Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "χρόνος" on this wiki. See also the other search results found.

  • Κάτο χρόνος: ὁ, I. 1. χρόνος, σε Όμηρ. κ.λπ. 2. καθορισμένο διάστημα, λίγος χρόνος, περίοδος, εποχή· δεκέτης, τρίμηνος χρόνος, σε Σοφ.· χρόνος βίου ἥβης
    71 KB (6,676 words) - 14:40, 3 October 2019
  • Χρόνος: ὁ Хронос, «Время» (божество времени) Anth.
    112 bytes (7 words) - 09:32, 31 December 2018
  • τα, Ν (ετερογενής τ. πληθ.) βλ. χρόνος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    103 bytes (16 words) - 06:09, 29 September 2017
  • μεθύστεροι, οἱ, οἱ ἐπίσποροι, ἔκγονα, τά. subs. P. and V. ὁ μέλλων χρόνος, ὁ λοιπὸς χρόνος, τὸ μέλλον, τὰ μέλλοντα, V. τοὐπιόν (Eur., Frag.). For the sake
    1 KB (163 words) - 11:00, 7 August 2017
  • «ποσότητα χρημάτων» β. «εισαγωγή ειδών διατροφής σε μεγάλες ποσότητες») 2. ο χρόνος διάρκειας τών φθόγγων, η ιδιότητα των συλλαβών να είναι μακρόχρονες ή βραχύχρονες
    1 KB (100 words) - 12:05, 29 September 2017
  • ). For a while, adv.: P. and V. τέως. For a long while: P. and V. μακρὸν χρόνος; see long. It is worth while: P. and V. ἄξιόν ἐστι (or omit ἐστι) (with
    554 bytes (77 words) - 10:09, 21 July 2017
  • subs. P. περίοδος χρόνου (Plat., Phaedo, 107E). Time: P. and V. καιρός, ὁ, χρόνος, ὁ. Cycle: P. and V. κύκλος, ὁ. End: P. and V. τέλος, τό, τελευτή, ἡ, πέρας
    726 bytes (76 words) - 13:57, 7 August 2017
  • ετών») νεοελλ. 1. χρόνος μιας πλήρους περιφοράς κάποιου πλανήτη γύρω από τον Ήλιο («έτος του Διός») 2. φρ. α) «αστρικό έτος» — ο χρόνος που χρειάζεται ο
    7 KB (501 words) - 07:13, 29 September 2017
  • όλη τη διάρκεια του χρόνου ή χρονιά παρά χρονιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < χρονικός (< χρόνος). Η λ. έχει διαλ. προέλευση]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    376 bytes (29 words) - 06:09, 29 September 2017
  • η (AM ἡλικία, Α ιων. τ. ήλικίη και δωρ. τ. ἁλικία) 1. (για έμβια όντα) ο χρόνος που διανύεται από τη γέννηση ενός έμβιου όντος μέχρι τη στιγμή που γίνεται
    5 KB (396 words) - 07:16, 29 September 2017
  • ολοκλήρου, εξαντλούμαι, σώνομαι (α. «μας τέλειωσαν τα φρούτα» β. «τελείωσε ο χρόνος σας») β) οδηγούμαι εις πέρας, περατώνομαι, λήγω (α. «τελείωσε ο τρύγος»
    4 KB (272 words) - 12:57, 29 September 2017
  • η, Ν 1. χρονικό διάστημα ενός έτους, έτος, χρόνος 2. σχολικό έτος («έχασε τη χρονιά του» — έμεινε στην ίδια τάξη) 3. συνεκδ. συνολικό ετήσιο εισόδημα
    1 KB (108 words) - 06:09, 29 September 2017
  • το 1. το χρονικό διάστημα πριν από αυτή τη στιγμή, ο χρόνος που πέρασε, σε αντιδιαστολή με το παρόν και το μέλλον («αυτά συνέβησαν κατά το παρελθόν») 2
    1 KB (85 words) - 12:14, 29 September 2017
  • και ενωρίς επίρρ. 1. προτού έλθει ή προτού περάσει ο καθορισμένος χρόνος, γρήγορα (α. «έφυγε νωρίς από τη δουλειά του» β. «είναι πολύ νωρίς ακόμη για να
    943 bytes (79 words) - 12:05, 29 September 2017
