Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "τρόμος" on this wiki. See also the other search results found.

  • τρεμούλιασμα, 1) ὁ ἐκ φόβου τρόμος, «τρεμοῦλα», πάντας ἕλε τρόμος Ἰλ. Τ. 14· ὑπὸ δὲ τρόμος ἔλλαβε γυῖα Γ. 34, κλπ.· τρόμος μ’ ὑφέρπει Αἰσχύλ. Χο. 464,
    9 KB (819 words) - 15:45, 4 July 2020
  • το ίδιο το απροσδόκητο γεγονός, ιδίως ευχάριστο αρχ.-μσν. 1. κατάπληξη, τρόμος 2. θαυμασμός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    535 bytes (42 words) - 06:40, 29 September 2017
  • η, Ν 1. ζωηρός και αιφνίδιος φόβος, τρόμος («ανήσυχου ονείρου τρομάρα», Σολωμ.) 2. φρ. α) «τρομάρα σου!» (ειρωνικά) δυστυχία σου! β) «τρομάρα στα μπατζάκια
    695 bytes (48 words) - 12:51, 29 September 2017
  • Ar. and V. τρομερός. trembling: P. and V. τρόμος, ὁ. shaking with cold: P. ῥῖγος, τό; see quaking. ⇢ Look up "shaking" on Perseus Dictionaries | Perseus
    333 bytes (35 words) - 08:59, 20 May 2020
  • το / ῥῑγος, ΝΜΑ ιατρ. παροδικός τρόμος, τρεμούλα, που οφείλεται σε αίσθημα ψύχους και εμφανίζεται όταν ο οργανισμός υποβάλλεται σε απότομη πτώση της θερμοκρασίας
    1 KB (111 words) - 12:26, 29 September 2017
  • φόβος, ὁ, ἔκπληξις, ἡ, ὀρρωδία. ἡ, δεῖμα, τό, δέος, τό, V. τάρβος, τό, τρόμος, ὁ (also Plato but rare P.). hesitation: P. and V. ὄκνος, ὁ. have no fear
    2 KB (171 words) - 09:15, 20 May 2020
  • P. and V. τρόμος, ὁ (Plato). shiver: P. and V. φρίκη, ἡ (Plato and Eur., Troades 1026); see shiver. of the earth: P. and V. σεισμός, ὁ. Ar. and V. τρομερός
    463 bytes (48 words) - 08:56, 20 May 2020
  • τρεμουλιαστή κίνηση, τρεμούλιασμα 2. ρίγος από κρύο, ανατριχίλα 3. μεγάλος φόβος, τρόμος («μόλις σκοτεινιάσει, τήν πιάνει τρεμούλα»). [ΕΤΥΜΟΛ. < τρέμω + κατάλ. -ούλα
    569 bytes (36 words) - 12:47, 29 September 2017
  • φόβος, ὁ, ἔκπληξις, ἡ, ὀρρωδία, ἡ, δεῖμα, τό, δέος, τό, V. τάρβος, τό, τρόμος, ὁ (also Plato but rare P.). ⇢ Look up "fright" on Perseus Dictionaries
    355 bytes (40 words) - 09:16, 20 May 2020
  • P.). shudder at: use verbs given with the acc. or use fear. P. and V. τρόμος, ὁ (Plato), φρίκη, ἡ (Plato and Eur., Troades 1026). ⇢ Look up "shudder"
    509 bytes (56 words) - 08:54, 20 May 2020
  • συνεχείς παλμικές κινήσεις, τρεμούλα 2. ρίγος, ανατριχίλα 3. μεγάλος φόβος, τρόμος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    374 bytes (31 words) - 12:46, 29 September 2017
  • case to hold arrows: P. and V. φαρέτρα, ἡ (Plato). shaking: P. and V. τρόμος, ὁ. convulsion: P. and V. σπασμός, ὁ, P. σφαδασμός, ὁ, V. σπαραγμός, ὁ.
