces, the breadth of the
    13 KB (1,032 words) - 14:35, 3 October 2019
  • με άλλον. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + κυκλῶ (Ι) / -οῦμαι «περιφέρω, περιστρέφω» (< κύκλος)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    813 bytes (50 words) - 12:35, 29 September 2017
  • εντελώς, περικλείω. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + κυκλῶ / -ώνω «περιβάλλω, περικυκλώνω» (< κύκλος)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    823 bytes (44 words) - 12:35, 29 September 2017
  • περίπλοκης πολυλειτουργικής μεταβολικής οδού, γνωστής ως κύκλος του φωσφογλυκουρονικού οξέος ή κύκλος τών φωσφορικών πεντοζών. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ
    688 bytes (51 words) - 12:45, 29 September 2017
  • κέντρον ἀφ' οὖ πᾶσαι γραμμαί Plot.1.7.1, 3.8.8, 4.2.1. 3 circunferencia κύκλος ἐστὶ σχῆμα ἐπίπεδον ὑπὸ μιᾶς γραμμῆς περιεχόμενον Euc.1 Def.15, ἡ γ. ἡ γινομένη
    26 KB (2,380 words) - 06:20, 10 January 2019
  • π. περὶ τὴν νῆσον Pl. Criti.115e: c. acc. loci, τὸ ἄγκος αἱμασιῆς τις π. κύκλος Hdt.6.74; π. κύκλῳ τὸν φραγμόν X.Cyn.11.4, cf. Luc.Nigr.22; π. τὴν 'Ιταλίαν
    9 KB (740 words) - 05:25, 10 January 2019
  • Τίρυνθας, τών Μυκηνών και άλλων πόλεων, κατά αρχαία παράδοση. [ΕΤΥΜΟΛ. < κύκλος + -ωψ (< ὄπωπα) πρβλ. κέρκ-ωψ, νυκτάλ-ωψ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    2 KB (161 words) - 11:10, 19 December 2018
  • vratŭ «τράχηλος»: vratiti «γυρίζω, στρέφω», λιθουαν. kāklas «τράχηλος»: ελλ. κύκλος). Το -α- του τ. τράχηλος μπορεί να ερμηνευθεί ως προϊόν αντιπροσώπευσης
    19 KB (1,695 words) - 14:35, 3 October 2019
  • κύκλος    A zodiac, Vett. Val.172.32. -ον de doce signos κύκλος δ. zodiaco Vett.Val.163.26. Source: δυοκαιδεκάζῳδος
    592 bytes (20 words) - 14:15, 4 January 2019
  • sangre de una herida, Veg.Mul.1.22.5, 1.26.4. 2 abs. lanzar rayos, irradiar κύκλος δὲ πανσέληνος ἠκόντιζ' ἄνω E.Io 1155 •en v. med. relampaguear φλόγες Arist
    16 KB (1,424 words) - 21:10, 20 August 2019
  • τον τ. κύκλος, κατά το σησάμινος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο κυκλάμινος -ου, ἡ [κύκλος] cyclaam
    2 KB (140 words) - 23:16, 31 December 2018
  • (   A ἄρκτος 1.2) near the Bear, arctic, northern, πόλος Arist.Mu.392a3; κύκλος Hipparch.1.7.6, etc.: pl., Gem.5.10; -κά, τά, the northern constellations
    5 KB (435 words) - 12:15, 10 January 2019
  • (I) κυκλῶ, -έω (Α) κύκλος 1. μεταφέρω με άμαξα («κυκλήσομεν ἐνθάδε νεκρούς», Ομ. Ιλ.) 2. κινώ γύρω γύρω, κυκλικά, περιφέρω («πόδα... ἀνὰ κύκλον κυκλεῑς»
    1 KB (85 words) - 13:45, 8 January 2019
  • ον, (κύκλος)    A semicircular, Sch. A.R.4.1613:—also ἡμί-κυκλος, ον, στοά Philostr.Im.1.12, cf. Hld.8.14.    II as Subst., ἡμι-κύκλιον, τό, semicircle
    5 KB (342 words) - 12:45, 14 January 2019
  • add fitting gifts, S.Tr.494.    II intr., attach oneself, Arist.GA718a28; κύκλος προσαρμόττων κέντρῳ Plot.4.4.16.    2 suit or agree with a thing, τὸ προσαρμόττον
    9 KB (738 words) - 00:30, 10 January 2019