  • subs. V. μυρίος χρόνος, ὁ, or use P. and V. ὁ πᾶς χρόνος (Plat., Ap. 40E), ὁ ἀεὶ χρόνος. Look up eternity on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus
    239 bytes (36 words) - 21:00, 26 August 2017
  • άλλους τα μυστικά σου κβ) «τέτοια ώρα, τέτοια λόγια» — είναι ακατάλληλος ο χρόνος για πολλές κουβέντες κγ) «άλλα λόγια ν' αγαπιόμαστε» — αποφεύγεις τη συζήτηση
    6 KB (463 words) - 07:33, 29 September 2017
  • μήν, ὁ, V. σελήνη, ἡ (lit., moon). A period of three months: V. τρίμηνος χρόνος, ὁ. The last day of the month: Ar. and P. ἕνη καὶ νέα. Look up month on
    352 bytes (49 words) - 09:47, 21 July 2017
  • μη καταγινόμενος με κάτι 4. «ἄσχολος χρόνος» — ο χρόνος κατά τον οποίο δουλεύει κανείς συνέχεια, ο γεμάτος χρόνος. [ΕΤΥΜΟΛ. < α- στερ. + -σχολος < σχολή
    841 bytes (57 words) - 06:25, 29 September 2017
  • ορίζοντα, το βασίλεμα 2. το σημείο του ορίζοντα όπου εξαφανίζεται ο ήλιος 3. ο χρόνος κατά τον οποίο γίνεται η δύση 4. παρακμή, κατάπτωση, τέλος («η δύση του
    833 bytes (74 words) - 07:05, 29 September 2017
  • of the door, Sor.1.119.    2 of Time, ὁ μ. τῆς δίκης τε καὶ τοῦ θανάτου [χρόνος] Pl.Phd.58c, cf. E.Hec. 437; τὰ μ. τούτου meanwhile, S.OC291: as a Prep
    26 KB (2,453 words) - 14:05, 3 October 2019
  • για πολύ χρόνο («χρονοτριβεῑν τὸν πόλεμον ἐλπίζων», Πλούτ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < χρόνος + -τριβῶ (< -τρίβης < τρίβω), πρβλ. παιδο-τριβῶ]. Αναζήτηση σε: Google
    736 bytes (40 words) - 06:09, 29 September 2017
  • ορίζοντα 2. ο τόπος, το σημείο του ορίζοντα όπου ανατέλλει ο Ήλιος 3. ο χρόνος, η ώρα της ανατολής νεοελλ. «Μεγάλη Ανατολή» η αιρετή αρχή των Τεκτονικών
    1 KB (91 words) - 06:53, 29 September 2017
  • καταστάσεις ή χρόνο) επαρκής, πολύς, ικανοποιητικός («έκτοτε διέρρευσε ικανός χρόνος») 4. (με κακή σημ.) επιτήδειος, αδίστακτος (α. «είναι ικανός για όλα» β
    4 KB (274 words) - 07:18, 29 September 2017
  • ἐν ὀλίγῳ. Have space for, v.; P. and V. χωρεῖν (acc.). Time: P. and V. χρόνος, ὁ. Space of, length of: use P. and V. πλῆθος, τό (gen.). After a space:
    1 KB (128 words) - 10:03, 21 July 2017
  • ten years: V. δεκασπόρῳ χρόνῳ (Eur., Tro. 20). A space of ten years.: P. χρόνος δεκαέτηρος, ὁ (Plat.). Having been a year gone: V. ἐνιαύσιος βεβώς (Soph
    1 KB (140 words) - 17:58, 24 February 2019
  • time: P. and V. παρελθών, P. παρεληλυθώς. Past time: P. and V. ὁ παρελθὼν χρόνος. Be past, have gone by: P. and V. παρελθεῖν, V. παροίχεσθαι. Past actions:
    1 KB (140 words) - 09:48, 21 July 2017
  • η (AM κύησις) κυώ η διεργασία που συντελείται και ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ σύλληψης και τοκετού στα θηλαστικά, όταν το έμβρυο αναπτύσσεται μέσα στη
    619 bytes (54 words) - 07:26, 29 September 2017
  • και τον διακρίνει σε παρελθόν και μέλλον, ο χρόνος κατά τον οποίο μιλάμε ή κάνουμε κάτι, ο τωρινός χρόνος 2. φρ. α) «προς το παρόν» και «κατά το παρόν»
    1 KB (105 words) - 07:48, 1 January 2019
  • τέσσερα κομμάτια») νεοελλ. 1. (χωρίς άρθρο, επιρρμ.) λίγη ποσότητα ή λίγος χρόνος (α. «κάτσε κομμάτι να σέ δούμε» β. «φάε κομμάτι πριν φύγεις») 2. μουσική