    858 bytes (73 words) - 08:52, 20 May 2020
  • φρίσσειν, V. τρέσαι (aor. of τρεῖν, also Plato but rare P.). P. and V. τρόμος, ὁ (Plato), φρίκη, ἡ (Plato and Eur., Troades 1026). shiver from cold: P
    1 KB (107 words) - 08:50, 20 May 2020
  • τρέμει ολόκληρος, σε όλο το σώμα του. [ΕΤΥΜΟΛ. < ολ(ο)- + -τρόμος (< τρόμος), πρβλ. κατά-τρομος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    404 bytes (28 words) - 12:08, 29 September 2017
  • δεῑμα, το (Α) 1. φόβος, τρόμος («δεῑμα φέρων Δαναοῑσι» — προκαλώντας τρόμο στους Δαναούς) 2. ό,τι προκαλεί φόβο, φόβητρο («ἐκ δείματος τοῦ νυκτέρου» —
    1 KB (66 words) - 12:22, 15 February 2019
  • particul. tremblant de crainte; 2 qui fait trembler, terrible. Étymologie: τρόμος. -ή, -ό / τρομερός,-ά, -όν, ΝΜΑ, θηλ. και -ος, Α αυτός που προξενεί τρόμο
    5 KB (366 words) - 20:10, 7 July 2020
  •    A limb, Hom., always pl., in phrases such as γυῖα λέλυντο Il.13.85; ὑπὸ τρόμος ἔλλαβε γυῖα 14.506; ὅπποτέ κέν μιν γυῖα λάβῃ κάματος 4.230, etc., cf. A
    14 KB (1,362 words) - 22:24, 7 July 2020
  • μεταβ., ὡς καὶ νῦν, κάμνω τινὰ νὰ τρέμῃ, ἐκφοβῶ, Βυζ. ΝΜΑ, και τρομάσσω ΝΜ τρόμος 1. προκαλώ σε κάποιον αιφνίδιο και ζωηρό φόβο (α. «τήν τρομάζουν οι θόρυβοι
    2 KB (156 words) - 12:45, 29 September 2017
  • 2. (κατ' επέκτ.) ασταθής. επίρρ... τρομῶς Α με τρεμούλιασμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < τρόμος, με καταβιβασμό του τόνου]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    957 bytes (49 words) - 23:30, 29 June 2020
  • P. and V. τρόμος, ὁ (Plato). of the earth: P. and V. σεισμός, ὁ; see earthquake. Ar. and V. τρομερός. ⇢ Look up "quaking" on Perseus Dictionaries
    346 bytes (37 words) - 08:59, 20 May 2020
  • επιθ. χλωρός με μια από τις λ. ωμός με σημ. «ασθενής, αδρανής», χρώμα ή τρόμος, άποψη η οποία, όμως, δεν θεωρείται πιθανή]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    2 KB (169 words) - 11:30, 14 January 2019
  • ἔκδ. Dietz. Osann. ης, ες : tremblant. Étymologie: τρόμος, -ωδης. -ες / τρομώδης, -ῶδες, ΝΑ τρόμος αυτός που εμφανίζει ταχεία παλμική κίνηση, τρεμουλιαστός
    3 KB (192 words) - 23:45, 29 June 2020
  • -ατος, τό (δείδω), I. φόβος, τρόμος, κατάπληξη, σε Ομήρ. Ιλ., Ηρόδ., Αττ. II. φόβητρο, σκιάχτρο, αντικείμενο του φόβου, τρόμος, φρίκη· ὦπῦρ σὺ καὶ πᾶν δ.
    13 KB (1,300 words) - 22:35, 7 July 2020
  • και ριπιτίδι, το, και ριπιτίδα, η, Ν φόβος, τρόμος 2. φρ. «του πήγε [ή τον πήγε] ριπιτί» — φοβήθηκε πάρα πολύ. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    255 bytes (29 words) - 12:26, 29 September 2017
  • ολόκληρο το σώμα 4. πληθ. γυῑα, τα α) τα μέλη του σώματος («γυῑα λέλυντο», «τρόμος, κάματος λάβε γυῑα») β) τα χέρια 5. φρ. α) «γυῑα ποδῶν» — τα πόδια β) «μητρός
    2 KB (128 words) - 06:26, 29 September 2017
  • Inscrr. as IG12(2).6.33 (Pass., Lesbos); ἄγρει δ' οἶνον ἐρυθρόν Archil.4.3; τρόμος παῖσαν ἄγρει Sapph.2.14, cf. Thgn.294; ἀγρεῖ πόλιν captures, A.Ag.126 (lyr
    6 KB (514 words) - 14:01, 8 July 2020
  • ἐμβάλλειν Ἡρόδ. 7. 10, 5· ἐν τῷ γινομένῳ φ. ὁ αὐτ. 9. 69· ― εἶτα καθόλου, φόβος, τρόμος, κυρίως δὲ ἡ ἐξωτερικὴ ἐκδήλωσις αὐτοῦ, ὅθεν καὶ διαστέλλεται ἀπὸ τοῦ δέος
    38 KB (3,691 words) - 13:41, 4 July 2020
  •    II of involuntary feelings, come upon, steal over one, c. acc., Τρῶας δὲ τρόμος αἰνὸς ὑπήλυθε γυῖα Il.7.215, 20.44; φρίκης αὐτὸν ὑπελθούσης Hdt.6.134; ὥς
    19 KB (1,675 words) - 17:55, 8 July 2020
  • εισβολή, επίθεση νεοελλ. 1. απροσδόκητη εμφάνιση 2. έκπληξη, ξάφνιασμα, τρόμος από κάτι απρόοπτο. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    501 bytes (36 words) - 06:34, 29 September 2017
  • σωματικής ή ψυχολογικής βίας 2. μέλος τρομοκρατικής οργάνωσης. [ΕΤΥΜΟΛ. < τρόμος + -κράτης (< κράτος), πρβλ. δημο-κράτης. Η λ., στον λόγιο τ. του πληθ. τρομοκράται
    773 bytes (56 words) - 12:44, 29 September 2017
  • trembling: P. and V. τρόμος, ὁ (Plato). earthquake: P. and V. σεισμός, ὁ. oscillation: Ar. and V. σάλος, ὁ. ⇢ Look up "vibration" on Perseus Dictionaries
    338 bytes (36 words) - 08:59, 20 May 2020
  • noch über die Ableitung Plut. de superst. 3. τάρβος: -εος, τό, φόβος, τρόμος, Ἰλ. Ω. 152, 181, Τραγικ., κλπ.· περίφοβόν μ’ ἔχει τ. Αἰσχύλ. Ἱκ. 736· ἐν
    6 KB (491 words) - 13:44, 4 July 2020
  • auch m. ὑπο-, περι-, ἀμφι-, Derivative: Davon τρόμος m. Zittern, Beben, Furcht, Angst (seit Il.) mit τρομός zitternd (E. Fr. 876), -ερός (Sapph., E., A.