  • Μετεωρ. 3. 4, 9. 2) πᾶς φωτεινὸς κύκλος περί τι λάμπον σῶμα, ὡς ἡ ἅλως, κοινῶς τὸ «ἁλῶνι» τῆς σελήνης ἢ ὁ φωτεινὸς κύκλος πέριξ τῆς φλογὸς καιομένης λαμπάδος
    14 KB (1,355 words) - 14:55, 2 October 2019
  • s. v. l.).    III without beginning, Parm.8.27, Ocell. 1.2, S.E.M.7.312; κύκλος ἄ. καὶ ἀτελεύτητος Procl.Inst.146; ἄ. δίκη PLips.33 ii 5 (iv A. D.).    b
    7 KB (592 words) - 11:50, 10 January 2019
  • time, Lyd.Mag.2.16. τροχίσκος: ὁ, ὑποκορ. τοῦ τροχός, μικρὸς τροχὸς ἢ κύκλος. κυκλίσκος, Ἀριστ. Μηχαν. ἐν τῷ προοιμ. 11, Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 9. 9, 1
    3 KB (184 words) - 09:52, 31 December 2018
  • εὐθυγραμματίζω (Α) ανάγω σε ευθύγραμμο σχήμα («ὁ κύκλος εὐθυγραμματίζεται»). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευθυ- + γραμματίζω]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    356 bytes (21 words) - 07:14, 29 September 2017
  • ο (Α ἐπίκυκλος) αστρον. κύκλος που το κέντρο του βρίσκεται στην περιφέρεια άλλου κύκλου. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    205 bytes (23 words) - 06:31, 29 September 2017
  • κυκλιαῑος, -αία, -ον (Μ) κύκλος αυτός που προορίζεται για το κύκλευμα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr |
    154 bytes (20 words) - 06:42, 29 September 2017
  • -ον (Α) κυκλικός (ιδίως για επιδέσμους). [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + εγκύκλιος (< κύκλος)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    353 bytes (20 words) - 06:31, 29 September 2017
  • (Α) (για την ουρά δράκοντος) ελικοειδής, οφιοειδής. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγκύλος + κύκλος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    331 bytes (21 words) - 06:18, 29 September 2017
  • ἀνήκει εἰς ἄλλην ῥίζαν, Curt. Gr. Et. ἀρ. 612). ου (ὁ) : I. soleil : ἡλίου κύκλος ESCHL le disque du soleil ; ἔστ’ ἂν αὐτὸς ἥλιος ταύτῃ μὲν αἴρῃ, τῇδε δ’
    38 KB (3,707 words) - 13:45, 3 October 2019
  • Epigr.2.509.6 (Eltynia, prob. v B. C.): v. infr. (Acc. to Hsch. χορός = κύκλος, στέφανος, and therefore prop. denotes a ring-dance.) [Seite 1366] 1)
    43 KB (3,971 words) - 14:45, 3 October 2019
  • κωνικὴ τομή, Ἀπολλώνιος Περγ. Κωνικ. 1. 13, καλεῖται οὕτως ἴσως διότι εἶναι κύκλος ἐλλιπής, ἴδε Εὐτόκιον εἰς Ἀπολλώνιον. -εως, ἡ • Morfología: [gen. sg
    12 KB (1,143 words) - 10:09, 18 September 2019
  • Phld. D.3.8,9.    b Geom., radius, κέντρῳ τῷ Α, διαστήματι τῷ ΑΒ, γεγράφθω κύκλος Euc.1.1, cf. Ph.Bel.52.14; of a sphere, Autol. 6.    c aperture, ἀγγεῖον
    16 KB (1,673 words) - 13:25, 3 October 2019
  • κοσμήματος ὁμοίου πρὸς ὄφιν, Ἀνθ. Π. 6. 207· - μεταφ., αἰῶνος σπ., περίοδος, κύκλος, Ἀνθ. Π. παράρτ. 109. 2) = σπάργανον. Νικ. Ἀλεξιφ. 417. 3) συνεστραμμένον
    5 KB (322 words) - 01:05, 10 January 2019
  • στο οποίο περιέχεται ο νότιος πόλος γ) «νότιος ή ανταρκτικός πολικός κύκλος» — ο κύκλος της ουράνιας ή της γήινης σφαίρας που απέχει από τον νότιο πόλο καθεμιάς
    11 KB (940 words) - 13:10, 9 January 2019
  • chorus Hor. Ep. 2, 2, 77, la troupe des écrivains. chorus, ī, m. (χορός = κύκλος nach Hesych.), I) der Rundtanz, Chortanz, Reigen, Reihen, Hor., Tibull.