    3 KB (250 words) - 07:25, 29 September 2017
  • adj. P. and V. καινός, νέος. Modern times: use P. and V. ὁ νῦν χρόνος. Look up modern on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary
    401 bytes (45 words) - 09:41, 15 August 2017
  • time died he? Ar. πηνίκʼ ἄττʼ ἀπώλετο; (Av. 1514). generally; P. and V. χρόνος, ὁ, V. ἡμέρα, ἡ. time of life: Ar. and P. ἡλικία, ἡ, V. αἰών, ὁ. occasion:
    5 KB (692 words) - 10:37, 30 October 2019
  • ἡ. Doctrine: P. δόγμα, τό. Time is the wisest mode of teaching: V. ὁ γὰρ χρόνος δίδαγμα ποικιλώτατον (Eur., Frag.). Look up teaching on Perseus Dictionaries
    432 bytes (50 words) - 11:01, 7 August 2017
  • πέριξ τόπος, τὰ πέριξ ἔθνη Πλάτ. Τίμ. 62Ε, Ξεν. Κύρ. 1. 5, 2· ὁ π. χρόνος, δηλ. πᾶς χρόνος πλὴν τοῦ παρόντος, Ἀριστ. π. Ἑρμην. 3, 5. adv. et prép. 1 adv
    10 KB (940 words) - 14:21, 3 October 2019
  • κάτι (α. «τὴν εὐκαιρίαν διαφυλάττειν» β. «βρήκε ευκαιρία και πλούτισε») 2. χρόνος διαθέσιμος (α. «κατὰ πολλὴν εὐκαιρίαν καὶ σχολήν» β. «μόλις βρω ευκαιρία
    2 KB (146 words) - 07:14, 29 September 2017
  • το (ΑM μέλλον) 1. το χρονικό διάστημα μετά το παρόν, ο χρόνος που ακολουθεί μετά την παρούσα χρονική στιγμή («το μέλλον αόρατον») 2. στον πληθ. τα μέλλοντα
    2 KB (193 words) - 12:55, 15 February 2019
  • μέρες») 2. ο ορισμένος χρόνος για την ημερήσια εργασία («αρρώστησα κι έλειψα από το γραφείο τρεις ημέρες») 3. αστρον. ο χρόνος που απαιτείται για να εκτελέσει
    13 KB (988 words) - 15:15, 15 January 2019
  • ανάστροφη της παλάμης 8. φρ. «ανάποδος χρόνος», δύστροπος, στριφνός «ανάποδος χρόνος, δεκατρείς μήνες», ο χρόνος της δυστυχίας φαίνεται μεγαλύτερος από
    5 KB (353 words) - 11:15, 14 January 2019
  • «Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών») 4. η ενεργός κατάσταση δημοσίου υπαλλήλου, ο χρόνος κατά τον οποίο εργάζεται κανείς σε μια εργασία («έχει συντάξιμη υπηρεσία»)
    5 KB (402 words) - 12:52, 29 September 2017
  • ἐπέτειος, -ον και -ος, -ία, -ον) νεοελλ. η ημέρα κατά την οποία συμπληρώνεται χρόνος ή αριθμός ετών από τότε που συνέβη σημαντικό γεγονός («εθνική επέτειος»)
    1 KB (107 words) - 07:10, 29 September 2017
  • αφοσιωμένης στη δουλειά μου και προσπαθώ να τή βελτιώσω γ) «μέ κυνηγά ο χρόνος» — βιάζομαι πολύ, δεν προλαβαίνω νεοελλ.-μσν. 1. επιζητώ να συναντήσω κάποιον
    2 KB (195 words) - 07:26, 29 September 2017
  • art of education: P. ἡ παιδευτική. Time is the fullest education: V. ὁ γὰρ χρόνος δίδαγμα ποικιλώτατον (Eur., Frag.). Look up education on Perseus Dictionaries
    469 bytes (54 words) - 11:00, 7 August 2017
  • στην περίπτωση που η ενέργεια δεν γίνεται ή δεν πρόκειται να γίνει, ο δε χρόνος ο οποίος ακολουθεί είναι συν. ο αόρ. (α. «ναῑε δὲ Πήδαιον πριν ἐλθεῑν υἷας
    5 KB (449 words) - 12:55, 15 February 2019
  • ten years: V. δεκασπόρῳ χρόνῳ (Eur., Tro. 20). A space of ten years: P. χρόνος δεκαέτηρος (Plat.). Ten years old: P. δεκέτης. Fem. Ar. and P. δεκέτις.