    13 KB (1,254 words) - 14:47, 1 July 2020
  • ἐμὲ καὶ τουτονὶ ἵνα σ' εὖ ποιῶμεν ἐξ ἴσου (Eq. 1159). shudder: P. and V. τρόμος, ὁ. give one a start: use P. and V. ἔκπληξιν παρέχω, ἔκπληξιν παρέχειν (dat
    3 KB (353 words) - 14:32, 6 June 2020
  • τὸ ἐκπλήττεσθαι, ὡς καὶ νῦν, Ἱππ. π. Ἀέρ. 290, Πλάτ., κτλ.· ἔκπλ. κακῶν, τρόμος προερχόμενος ἐκ δυστυχημάτων, Αἰσχύλ. Πέρσ. 606 (ἴδε ἐν λέξει ἀφασία)· ἔκπλ
    7 KB (626 words) - 16:10, 4 July 2020
  • ὁ,    A = τρόμος, Hp.Morb.1.24 (cod. θ), Erot.; cf. τέτρομος. ὁ, Α τρόμος. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ανάγεται στη συνεσταλμένη βαθμίδα τραμ- του θ. τρεμ- του ρ.
    996 bytes (55 words) - 16:00, 2 October 2019
  • περίοδος από τον Σεπτέμβριο 1793 μέχρι τις 27 Ιουλίου 1794). [ΕΤΥΜΟΛ. < τρόμος + -κρατία (< -κράτης < κράτος), πρβλ. δημο-κρατία. Η λ. μαρτυρείται από
    2 KB (109 words) - 12:58, 29 September 2017
  • Sym.M.77.1401A. Source: ἔντρομος from ἐν and τρόμος; terrified: X quake, X trembled. ἐντρομον (τρόμος, cf. ἔμφοβος), trembling, terrified: ἔντρομος
    4 KB (411 words) - 16:15, 29 June 2020
  • η, Ν ιατρ. κληρονομικός ιδιοπαθής τρόμος τών άκρων. [ΕΤΥΜΟΛ. < τρόμος + -φιλία (< -φίλος < φίλος), πρβλ. αιμο-φιλία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    455 bytes (25 words) - 12:48, 29 September 2017
  •    A = τρόμος, Hp. ap. Gal.19.146, A.D.Pron.58.12, Hdn. Gr.2.190, Hsch.; cf. τέτραμος. [Seite 1100] ὁ, = τρόμος, Gramm. τέτρομος: ὁ, = τρόμος, Ἀπολλών
    1,000 bytes (58 words) - 12:57, 29 September 2017
  • in apposition with pl. Noun or Pron., which expresses the whole, Τρῶας δὲ τρόμος αἰνὸς ὑπήλυθε γυῖα ἕκαστον Il.7.215 ; ὔμμι..ἑκάστῳ 15.109 ; αἱ δὲ γυναῖκες
    47 KB (5,324 words) - 17:05, 8 July 2020
  • -έω, Α τρόμος 1. τρέμω, ιδίως από φόβο, τρομάζω 2. (με απρμφ.) φοβάμαι να πράξω κάτι 3. (το ενεργ. και μέσ.) (με αιτ.) τρέμω μπροστά σε κάποιον, τον φοβάμαι
    374 bytes (39 words) - 12:58, 29 September 2017
  •    A = δεινός, dread, horrible, freq. in Hom., of feelings, ἄχος, χόλος, τρόμος, κάματος, ὀϊζύς, Il.4.169, 22.94, 7.215, 10.312, Od.15.342; of states and
    9 KB (873 words) - 21:50, 7 July 2020
  • trembling: P. and V. τρόμος, ὁ (Plato). weakness: P. ἀρρωστία, ἡ. ⇢ Look up "palsy" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary
    245 bytes (28 words) - 09:11, 20 May 2020
  • P. πήδησις, ἡ. V. πήδημα, τό. trembling: P. and V. τρόμος, ὁ (Plato). ⇢ Look up "palpitation" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora
    265 bytes (30 words) - 09:11, 20 May 2020
  • πανικός», Διόδ. Σικ.) νεοελλ. το αρσ. ως ουσ. ο πανικός α) έντονος φόβος, τρόμος εξαιτίας υπαρκτού ή αναμενόμενου κινδύνου, που καταλαμβάνει άτομο ή ομάδα
    2 KB (199 words) - 11:12, 14 January 2019
  • βουλεύσῃς κακόν E.Med.317. ὀρρωδία: Ἰων. ἀρρωδίη, ἡ, (ὀρρωδέω) φόβος, τρόμος, Ἡρόδ. 7. 173, Εὐρ. Φοίν. 1389, κτλ.· τοὺς Ἕλληνας εἶχε δέος τε καὶ ἀρρ
    2 KB (215 words) - 13:45, 4 July 2020
  • of involuntary feelings, steal upon, come over, χαρά μ' ὑφέρπει A.Ag.270; τρόμος μ' ὑ. Id.Ch.463 (lyr.). ὑφέρπω: μέλλ. -ερπύσω· (ἴδε τὸ ῥῆμα ἕρπω). Ἕρπω
    6 KB (427 words) - 18:10, 8 July 2020
  • Πολυδ. Ε΄, 61· ἐν τῇ θαλάσσῃ Εὐαγγ. κ. Ματθ. η΄ 24. ― Καθ’ Ησύχ.: «σεισμός· τρόμος». οῦ (ὁ) : ébranlement, commotion : σεισμὸς γῆς THC, σεισμὸς χθονός EUR
    8 KB (707 words) - 21:00, 7 July 2020