    6 KB (746 words) - 00:35, 28 February 2019
  • σχηματίζουσιν, «τροχιαί. αἱ τῶν τροχῶν χαράξεις» Ἡσύχ., Φώτ., κτλ. ΙΙ. περιφέρεια, ὁ κύκλος τοῦ τροχοῦ, Ἀνθ. Π. 7. 478, πρβλ. 9, 418, Νικ. Θηρ. 816. ᾶς (ἡ) : 1 trace
    6 KB (512 words) - 14:35, 3 October 2019
  • adj. круглоокий, т. е. круглый (κούρη Emped. ap. Arst.). κύκλωψ -ωπος [κύκλος, ὤψ?] rond als een oog:; κ. σελήνη de maan, rond als een oog Parm. B 10
    795 bytes (88 words) - 07:24, 1 January 2019
  • demi-cercle; 3 voûte semi-circulaire, voûte plein cintre. Étymologie: ἡμι-, κύκλος. ἡμῐκύκλιον: τό 1) полуокружность, полукруг Arst.; 2) полукружная скамья
    959 bytes (96 words) - 20:58, 4 January 2019
  • εἰς τὸ μελάντατον Luc.Herc.1; ἡ δ. ζώνη the torrid zone, Str.2.1.13, al.; κύκλος Placit.2.30.1; ὥρα ἔτους Ar.Did.Epit.26; δ. ὑπ. ὀργῆς πρόσωπον flushed with
    10 KB (896 words) - 20:50, 9 January 2019
  • ες,    A dividing in twain, κύκλος… μηνὸς διχήρης, of the moon, E.Ion1156. [Seite 646] μηνός, wird der Mond Eur. Ion 1171 genannt, was gew. der Zertheiler
    2 KB (137 words) - 11:30, 26 February 2019
  • οφθαλμού. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. cycloplegia < cycl(o)- (< κύκλος) + -plegia (< -πληγία < πληγή)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    611 bytes (34 words) - 07:26, 29 September 2017
  • [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. cyclanthaceae < cyclanthus (< cycl- < κύκλος + -anthus < ἄνθος-) + κατάλ. -aceae (πληθ. της λατ. κατάλ. -aceus)]. Αναζήτηση
    645 bytes (33 words) - 07:26, 29 September 2017
  • το, Ν όχημα, ποδήλατο ή μηχανοκίνητο, με τρεις τροχούς. [ΕΤΥΜΟΛ. < τρι- + κύκλος «τροχός» (πρβλ. δί-κυκλο). Η λ., στον λόγιο τ. τρίκυκλον, μαρτυρείται από
    520 bytes (38 words) - 12:51, 29 September 2017
  • (I) ο, Ν 1. κίνηση εμπορικών συναλλαγών, κύκλος εργασιών 2. συνολικό μικτό κέρδος ορισμένης χρονικής περιόδου. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. giro < λατ. gyrus < γῦρος
    582 bytes (37 words) - 12:05, 10 January 2019
  • γεωδαισιακές αποστάσεις από ένα τυχόν σημείο της είναι ίσες, αλλ. γεωδαιτικός κύκλος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    347 bytes (34 words) - 12:55, 29 September 2017
  • subs. P. and V. ἀσπίς, ἡ, V. σάκος, τό, κύκλος, ὁ; see shield. Look up buckler on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary |
    198 bytes (30 words) - 09:25, 21 July 2017
  • Ὀλύμπου, of Aries, Nonn.D. 1.181.    II with a navel or boss in the middle, κύκλος, of the letter Θ, Agatho 4; of a φιάλη, Ion Trag.20 (lyr.), Theopomp.Com