    808 bytes (87 words) - 10:06, 21 July 2017
  • German Zeitumstände), οἱ χρονοι καί οἱ καιροί Sept.; SYNONYMS: καιρός, χρόνος: χρόνος time, in general; καιρός a definitely limited portion of time, with
    63 KB (6,065 words) - 13:50, 3 October 2019
  • -ώσα, -ώς (AM ἐνεστώς, -ῶσα, -ώς) (μτχ. παρακμ. του ενίστημι ως ουσ.) χρόνος του ρήματος που δηλώνει ότι η πράξη γίνεται στο παρόν και διαρκεί. Αναζήτηση
    285 bytes (34 words) - 07:08, 29 September 2017
  • ευκρινέστερα μια έννοια που είναι ήδη αρκετά σαφής («ὁ κοινὸς ἰατρὸς θεραπεύσει σε, χρόνος»). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    491 bytes (41 words) - 07:11, 29 September 2017
  • πολιτεία, χώρα που υπάγεται σε ενιαίο διοίκηση («η ελληνική επικράτεια») μσν. ο χρόνος της εξουσίας κάποιου αρχ.-μσν. κυριότητα, εξουσία, κυριαρχία αρχ. 1. υπεροχή
    1 KB (102 words) - 07:11, 29 September 2017
  • συνήθως στη φρ. «ποιητική αδεία») μσν.- νεοελλ. ευχέρεια χρόνου, διαθέσιμος χρόνος, ευκαιρία νεοελλ. 1. παροχή δικαιώματος σε κάποιον για την εκτέλεση ή μη
    3 KB (238 words) - 13:05, 8 January 2019
  • το ο χρόνος αμέσως μετά τη δύση του ήλιου. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    113 bytes (18 words) - 07:01, 29 September 2017
  • απροσδόκητος («ή ἐξαίφνης συμφορά») αρχ. φρ. «τὸ ἐξαίφνης» — η στιγμή ή ο σύντομος χρόνος μεταξύ δύο χρονικών σημείων. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    551 bytes (43 words) - 06:30, 29 September 2017
  • στερεότητα 2. γραμμ. α) παράταση ή συχνή επανάληψη ρηματικής ενέργειας β) ο χρόνος που απαιτείται για την εκφώνηση φωνήματος ή ομάδας φωνημάτων (για φωνήεντα
    2 KB (115 words) - 06:27, 29 September 2017
  • κλείσει μια πληγή, θεραπεύω νεοελλ. κάνω να λησμονηθεί κακό ή συμφορά («ο χρόνος επουλώνει τον πόνο»). [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ουλόω «χαράζω, προξενώ ουλές»].