  • -έω, Α εμπνέω τρόμο. [ΕΤΥΜΟΛ. < τρόμος + -ποιῶ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    229 bytes (16 words) - 12:55, 29 September 2017
  • 32C· φοβερώτατον ἐρημία Ξεν. Ἀν. 2. 5, 9· ― ὡσαύτως, τὸ φ., ὁ φόβος, ὁ τρόμος, ὁ κίνδυνος, ὁ αὐτ. ἐν Λακ. Πολ. 9. 1· τὰ φ. Πλάτ. Φίληβ. 49Β· τῶν φοβερῶν
    20 KB (1,784 words) - 12:50, 8 July 2020
  • qch ; avec un inf., craindre de; Moy. τρομέομαι-οῦμαι m. sign. Étymologie: τρόμος. mid. opt. 3 pl. τρομεοίατο: tremble with fear, quake, φρένες, Il. 15
    7 KB (636 words) - 20:10, 7 July 2020
  • ανήκει ή αναφέρεται στη νόσο του Πάρκινσον 2. φρ. «παρκινσονικός τρόμος» — ο σπαστικός τρόμος, η τρεμούλα που χαρακτηρίζει τη νόσο του Πάρκινσον 3. το αρσ
    499 bytes (50 words) - 12:14, 29 September 2017
  • μεγάλος τρόμος, υπερβολική τρομάρα (κι εδά 'χει πόνο στην καρδιά, παράτρομος τσι δίδει» (Ερωτόκρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α)- + τρόμος (πρβλ. έν-τρομος)]. Αναζήτηση
    463 bytes (32 words) - 12:14, 29 September 2017
  • εος (cf. frigus): cold, Od. 5.472†. το / ῥῑγος, ΝΜΑ ιατρ. παροδικός τρόμος, τρεμούλα, που οφείλεται σε αίσθημα ψύχους και εμφανίζεται όταν ο οργανισμός
    10 KB (1,009 words) - 18:19, 8 July 2020
  • 704. φόβημα: τό, φόβητρον, ἐγχέων φόβημα δαΐων Σοφ. Ο. Κ. 699. 2) ἀπολ., τρόμος, Ἀκύλ. Π. Δ. (Ψαλμ. Θ΄, 21, Δευτερ. Δ΄, 34). ατος (τό) : objet d’effroi
    1 KB (105 words) - 14:48, 1 July 2020
  • Ἀτρεΐωνα… χόλος λάβεν 1.387; ὁππότε κέν μιν γυῖα λάβῃ κάματος 4.230; τὸν δὲ τρόμος ἔλλαβε γυῖα 24.170, al.; δὴν δέ μιν ἀμφασίη ἐπέων λάβε Od.4.704; τοὺς Ἀθηναίους
    137 KB (13,773 words) - 09:05, 8 July 2020
  • βαρέων οχημάτων κ.ά. («αλεξίτρομος τοίχος»). [ΕΤΥΜΟΛ. < αλεξι- (< ἀλέξω) + τρόμος «δόνηση» (< τρέμω)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    564 bytes (35 words) - 06:49, 29 September 2017
  • -ο, Ν αυτός που διεγείρει, που προκαλεί πολύ τρόμο. [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ- + τρόμος. Η λ. μαρτυρείται από το 1854 στον Γ. Χ. Ζαλοκώστα]. Αναζήτηση σε: Google
    369 bytes (32 words) - 12:19, 29 September 2017
  • trilling = τρόμος Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site | Mijn | Glosbe | Vandale NL
    36 bytes (32 words) - 12:25, 10 January 2019
  • («σύν οἰωνοῑς καὶ ὀττείαις», Διον. Αλ.) 2. προαίσθηση για κάποιο κακό και ο τρόμος που προέρχεται από αυτήν («ἵνα τὸ τῆς ὀττείας... παραμένον ἐξαιρεθῇ», Διον
    493 bytes (47 words) - 12:11, 29 September 2017
  • 詞類次數:形容詞(3) 原文字根:在內-戰慄 字義溯源:戰兢的,驚恐,恐懼;由(ἐν / ἐμμέσῳ / ἐννόμως)*=在,入)與(τρόμος)=震顫)組成;其中 (τρόμος)出自(τρέμω)=戰慄,懼怕),而 (τρέμω)又出自(τρέχω)X*=恐懼,戰兢) 出現次數:總共(3);徒(2);來(1)
    2 KB (168 words) - 16:20, 29 June 2020
  • συμβαίνω σε κάποιον (α. «μέ πιάνει μελαγχολία» β. «μέ έπιασε ελονοσία» β. «τρόμος ἐκείνην ἔπιασε, μεγίστη δὲ δειλία», Διγ. Ακρ.) 3. παθ. πιάνομαι (για μέλη
    17 KB (1,326 words) - 12:17, 29 September 2017
  • trembling: P. and V. τρόμος, ὁ (Plato). irresolution: P. and V. ὄκνος, ὁ. fickleness: P. τὸ ἀστάθμητον. ⇢ Look up "unsteadiness" on Perseus Dictionaries
    323 bytes (34 words) - 09:08, 20 May 2020
  • περίφοβος, περιδεής. επίρρ... περιτρόμως ΜΑ με πολύ φόβο. [ΕΤΥΜΟΛ. < περι- + τρόμος (πρβλ. έντρομος)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    2 KB (85 words) - 22:45, 29 June 2020