    5 KB (465 words) - 12:20, 9 January 2019
  • αποφεύγω τον πόλεμο, μένω μακριά από τον πόλεμο 3. φρ. «ὁ μένων κύκλος» — ο σταθερός κύκλος. [ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. μένω ανάγεται σε ΙΕ ρίζα men- «μένω, παραμένω»
    59 KB (5,912 words) - 14:05, 3 October 2019
  • 108, Εὐρ. Βάκχ. 133, Πλάτ. Νόμ. 834Ε. 2) (ἐξυπακουομένου τοῦ περίοδος), κύκλος ἢ περίοδος τριῶν ἐτῶν, Ἀριστ. Πολιτ. 5. 8, 10· - οὕτω, τ. ὧραι Ὀρφ. Ὕμν
    4 KB (324 words) - 01:55, 10 January 2019
  • περικυκλώνω, Ἀππ. Ἐμφύλ. 4. 71. moverse en círculo, girar κυκλεύω (AM) κύκλος 1. περιστρέφω κυκλικά («περὶ τὸν περινεὸν κυκλεύειν τὸ ὀθόνιον», Ιπποκρ
    4 KB (357 words) - 14:00, 3 October 2019
  • 669, AP7.372 (Loll. Bass.); ἡ. μισθός PMasp.164.6 (vi A.D.).    II daily, κύκλος Ph.1.92 (nisi leg. ἡμερ<ής>ιος).—Poet. Adj., for in X.Oec.21.3 ἡμερινός
    4 KB (356 words) - 23:05, 9 January 2019
  • enim σφαῖραν interpretari placet), ex planis autem circulus aut orbis, qui κύκλος Graece dicitur, Cic. N. D. 2, 18, 47: ille globus, quae terra dicitur, id
    5 KB (675 words) - 03:20, 28 February 2019
  • Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 944· πρβλ. Κυκλώπειος, Κυκλώπιος. Περὶ τῆς ποσότητος ἴδε κύκλος ἐν τέλ. ωπος (ὁ) : 1 Cyclope d’ord. au plur., litt. « qui roule les yeux »
    9 KB (840 words) - 13:35, 2 October 2019
  • στίβος, το ορισμένο για τους αγώνες τμήμα σταδίου ή ιπποδρόμου 4. η τροχιά, ο κύκλος που σχηματίζεται από περιστροφή ή περιφορά («τὸν τοῦ ἡλίου περίδρομον»)
    15 KB (1,206 words) - 12:05, 26 February 2019
  • «καμπύλος, κυρτός», λατ. cortina «καζάνι, κοίλωμα», ιρλδ. cor «περιστροφή, κύκλος», λιθουαν. kreīvas, αρχ. σλαβ. krivū «καμπύλος» και τη λ. κορώνη «το κυρτό
    12 KB (993 words) - 15:10, 2 October 2019
  • Wikipedia | Google | LSJ full text search hŏrīzon: ontis, m., = ὁρίζων (sc. κύκλος or ἀήρ). I The horizon (pure Lat. finiens and finitor), Macr. Somn. Scip
    2 KB (243 words) - 03:35, 28 February 2019
  • αυτός που έχει, που σχηματίζει αναρίθμητους κύκλους. [ΕΤΥΜΟΛ. < μυρι(ο)- + κύκλος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    447 bytes (30 words) - 12:01, 29 September 2017
  • cȳ̆clus: i, m., = κύκλος, I a circle. I Lit.: cycli axium, Isid. Orig. 3, 36.— II Transf.    A Astron. t. t., a cycle, recurring period: paschalis, the
    2 KB (281 words) - 01:55, 28 February 2019
  • ές, = sq., χοροῦ κύκλος Orac. ap. Porph.Plot.22 (acc. -δίνεα codd.).