    519 bytes (37 words) - 06:36, 29 September 2017
  • the time left you to live: V. βραχὺς δε σοί. πάντως ὁ λοιπὸς ἦν βιώσιμος χρόνος (Eur., Alc. 649). Pass one's life: P. and V. βιῶναι (2nd aor. of βιοῦν)
    3 KB (320 words) - 11:00, 7 August 2017
  • οῦ, Dor. μᾱνῡτάς, ᾶ, ὁ,    A bringing to light, μ. χρόνος E.Hipp.1051.    II Subst., one who brings information, τοῖς μέλλουσιν ἀποθανεῖσθαι μ. γενέσθαι
    5 KB (390 words) - 15:05, 9 January 2019
  • Roll out of: V. ἐκκυλίνδεσθαι (gen.). Time as it rolls on: V. οὑπιρρέων χρόνος. subs. Swaying motion: Ar. and V. σάλος, ὁ. Register: Ar. and P. κατάλογος
    2 KB (174 words) - 11:45, 7 August 2017
  • ανώτερος χρημάτων» — είναι αδέκαστος, δεν δωροδοκείται ι) «ο χρόνος είναι χρήμα» — βλ. χρόνος 3. παροιμ. «έχεις χρήματα, έχεις πατήματα» — δηλώνει ότι το
    6 KB (486 words) - 18:42, 6 December 2018
  • subs. Time: P. and V. χρόνος, ὁ. Day: P. and V. ἡμέρα, ἡ. At no distant date: V. οὐ μάλʼ εἰς μακράν (Aesch., Supp. 925), P. οὐκ εἰς μακράν. Not distinguishing
    1 KB (119 words) - 09:26, 21 July 2017
  • Epicur.Nat.14.4, Phld. Rh.2.49 S., Ptol.Harm.1.15.    II Gramm., ὁ σ. (sc. χρόνος) the tense of completion, viz. pf. and aor., opp. παρατατικός, S.E.M.10
    2 KB (142 words) - 11:30, 14 January 2019
  •    II metaph., soften, appease, σπλάγχνον, ὀργάς, E. Or.1201, Alc.771; χρόνος μαλάξει σε will relieve thee, ib.381, cf. 1085; [θωπεῖαι] τοὺς θυμοὺς μαλάττουσαι
    10 KB (724 words) - 11:45, 9 January 2019
  • συντελουμένας φάσεις», Πλωτ.) νεοελλ. φρ. α) «συντελεσμένος μέλλοντας» γραμμ. χρόνος που δηλώνει ότι η ενέργεια του ρήματος θα έχει ολοκληρωθεί σε μια δεδομένη
    3 KB (224 words) - 12:53, 29 September 2017
  • καὶ αὖ. Il.1.140, cf.A.Ag.317, S.Aj.1283, Antipho 5.94, Isoc.4.110; ὁ αὖ. χρόνος Pl.Lg.934a; οἱ αὖ. posterity, S.E.M.1.53.    III of sequence, in turn, A
    13 KB (1,232 words) - 11:10, 26 February 2019
  • не спадет жара; ὁ παρελθὼν χρόνος Soph. прошлое (время); ἐν τῷ παρελθόντι Xen. в прошлом, прежде; грам. ὁ παρεληλυθὼς χρόνος Arst. прошедшее время (перфект);
    34 KB (3,305 words) - 14:15, 3 October 2019
  • αὐτοῦ Πράξ. Ἀποστ. ΙΕ΄, 14. ΙΙ. ἐπὶ χρόνου, ὡς, ὅτε, καθὼς δὲ ἤγγιζεν ὁ χρόνος τῆς ἐπαγγελίας αὐτόθι ζ΄, 17, πρβλ. Β΄Μακκ. Λ΄, 31. conj. 1 selon que
    11 KB (1,520 words) - 13:45, 3 October 2019
  • Ἑρμην. 10.1. 3) ὁ ἀόρ. (ἐνν. χρόνος) Γραμμ. ος, ον : 1 non limité; 2 indéfini, indéterminé ; t. de gramm. ὁ ἀόριστος (χρόνος) l’aoriste. Étymologie: ἀ,
    9 KB (723 words) - 14:00, 31 January 2019
  • erstreckend, χρόνος, tempus imperfectum, Gramm.; – auch adv., S. Emp. adv. phys. 2, 101. παρατᾰτικός: -ή, -όν, ὁ παρατεινόμενος· χρόνος παρατατικός,
    3 KB (226 words) - 11:20, 14 January 2019
  • «γεωμετρία τριών διαστάσεων» — η στερεομετρία 3. «τέταρτη διάσταση» — ο χρόνος, σύμφωνα με τη θεωρία της σχετικότητας 4. «ταινία, φιλμ τριών διαστάσεων»
    2 KB (179 words) - 07:04, 29 September 2017
  • («ὁλόχρονος τριετία» — τρία ολόκληρα χρόνια). [ΕΤΥΜΟΛ. < ὁλ(ο)- + -χρόνος (< χρόνος), πρβλ. μακρό-χρονος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    655 bytes (40 words) - 12:05, 29 September 2017
  • (I) -έω, Α χρόνος χρονοτριβώ. (II) -όω, Α χρόνος καθορίζω χρονικά. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    181 bytes (20 words) - 12:25, 10 January 2019
  • δεκάσπορος χρόνος: ὁ, πάροδος δέκα περιόδων σποράς, δηλ. δέκα ετών, σε Ευρ.