  • την ποσότητα ενός όλου αρχ. 1. κυριεύω κάποιον εσωτερικά («τοὺς δ' ἄρ' ὑπὸ τρόμος εἷλε», Ομ. Ιλ.) 2. εξάγω, αφαιρώ κάτι από την κάτω επιφάνεια ενός πράγματος
    2 KB (139 words) - 12:59, 29 September 2017
  • (-έω) (Α) τρέμω, φοβάμαι πολύ για κάποιον. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀμφίτρομος < ἀμφι- + τρόμος < τρέμω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    404 bytes (22 words) - 06:52, 29 September 2017
  • ο, Ν τρομοκράτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. terroriste (< λατ. terror, -oris «τρόμος» + -ίστας)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    326 bytes (20 words) - 12:41, 29 September 2017
  • ἐντρομή, η (Α) φόβος, τρόμος, τρομάρα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    104 bytes (15 words) - 07:09, 29 September 2017
  • -ίξεως, ἡ, Α φρίσσω τρόμος που προκαλεί ανατριχίλα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    126 bytes (17 words) - 12:51, 29 September 2017
  • το αγγελοσκιάζω 1. ψυχορράγημα 2. έντονος τρόμος 3. επιληψία, σεληνιασμός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    208 bytes (19 words) - 06:30, 29 September 2017
  • θροϊσμός, ὁ (Μ) θροΐζομαι τρόμος, τρομοκράτηση. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    123 bytes (15 words) - 07:18, 29 September 2017
  • -έω, Α τρέμω προηγουμένως. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ- + τρομῶ «τρέμω» (< τρόμος)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr |
    317 bytes (18 words) - 12:23, 29 September 2017
  • η τρομοκρατία. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. terrorisme (< λατ. terror, -oris «φόβος, τρόμος» + -ισμός)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    350 bytes (22 words) - 12:57, 29 September 2017
  • ευχαρίστηση και ικανοποίηση με καθετί που μπορεί να προξενήσει τρόμο. [ΕΤΥΜΟΛ. < τρόμος + λάγνος «φιλήδονος, ηδυπαθής»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    438 bytes (30 words) - 12:58, 29 September 2017
  • η, Ν η ιδιότητα του τρομολάγνου. [ΕΤΥΜΟΛ. < τρόμος + λαγνεία (< λαγνεύω < λάγνος)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    361 bytes (20 words) - 12:54, 29 September 2017
  • Μ επίρρ. με τρεμούλιασμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < τρόμος + επιρρμ. κατάλ. -ως]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    268 bytes (18 words) - 12:54, 29 September 2017
  • τοῦ πληθ. ἴδε κατωτ. ΙΙΙ: ποιητ. δεῖος, τό, (δείδω): - ὡς τὸ δεῖμα, φόβος, τρόμος, ἔκπληξις, Ὅμ., ὅστις μεταχειρίζεται ἀμφοτέρους τοὺς τύπους καὶ συχνάκις
    24 KB (2,660 words) - 22:25, 7 July 2020
  • ὑπαιρέω, etc., Hdt.3.65, al.:—seize underneath or inwardly, τοὺς δ' ἄρ' ὑπὸ τρόμος εἷλεν Il.5.862, cf. Od.24.450.    II draw or take away from under, ὑπὸ δ'
    13 KB (1,059 words) - 18:10, 8 July 2020
  • ὁ, (εἰλύω)    A lurking-place, den, Nic.Th.285; glossed by ἕλκος, τρόμος, Hsch. εἰλύϊος, ὁ, wood-worm, Id. εἰλυθμός: ὁ, (εἰλύω) «κατάδυσις, φωλεὸς» (Ἐτυμ
    1 KB (67 words) - 18:50, 1 July 2020
  • Escila, Semus 22. Source: δειμός δειμός και Δεῑμος, ο (Α) 1. δειμός ο τρόμος 2. Δεῑμος η προσωποποίηση του τρόμου («Κυθέρεια Φόβον καὶ Δεῑμον ἔτικτε
    3 KB (200 words) - 18:20, 29 June 2020
  • κτλ., ἡ· (πτοέω)·- παράλογος φόβος, θόρυβος, ταραχή, ἔκπληξις ἐκ φόβου, τρόμος, «τρομάρα». Τίμ. Λοκρ. 103Β, Ἐρωτιαν. 298· ἐν λ. πτοιώδεσι: ἐν τῷ πληθ.