    428 bytes (12 words) - 21:54, 8 February 2013
  • (ψυχιατρ.) ψυχική διαταραχή, κατά την οποία μία μόνο ιδέα ή ένας περιορισμένος κύκλος ιδεών απασχολεί όλες τις διανοητικές λειτουργίες του ασθενούς, αλλ. ιδεοληψία
    888 bytes (67 words) - 07:40, 29 September 2017
  • μεγάλων διαστάσεων σε σύγκριση με το μήκος κύματος του φωτός 2. φωτεινός κύκλος που περιβάλλει τις κεφαλές του Χριστού, της Παναγίας και τών αγίων στις
    1 KB (106 words) - 13:00, 29 September 2017
  • ές,    A with circling rays, κύκλος, of the sun, Orph.Fr.236.1; of the moon, Cat.Cod.Astr.1.173. [Seite 797] strahlenschwingend, Orph. frg. 7, 25.
    1 KB (72 words) - 07:07, 29 September 2017
  • - γραμμὴ μαθ., ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ γρ. φυσική, ὁ αὐτ. ἐν Φυσ. 2. 2, 4· κύκλος μ. ὁ αὐτ. Μετὰ τὰ Φυσ. 6. 10, 17, πρβλ. 5. 1, 9· οὕτως ἁρμονικὴ ἥ τε μαθ
    9 KB (689 words) - 12:30, 14 January 2019
  •    A signifer, ib. [Seite 1142] κύκλος, = ζωδιακός, Sp. ζῳδιοφόρος: -ον, φέρων ζῴδια ἢ ζῷα, κύκλος ζ. = ὁ ζῳδιακός, Ἐκκλ. ζῳδιοφὁρος, -ον (Α) 1.
    1 KB (49 words) - 14:15, 4 January 2019
  • die Wölbung der Augenbrauen. ἴτυς: ἴδε ἐν τέλ., υος, ἡ, ὡς τὸ ἄντυξ, κύκλος ἢ περιθώριον κατεσκευασμένον ἐξ ἰτέας (πρβλ. ἰτέα) ἐν χρήσει παρ᾿ Ὁμ. (μόνον
    11 KB (1,069 words) - 13:55, 2 October 2019
  • κύκλος, dub. sens. in Call.Iamb.1.126 (cf. D.S.10.6); perh. referring to the Pythagorean harmony of the planetary spheres. ἑπταμήκης, -ες (Α) φρ. «ἑπταμήκης
    783 bytes (50 words) - 06:32, 29 September 2017
  • reduce to a rectilinear figure, ὁ κύκλος -ίζεται Phlp.in APr.477.2. εὐθυγραμματίζω (Α) ανάγω σε ευθύγραμμο σχήμα («ὁ κύκλος εὐθυγραμματίζεται»). [ΕΤΥΜΟΛ.
    924 bytes (35 words) - 06:39, 29 September 2017
  • Eust.726.16. κρίκωμα: τό, κρίκος, κύκλος, Εὐστ. 726. 16. κρίκωμα, τὸ (Μ) κρικοῡμαι κρίκος, κρικέλλι, κύκλος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    644 bytes (31 words) - 07:26, 29 September 2017
  • αὐτοέλικτος, -ον (Α) 1. (για μαλλιά) σγουρός 2. «αὐτοέλικτος κύκλος» — κύκλος που περιστρέφεται κανονικά. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    249 bytes (23 words) - 06:27, 29 September 2017
  • υψομέτρων δύο σημείων της επιφάνειας της Γης ζ) «υψομετρικός κύκλος» (τοπογρ.) κατακόρυφος κύκλος πάνω στον οποίο μετρούνται οι υψομετρικές γωνίες η) «υψομετρικός
    3 KB (179 words) - 12:44, 29 September 2017
  • πατέρων πολλοὶ υἱεῑς φαῡλοι γίγνονται», Πλάτ.) νεοελλ. φρ. «φαύλος κύκλος» α) (λογ.) βλ. κύκλος β) μτφ. προβληματική κατάσταση που επαναλαμβάνεται χωρίς να βρεθεί
    38 KB (3,160 words) - 14:35, 3 October 2019
  • Φερεκρ. ἐν Ἀδήλ. 75. 4) εἶδος ἐπιδέσμου, Γαλην. 12. 476. V. = κίρκινος, κύκλος, Σέξτ. Ἐμπ. π. Μ. 10. 54· - τὰ καρκίνα σπειροῦχα, ἐν Ἀνθ. Π. 6. 295, φαίνεται
    21 KB (1,775 words) - 14:55, 2 October 2019