    174 bytes (12 words) - 22:04, 30 December 2018
  • οποίας αποτελείται από δύο διακεκριμένες φάσεις διαφορετικής διάρκειας γ) «χρόνος χαλάρωσης» (χημ.-φυσ.) το χαρακτηριστικό χρονικό διάστημα που απαιτείται
    3 KB (244 words) - 13:00, 29 September 2017
  • ὁ πληθύων λόγος, ὁ κυκλοφορῶν λόγος, Σοφ. Ο. Κ. 377· ὁ πληθύων χρόνος, ὁ αὐξόμενος χρόνος, αὐτόθι 930 ΙΙ. ἡ διάκρισις μεταξὺ τοῦ πληθύνω καὶ -ύω, ὡς μεταβ
    14 KB (1,222 words) - 12:55, 15 February 2019
  • transcurrir, pasar el tiempo μετὰ τὴν σκιὰν τάχιστα γηράσκει χρόνος Critias B 26, χρόνος καθαίρει πάντα γηράσκων A.Eu.286, cf. Pr.981. 3 envejecer, debilitarse
    16 KB (1,610 words) - 13:15, 3 October 2019
  • Ran. 714). That no time may be wasted in the operations: P. ἵνα μηδεὶς χρόνος ἐγγένηται τοῖς πράγμασι (Dem. 445). Waste one's labour, do more than is
    3 KB (297 words) - 09:54, 8 August 2017
  • 117C). Stream of words: see under torrent. The stream of time: V. οὑπιρρέων χρόνος. (Aesch. Eum. 853). v. intrans. Flow: P. and V. ῥεῖν; see flow. Be carried
    3 KB (310 words) - 13:57, 7 August 2017
  • οδηγεί σε ευτυχία, αυτός που φέρνει ευτυχία («ευτυχισμένος ο καινούργιος χρόνος») 4. φρ. «ευτυχισμένη ιδέα» — ευτυχής, επιτυχημένη έμπνευση νεοελλ.-μσν
    2 KB (170 words) - 06:39, 29 September 2017
  • (παλαιότερα) το μεσημεριανό φαγητό σε αντιδιαστολή προς το δείπνο μσν. ο χρόνος κατά τον οποίο λαμβάνεται το πρωινό φαγητό, το πρωί. Αναζήτηση σε: Google
    584 bytes (49 words) - 12:21, 29 September 2017
  • βόθρος», Απολλ. Ρόδ.) 2. (μτφ. για χρόνο) λίγος, μικρός («πήχυιος χρόνος» — ελάχιστος χρόνος, Μίμν.) 3. (το ουδ. εν. ως επίρρ.) πήχυιον σε απόσταση ενός πήχυ
    2 KB (161 words) - 12:18, 29 September 2017
  • instruction, Hp.Fract.1, Ar.Nu.668, X.Eq.9.10, Pl.Clit.409b, Mosch.Fr.2.7, etc.; χρόνος δ. ποικιλώτατον E.Fr.291; evidence, proof, τινός Plu. Galb.17. [Seite
    4 KB (313 words) - 12:20, 15 February 2019
  • несметный Pind., Her., Trag., Plat.: χρόνος ἡμερῶν ἀνήριθμος Soph. бесчисленные дни; 2) бесконечный, безмерный (χρόνος Soph.; ἄπειρος καὶ ἀναρίθμητος Arst
    6 KB (500 words) - 13:03, 3 October 2019
  • ον, (βιόω)    A to be lived, χρόνος E.Alc.650; αἱ β. ἡμέραι Lib. Decl.2.34; esp. οὐ βιώσιμόν ἐστί τινι 'tis not meet for him to live, Hdt. 1.45; τί γὰρ
    6 KB (635 words) - 06:05, 10 January 2019
  • ο (Α μέλλων) ο χρόνος του ρήματος που δηλώνει ότι μια πράξη θα γίνεται επαναληπτικά στο μέλλον ή θα γίνει μία φορά ή θα έχει τελειώσει κάποια στιγμή του
    808 bytes (67 words) - 15:15, 15 January 2019
  • εναλλασσόμενη φρουρά ή ομάδα υπηρεσίας («πρώτη, δεύτερη, νυχτερινή βάρδια») 5. ο χρόνος της υπηρεσίας ή της εργασίας των ομάδων που εναλλάσσονται 6. φρ. «σκάντζα
    892 bytes (63 words) - 06:24, 29 September 2017