    2 KB (151 words) - 00:50, 10 January 2019
  • effroi religieux, sainte horreur. Étymologie: φρίσσω. η, ΝΜΑ δέος, φόβος, τρόμος που νιώθει κανείς όταν βλέπει ή ακούει κάτι το τρομακτικό, το αποτρόπαιο
    8 KB (621 words) - 12:55, 8 July 2020
  • P. and V. τρόμος, ὁ (Plato); see trembling. convulsion: P. and V. σπασμός, ὁ, P. σφαδασμός, ὁ (Plato), V. σπαραγμός, ὁ. ⇢ Look up "tremor" on Perseus
    3 KB (463 words) - 08:59, 20 May 2020
  • V. φρίσσειν, ἐπτοῆσθαι (perf. pass. πτοεῖν) (Plato). shiver: P. and V. τρόμος, ὁ (Plato), φρίκη, ἡ (Plato). shock: P. and V. ἔκπληξις, ἡ. sting: Ar. and
    773 bytes (71 words) - 08:52, 20 May 2020
  • τρέμω από φόβο μπροστά σε κάποιον. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- + τρομῶ «τρέμω» (< τρόμος)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    451 bytes (31 words) - 12:59, 29 September 2017
  • κύστεις 2. (για πρόσ.) αυτός που έχει υδατίδες κύστεις 3. φρ. «υδατιδικός τρόμος» ιατρ. χαρακτηριστικό αίσθημα δόνησης, αντιληπτό κατά την ψηλάφηση υδατίδας
    590 bytes (49 words) - 12:49, 29 September 2017
  • πανικόβλητος, καταφοβισμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α)- + -τρομος (< τρόμος), πρβλ. έν-τρομος, περί-τρομος. Η λ. μαρτυρείται από το 1884 στον Δημήτριο Βικέλα]
    544 bytes (34 words) - 06:38, 29 September 2017
  • ή συναισθημάτων που προξενούν τις παραπάνω παλμικές κινήσεις. [ΕΤΥΜΟΛ. < τρόμος + -φοβία (< -φόβος < φόβος), πρβλ. αγορα-φοβία]. Αναζήτηση σε: Google |
    832 bytes (59 words) - 12:43, 29 September 2017
  • δεῖμα, τό, V. τάρβος, τό. shock: P. and V. ἔκπληξις, ἡ. shudder: P. and V. τρόμος, ὁ (Plato), φρίκη, ἡ. ⇢ Look up "horror" on Perseus Dictionaries | Perseus
    9 KB (1,059 words) - 08:57, 20 May 2020
  • (για συναισθήματα) καταλαμβάνω αιφνιδιαστικά και απροσδόκητα (α. «Τρῶας δὲ τρόμος αἰνὸς ὑπήλυθε γυῑα», Ομ. Ιλ. β. «ὥσθ' ἵμερός μ' ὑπῆλθε», Ευρ.) 3. (για πρόσ
    3 KB (212 words) - 12:49, 29 September 2017
  • αἰθέρ' εἰσβαλών E.Fr.779.1. II náut. remar, bogar τοὺς δ' ἐλάοντας ἔχεν τρόμος A.R.2.575. B tr. I 1dirigir, conducir el carro o los animales de tiro ἐλάουσ'
    5 KB (558 words) - 15:55, 8 July 2020
  •    A break all in pieces, Q S.8.345; τρόμος ἀ. γυῖα 12.399. [Seite 140] (s. κλάω), rings zerbrechen, Qu. Sm. 8, 345 u. sonst sp. D. ἀμφικλάω: μέλλ
    996 bytes (67 words) - 14:14, 1 July 2020
  • φόβος, ὁ. ἔκπληξις, ἡ, ὀρρωδία, ἡ, δεῖμα, τό, δέος, τό, V. τάρβος, τό, τρόμος, ὁ (also Plato but rare P.). ⇢ Look up "terror" on Perseus Dictionaries
    11 KB (1,554 words) - 09:16, 20 May 2020
  • Epicur.Nat.54 G.; ψυχῆς Plu.2.535d; ἀσθένεια καὶ ἀ. Luc.Nigr.36; ἰνῶν ἀ. καὶ τρόμος Phld.Acad.Ind.p.76M.; as Stoic term, lack of τόνος (q.v.), Chrysipp.Stoic
    4 KB (387 words) - 15:01, 8 July 2020
  • 537] ἡ, Furchtsamkeit, Verzagtheit, Plut. Fab. 17. δειλίασις: -εως, ἡ, τρόμος, φόβος, ἔκλειψις τοῦ θάρρους, ἀνανδρία, Πλούτ. Φαβ. 17. εως (ἡ) : frayeur
    1 KB (75 words) - 18:30, 29 June 2020
  • κριθάρια BGU48.3 (ii/iii A. D.).    2 take up, seize or come suddenly upon, ὑπὸ τρόμος ἔλλαβε γυῖα Il.3.34, Od.18.88; of a storm of wind, Hdt.4.179; of a fit of
    41 KB (3,615 words) - 18:00, 8 July 2020
  • 179 etc., cf. ἔλυμα); εἰλυθμός hiding-place, hole (Nic.), ap. H. = ἕλκος, τρόμος (to εἰλύομαι); εἰλυός = εἰλεός s. v.; εἴλυσις sneaking forward (sch. on
    22 KB (2,170 words) - 22:55, 7 July 2020
  • αὐτὴν ὑπὸ τρόμος αἰνὸς ἱκάνει Il.11.117. ὑφικάνω: [ᾱ], = ὑπέρχομαι ΙΙ, ἐπέρχομαι κατὰ μικρὸν εἴς τινα, βαθμηδὸν καταλαμβάνω τινά, αὐτὴν ὑπὸ τρόμος αἰνὸς
    2 KB (95 words) - 15:22, 1 July 2020
  • -ον, ΜΑ αυτός που τρέμει ολόκληρος. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + -τρομος (< τρόμος), πρβλ. έν-τρομος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    526 bytes (35 words) - 12:56, 29 September 2017
  • articulaciones εὗδε ἀνακλινθεῖσα, λύθεν δέ οἱ ἅψεα πάντα Od.4.794, 18.189, κακὸς τρόμος ἅψεα λύει Nic.Al.541, τῆς δ' ἅψεα πάντα λῦσε μόρος Q.S.1.252 •nudo ἅψεα