  • ἡ (κύκλος), στρογγυλός, σε Ανθ. κυκλιάς: άδος (ᾰδ) adj. кругообразный, круглый (τυροί Anth.). κυκλιάς, -άδος [κύκλος] als adj., rond. κύκλος round
    1 KB (87 words) - 12:15, 9 January 2019
  • rest (oxymoron, cf. Sch.). ἀ-γώνιος (B), ον,    A without angle, ἀ. σχῆμα ὁ κύκλος Arist.Metaph. 1020a35, cf. Thphr.HP3.14.2. [Seite 31] ohne Winkel, γωνία
    8 KB (738 words) - 11:20, 10 January 2019
  • κυκλικός, Ἀθήν. 328D· τὸ κ. Πλούτ. 2. 1004C. ής, ές : circulaire. Étymologie: κύκλος, εἶδος. -ές (AM κυκλοειδής, -ές) αυτός που μοιάζει με κύκλο, κυκλικός
    2 KB (129 words) - 09:55, 11 February 2019
  • of constellations, Ἠριδανός Nonn.D.23.298, al.    II traversed by stars, κύκλος Ὀλύμπου ib.32.10, al. [Seite 375] unter Sternen wandelnd, Nonn. D. 2,
    2 KB (128 words) - 06:59, 29 September 2017
  • Philostr.VS1.17.3; ἡδονὴ δ. [ποιημάτων] Id.Her.18.1.    2 pass over, ἡλίου κύκλος μέσον πόρον διῆκε A.Pers. 505.    3 discuss in detail, Gal. l.c. διήκω:
    13 KB (1,292 words) - 11:35, 26 February 2019
  • Becher. ἐνιαυτός: ὁ, (ἔνος, ὃ ἴδε), κυρίως πᾶσα μακρὰ περίοδος χρόνου, κύκλος, περίοδος, «ἐνιαυτὸς δὲ ὁ μακρὸς χρόνος καὶ διατριβὴν ἔχων πολλήν, παρὰ
    35 KB (3,658 words) - 13:32, 3 October 2019
  • heiß werden, ὑπὸ σποδοῦ ἤλασα πολλῆς, εἵως θερμαίνοιτο Od. 9, 375, ἡλίο υ κύκλος μέσον πόρον διῆκε θερμαίνων φλογί Aesch. Pers. 497; ἥλιος θερμαίνων χθόνα
    13 KB (1,008 words) - 13:45, 3 October 2019
  • von 12 Jahren, Geop. u. Sp. δωδεκαετηρίς: -ίδος, ἡ, χρονικὸν διάστημα ἢ κύκλος δώδεκα ἐτῶν, Γεωπ. 1, 12, Τζέτζ. -ίδος, ἡ ciclo de doce añosdel planeta
    1 KB (88 words) - 12:27, 21 August 2017
  • ἡ, Α τριέτηρος κύκλος ή περίοδος τριών ετών. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    114 bytes (17 words) - 12:57, 29 September 2017
  • έξι τροχούς («ἅμαξαι ἑξάκυκλοι»). [ΕΤΥΜΟΛ. < ἕξα- < εξ (πρβλ. εξάγραμμα) + κύκλος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    599 bytes (37 words) - 07:09, 29 September 2017
  • τών γυναικείων μαλλιών στην κορυφή, κότσος αρχ. επιστροφή στο ίδιο σημείο, κύκλος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    338 bytes (29 words) - 06:20, 29 September 2017
  • ὀκτωκαιεικοσαετηρίς, ἡ (Μ) κύκλος, περίοδος είκοσι οκτώ ετών. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀκτώ + καὶ + εἴκοσι + -ετηρίς (< ἐτήρ)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    470 bytes (23 words) - 12:08, 29 September 2017
  • (βιοχ.) η φωσφορική πεντόζη 2. φρ. «μεταβολική οδός φωσφοπεντόζης» (βιοχ.) ο κύκλος του φωσφογλυκουρονικού οξέος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    291 bytes (27 words) - 12:47, 29 September 2017
  • που έχει υψηλό τόξο, υψηλή αψίδα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὕψι «ψηλά» + ἄντυξ, -υγος «κύκλος, τόξο» (πρβλ. εὐ-άντυξ)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    408 bytes (30 words) - 12:52, 29 September 2017