    3 KB (336 words) - 15:10, 1 July 2020
  • [Seite 805] darin, darauf schwer sein, lasten; κράατι Nic. Th. 324; übertr., τρόμος Al. 554; vom Geruche, Th. 512; – τί, belasten, Opp. H. 4, 26. ἐμβαρύθω:
    2 KB (167 words) - 18:09, 4 July 2020
  • («ὥρη χειμερίη, ὁπότε κρύος ἀνέρα ἔργων ἰσχάνει», Ησίοδ.) 2. συνεκδ. φρίκη, τρόμος («κακόν με καρδίαν τι περιπίτνει κρύος», Αισχύλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Η λεξιλογική
    16 KB (1,564 words) - 18:40, 7 July 2020
  • Κατὰ Ροδ. καὶ Δοσ. 153 (;). -α, -ον, Μ περίτρομος, τρομερός. [ΕΤΥΜΟΛ. < τρόμος + επίθημα -αλέος (πρβλ. γηρ-αλέος, ῥωμ-αλέος)]. Αναζήτηση σε: Google |
    525 bytes (36 words) - 12:53, 29 September 2017
  • 1219] ἡ, das Erschrecken, Greg. Naz. θρόησις: -εως, ἡ, φόβος, πτόησις, τρόμος, Γρηγ. Νύσσ. τ. 1. σ. 640Β. θρόησις, -εως, ἡ (Α) θροώ 1. έκπληξη 2. φόβος
    396 bytes (37 words) - 06:36, 29 September 2017
  • Α αυτός που σιγοτρέμει. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- + τρομώδης «τρεμουλιαστός» (< τρόμος)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    345 bytes (20 words) - 12:51, 29 September 2017
  • Alex. 13. ἀποδειλίᾱσις: -εως, ἡ, τὸ ἀποδειλιᾶν, μεγάλη δειλία, φόβος καὶ τρόμος, Πολύβ. 3. 103, 2· ἀπ. πρός τινα Πλουτ. Ἀλέξ. 13. εως (ἡ) : crainte, lâcheté
    1 KB (93 words) - 12:37, 29 June 2020
  • («σύν οἰωνοῑς καὶ ὀττείαις», Διον. Αλ.) 2. προαίσθηση για κάποιο κακό και ο τρόμος που προέρχεται από αυτήν («ἵνα τὸ τῆς ὀττείας... παραμένον ἐξαιρεθῇ», Διον
    1 KB (106 words) - 15:18, 1 July 2020
  • (figuratively) career: course. δρόμου, ὁ (from ΔΡΑΜΩ (which see); cf. νόμος, τρόμος, and the like), a course (Homer and following); in the N. T. figuratively
    44 KB (4,640 words) - 22:50, 7 July 2020
  • an event, is thrown into a state of blended fear and wonder: εἶχεν αὐτάς τρόμος καί ἔκστασις, ἐξέστησαν ἐκστάσει μεγάλη, ἔκστασις ἔλαβεν ἅπαντας, ἐπλήσθησαν
    15 KB (1,418 words) - 16:50, 8 July 2020
  • (Α) εκείνος που προκαλεί μεγάλο φόβο. [ΕΤΥΜΟΛ. < βαρύς + τάρβος «φόβος, τρόμος»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    1 KB (73 words) - 14:05, 28 June 2020
  • προκαλεί τρόμο σε κάποιον, που τον κάνει να τρέμει από φόβο. [ΕΤΥΜΟΛ. < τρόμος + -ποιός]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    907 bytes (45 words) - 13:35, 1 July 2020
  • φόβο, τρομαγμένος.[ΕΤΥΜΟΛ. Άλλος τ. της μτχ. τρεμάμενος, κατ' επίδραση του τρόμος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    1 KB (73 words) - 14:47, 1 July 2020
  • η (ΑΜ ὀρρωδία και Α ιων. τ. ἀρρωδίη) ορρωδώ 1. τρόμος, φόβος, δέος 2. έλλειψη θάρρους και αποφασιστικότητας, δειλία, ατολμία, δισταγμός, ενδοιασμός. Αναζήτηση
    343 bytes (31 words) - 12:11, 29 September 2017
  • Α (κυρίως μτφ.) καταλαμβάνω κάποιον σταδιακά («αὐτὴν ὑπὸ τρόμος αἰνὸς ἱκάνει», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- + ἱκάνω «έρχομαι, φτάνω»]. Αναζήτηση σε: Google
    417 bytes (28 words) - 12:51, 29 September 2017
  • benevolencia del vencedor con el vencido, Th.3.40, ἔλεος οὐκ ἦν, ἀλλὰ φρίκη καὶ τρόμος ... πρὸς τὴν ὄψιν Plu.Mar.44, del que sojuzga con el sojuzgado, dif. de
    21 KB (2,366 words) - 16:45, 8 July 2020
  • ἄτλατον βέλος πλᾶξε γυναῖκας, ὅσαι τύχον Ἀλκμήνας ἀρήγοισαι λέχει, φοβερὸς τρόμος κατέλαβε τὰς γυναῖκας, ὅσαι ἔτυχον περὶ τὴν θεραπείαν τῆς Ἀλκμήνης καὶ τὴν
    16 KB (1,546 words) - 14:55, 8 July 2020
  • = tremibundus, Gloss.; in pl., gloss on Ταντάλειοι, Suid. -ή, -όν, Α τρόμος αυτός που τρέμει, τρομώδης. επίρρ... τρομικῶς Α σε τρομώδη κατάσταση, με
    722 bytes (39 words) - 12:46, 29 September 2017
  • ἐκπλήττει με καὶ ὑπότρομος γίγνομαι», Λουκιαν.) 3. δειλός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- + τρόμος (πρβλ. ἔντρομος)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    2 KB (168 words) - 15:22, 1 July 2020
  • Α αυτός που σιγοτρέμει. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- + τρομώδης «τρεμουλιαστός» (< τρόμος)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    984 bytes (38 words) - 15:20, 1 July 2020
  • Étymologie: πᾶν, τρέμω. -ον, Α αυτός που τρέμει πολύ, δειλός. [ΕΤΥΜΟΛ. < παν- + τρόμος (πρβλ. έντρομος)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    2 KB (88 words) - 18:45, 1 July 2020
  • Εὐρ. Ἀνδρ. 688, Ι. Α. 353. 3) μετὰ γεν., Πανὸς ὀργαί, πανικὸς φόβος (δηλ. τρόμος ὃν ἐγείρει ἡ ὀργὴ τοῦ Πανός), Elmsl. εἰς Εὐρ. Μήδ. 1140· - ἀλλά, β) μετὰ
    40 KB (4,022 words) - 14:40, 14 July 2020
  • πάθημα· ἀλλά, τὸ δ., ὡσαύτως, πᾶν τρομερὸν πρᾶγμα. Αἰσχύλ. Χο. 634· φόβος, τρόμος, terror, ὁ αὐτ. Εὐμ. 516· ὅπου τὸ δ., ἐλπὶς οὐδὲν ὠφελεῖ Σοφ. Ἀποσπ. 205·
    58 KB (5,899 words) - 22:30, 7 July 2020
  • beving = τρόμος Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site | Mijn | Glosbe | Vandale NL |
    36 bytes (32 words) - 06:55, 10 January 2019
  • землетрясение = τρόμος, κράδανσις, σεισμός Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com |
    80 bytes (39 words) - 21:25, 13 October 2019
  • дрожь = τρόμος, φρίκη, φρίκα, ῥῖγος Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    86 bytes (40 words) - 14:15, 14 October 2019
  • ἐκπλήττει με καὶ ὑπότρομος γίγνομαι», Λουκιαν.) 3. δειλός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- + τρόμος (πρβλ. ἔντρομος)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    691 bytes (49 words) - 12:59, 29 September 2017
  • siddering = τρόμος Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site | Mijn | Glosbe | Vandale NL
    36 bytes (32 words) - 11:35, 10 January 2019
  • трепет = τρόμος, φρίκη, φρίκα Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet |
    68 bytes (39 words) - 12:30, 14 October 2019
  • ἔδεισεν δ' ὁ γέρων Il.1.33, 24.571, 689, cf. 1.568, Od.10.219, 13.184, ὑπὸ τρόμος εἷλεν Ἀχαιοὺς ... δείσαντας Il.5.863, δεῖσε δ' ὅ γ' ἐν θυμῷ Il.8.138, cf
    39 KB (3,876 words) - 14:30, 14 July 2020
  • φθονερός < φθόνος, φοβερός, αυτός που προκαλεί φόβο» < φόβος, τρομερός < τρόμος κ.ά.) Μετονοματικά, χωρίς ρηματική σύνδεση, είναι τα γλυκερός < γλυκύς,
    4 KB (258 words) - 11:10, 19 December 2018
  • - κορμάρα, οικόπεδο - οικοπεδάρα, ομάδα - ομαδάρα, στομάχι - στομαχάρα, τρόμος - τρομάρα, φωνή - φωνάρα κ.ά. Με την ίδια κατάληξη σχηματίζονται και μεγεθυντικά
    4 KB (263 words) - 11:20, 19 December 2018
  • 1306] ὁ, der Schauder, LXX. u. a. Sp. φρῑκασμός: ὁ, φρίκη, ἀνατριχίασις, τρόμος, κοινῶς «τρεμοῦλα», «ἀνατριχίλα», Ἑβδ. (Β΄ Μακκ. Γ΄, 17). ὁ, Α φρικάζω
    846 bytes (44 words) - 23:43, 29 June 2020
  • Ιλ.) 5. ταράζομαι ψυχικά («τότε ἔσπευσαν ἡγεμόνες Ἐδώμ... ἔλαβεν αὐτοὺς τρόμος», ΠΔ) 6. (κατά τον Ησύχ.) «ἐρεθίζω» 7. (η μτχ. ενεστ. ως επίρρ.) σπεύδων
    48 KB (4,623 words) - 14:20, 18 July 2020
  • P. and V. τρέμειν. P. and V. τρόμος, ὁ. ⇢ Look up "quaver" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google
    235 bytes (26 words) - 09:19, 20 May 2020
  • et prép. sous; Adv. (accentué ὕπο) dessous, en dessous : τοὺς δ’ ἄρ’ ὕπο τρόμος εἷλεν IL le tremblement les saisit en bas, càd dans les jambes ; τρομέειν
    103 KB (10,519 words) - 18:00, 8 July 2020
  • περιτρομέομαι-οῦμαι (impf. 3ᵉ pl. épq. περιτρομέοντο) m. sign. Étymologie: περί, τρόμος. περιτρομέω: = περιτρέμω — Μέσ., σάρκες περιτρομέοντο μέλεσσιν, οι σάρκες
    2 KB (165 words) - 11:35, 1 July 2020
  • κλαυθμός, ὀδυρμός, χαρά ( st χάρις), ἐπιθυμία, μακροθυμία, ἔλεος, γογγυσμός, τρόμος, πόνος ( ζῆλος), ἀγών, ἄθλησις, θλῖψις, καύχησις, πεποίθησις, πληροφορία
    149 KB (16,628 words) - 12:15, 8 July 2020
  • ἐντρομή: ἡ, τρόμος, «τρομάρα», Γρηγ. Νύσσ. τ. 2, σ. 679D. -ῆς, ἡ temblorde las manos, Gr.Nyss.M.46.137C. Source: ἐντρομή
    190 bytes (22 words) - 12:30, 21 August 2017
  • Hesiod die Homerischen Stellen vor Augen gehabt. δεῖμος: ὁ, (δέος) φόβος, τρόμος· ἐν τῇ Ἰλ. ἀείποτε προσωποπ., παρίστανται δὲ ὡς ὑπ’ αὐτοῦ συνοδευόμενοι
    3 KB (313 words) - 10:31, 5 August 2017