  • ἀστραγάλους τοὺς ὑποτιθεμένους τῷ πυθμένι τῶν τριπόδων». [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- + κύκλος (πρβλ. ἔγκυκλος)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    620 bytes (44 words) - 12:45, 14 January 2019
  • το, Ν κύκλος αγώνων, διοργάνωση αθλητικών συναντήσεων. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. tournoi < ρ. tournoyer «περιφέρομαι, περιπλανώμαι»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    366 bytes (23 words) - 12:57, 29 September 2017
  • Subst., frieze, Vitr.3.5.10.    2 ὁ ζ. κύκλος,= ὁ ζῳδιακός, Arist.Mu.392a11, Corp.Herm.13.12, etc.; without κύκλος, Ph.2.153, AP14.124; σφαῖρα ἡ ζ. (ζωηφ-
    3 KB (182 words) - 11:30, 14 January 2019
  • εὐστρογγύλως (Μ) επίρρ. με τρόπο ώστε να σχηματίζεται κανονικός κύκλος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr |
    167 bytes (19 words) - 07:15, 29 September 2017
  • -έω, Α κυλώ κάτι προς τα εμπρός ή προς τα έξω. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ- + κυκλῶ (< κύκλος)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    343 bytes (24 words) - 12:22, 29 September 2017
  • από τα άστρα 2. εκείνος που τ' άστρα περνούν ανάμεσά του («ἀστερόφοιτος κύκλος Ὀλύμπου», Nόv.). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    318 bytes (32 words) - 06:59, 29 September 2017
  • το 1. κύκλος που χαράσσεται στο έδαφος και χρησιμοποιείται στο παιχνίδι γκεζάκι 2. το γκεζάκι. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    230 bytes (24 words) - 06:26, 29 September 2017
  • τὸ, Μ το δεσποτικό στέμμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < στέμμα, -ατος + γύρος «κύκλος» + επίθημα -ιον]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    347 bytes (21 words) - 12:31, 29 September 2017
  • ο, Ν το τσίρκο. [ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. circus «κύκλος»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    193 bytes (17 words) - 12:58, 29 September 2017
  • την προστασία του θεού (α. «Τροίης ἱερὸν πτολίεθρον», Ομ. Οδ. β. «ἱερὸς κύκλος» — κυκλικός τόπος, δικαστική έδρα η οποία τελεί υπό την προστασία του Διός)
    17 KB (1,382 words) - 14:35, 14 January 2019
  • ου, ὁ, with and without κύκλος,    A = γαλαξίας, Ptol.Alm. 8.2. γᾰλακτίας: ἴδε ἐν λ. γαλαξίας. -ου, ὁ la Vía Láctea Ptol.Alm.8.2, cf. γαλαξίας. Source:
    1 KB (69 words) - 07:01, 29 September 2017
  • procr. e Tim. 31. ἐπίκυκλος: ὁ, κύκλος ἐπὶ ἑτέρου κύκλου (παρ’ Ἀστρον.) Πλούτ. 2. 1028Β. ο (Α ἐπίκυκλος) αστρον. κύκλος που το κέντρο του βρίσκεται στην
    1 KB (74 words) - 20:24, 31 December 2018
  • [ΕΤΥΜΟΛ. < κύκλος + κατάλ. -ώδης]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο κυκλώδης -ες [κύκλος] gebogen;
    2 KB (89 words) - 07:24, 1 January 2019

View (previous 250 | next 250) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)