  • conjunction of two terms, APr. 42b10, APo.82b7, al.    6 extension, dimension, χρόνος κινήσεως δ. Zeno Stoic.1.26, cf. Chrysipp.ib.2.164, Dam.Pr.389; of Space
    16 KB (1,673 words) - 13:25, 3 October 2019
  • μεσολαβεί από την αυγή ώς το μεσημέρι 3. (με άρθρο ως ουσ.) το πρωί ή τo πρωΐ ο χρόνος γύρω από την ανατολή του ηλίου, η πρωία (α. «έφυγε το πρωί» β. «ὤρθρισε
    3 KB (316 words) - 12:20, 14 January 2019
  • Θαλάσσ. σ. 56. from μακρός and χρόνος; long-timed, i.e. long-lived: live long. μακροχρονιον (μακρός and χρόνος), literally, 'long-timed' (Latin longaevus)
    4 KB (302 words) - 14:00, 3 October 2019
  • πορτοφόλι μου») 2. στερούμαι ένα πρόσωπο λόγω θανάτου του (α. «πέρασε ένας χρόνος από τότε που έχασε το παιδί της» β. «πῶς τοῦτο ἐσυνέβηκεν, ἐχάσαμέν σε νέαν»
    8 KB (604 words) - 12:46, 29 September 2017
  • Χρυσ. δ. «ὁ γὰρ ἑπτὰ ἀριθμὸς τοῦ πλήθους δηλωτικός ἐν ἑπτὰ γὰρ ἡμέραις ἅπας χρόνος ἀνακυκλεῑται», Θεοδώρ.) νεοελλ. φρ. 1. «παραγγελία στο εφτά» — στο τραπέζι
    9 KB (548 words) - 12:25, 15 February 2019
  • extent or duration; χρόνος is the general designation for time, which can be divided up into portions, each of which is in its turn a χρόνος; on the other hand
    39 KB (4,637 words) - 13:00, 3 October 2019
  • from χρόνος; to take time, i.e. linger: delay, tarry. future χρονίσω (T Tr text WH), Attic χρονιω (ibid. R G L Tr marginal reading); (χρόνος); from
    13 KB (1,060 words) - 14:40, 3 October 2019
  • προστάτης σε, πυλῶν, σε Αισχύλ.· Ἀργείων, σε Ευρ. III. ὁ προστατῶν χρόνος, ο πλησιέστατος χρόνος, σε Σοφ. προστατέω: 1) стоять во главе, управлять, править
    8 KB (623 words) - 10:50, 10 January 2019
  • 54; κάλλος ἢ χρόνος ἀνάλωσεν ἢ νόσος ἐμάρανε Isoc.1.6; μάραινε [αὐτὸν] διώγμασι A.Eu.139; πίνος πλευρὰν μ. S.OC1260; πάνθ' ὁ μέγας χρόνος μ. Id.Aj.714
    19 KB (1,629 words) - 14:05, 3 October 2019
  • χειρός μεγάλης ακριβείας. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. chronometer < χρόνος + μέτρο. Η λ., στον λόγιο τ. χρονόμετρον, μαρτυρείται από το 1847 στον Αλέξ
    1 KB (77 words) - 06:10, 29 September 2017
  • χρόνιος: -α, -ον, καὶ Ἀττ. ος, ον, Εὐρ. Ἴων 470, Ἀνδρ. 84, κ. ἀλλ.· (χρόνος) - ὁ μετὰ πολὺν χρόνον, χρόνιος ἐλθὼν Ὀδ. Ρ. 112 χρονία μὲν ἥκεις Κρατῖνος
    14 KB (1,198 words) - 11:45, 9 January 2019
  • και πιο διαδεδομένες σε παγκόσμια κλίμακα γιορτές. [ΕΤΥΜΟΛ. < πρωτ(ο)- + χρόνος + κατάλ. -ιά (πρβλ. πρωτο-μαγιά)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    589 bytes (42 words) - 12:24, 29 September 2017
  • κισσό) αναρριχώμαι 3. κινούμαι αργά 4. (για χρόνο) περνώ αργά («μαραίνει ὁ χρόνος ἑρπύζων σήν... χάριν», Ιουλ.). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    1,007 bytes (80 words) - 06:32, 29 September 2017
  • κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, ταυτόχρονα. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + -χρονος (< χρόνος), πρβλ. ἔγ-χρονος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    5 KB (319 words) - 12:35, 29 September 2017
  • ἀναφαίνομαι, Αἰσχύλ. Χο. 282, Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 1053· ἐπαντέλλων χρόνος, ὁ ἐπερχόμενος χρόνος, τὸ μέλλον, Πινδ. Ο. 8. 37. impf. ἐπανέτελλον; 1 se lever abs
    7 KB (495 words) - 22:05, 9 January 2019
  • ον,    A of seventy weeks, χρόνος Tz.H.8.54. ἑβδομηκονθεβδόμαδος: -ον, ἐξ ἑβδομήκοντα ἑβδομάδων ἀποτελούμενος, χρόνος Τζέτζ. Χιλ. 8. 54. -ον que consta
    1 KB (53 words) - 06:36, 29 September 2017
  • εχθροπραξιών αρχ.-μσν. ανάπαυλα, ευκαιρία, διακοπή αρχ. 1. άδεια, ελευθερία 2. ο χρόνος της άδειας 3. αποχή. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. εκεχειρία (δωρ. εκεχηρία), «σύνθετο εκ
    720 bytes (52 words) - 07:06, 29 September 2017
  • μηχανο-λόγος. Η λ. στον πληθ. ηλεκτρολόγοι μαρτυρείται από το 1886 στην εφημερίδα Χρόνος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    780 bytes (47 words) - 07:16, 29 September 2017
  • ὑπερσυντελικός, -ή, -όν, Α γραμμ. (με ή χωρίς τη λ. χρόνος) μονολεκτικός ή περιφραστικός χρόνος ρήματος που δηλώνει πράξη συντελεσμένη στο παρελθόν πριν
    1 KB (76 words) - 12:49, 29 September 2017
  • εξασφαλίζω την τροφή μου, Σοφοκλής) 6. παθ. φθάνω στο τέλος, τελειώνω («χρόνος ἄνυτο», Θεόκριτος) 7. παθ. μεγαλώνω, αυξάνομαι 8. κάνω κάτι γρήγορα, χωρίς
    3 KB (182 words) - 06:22, 29 September 2017
  • προσδιορισμό τών γεγονότων αρχ. η αρίθμηση, ο υπολογισμός του χρόνου. [ΕΤΥΜΟΛ. < χρόνος + -λογία]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1 KB (108 words) - 06:10, 29 September 2017
  • εὐθύνατε τὴν ὁδὸν Κυρίου», ΚΔ) 3. δικάζω σύμφωνα με το δίκαιο 4. στέλνω («χρόνος ὄλβον... εὐθύνει», Πίνδ.) 5. (στην Αθήνα για τους άρχοντες) καλώ κάποιον
    2 KB (163 words) - 07:14, 29 September 2017
  • τοῦ πολέμου», Παρθ.) 7. φρ. «ὁ παρήκων χρόνος» ἡ «τὸ παρῆκον τοῦ χρόνου» — ο χρόνος που ήδη διέρχεται ή ο χρόνος που μόλις έχει περάσει σε σχέση με αυτόν
    8 KB (664 words) - 12:50, 15 February 2019
  •    3 scratch, dub. in Jul.Caes.310a.    II rub down, wear away, ψ. πέτρην χρόνος AP7.225:—Pass., ψήχεται [ ἡ πέτρα] διὰ τὴν πληγὴν τῶν κυμάτων Arist.Pr.935a13;
    6 KB (459 words) - 16:06, 2 October 2019
  • αυτός για τον οποίο καταναλίσκεται πολύς χρόνος (α. «χρονοβόρα εργασία» β. «χρονοβόρο έργο»). [ΕΤΥΜΟΛ. < χρόνος + -βόρος (< βορά «τροφή»), πρβλ. σαρκο-βόρος]
    571 bytes (38 words) - 06:09, 29 September 2017
  • συμπληρώθηκε ένας χρόνος από τον θάνατο της γιαγιάς) 2. γίνομαι ενός έτους («χρόνιασε το μωρό»). [ΕΤΥΜΟΛ. < χρόνια, ετερκλ. πληθ. του χρόνος]. Αναζήτηση σε:
    515 bytes (39 words) - 06:10, 29 September 2017
  • «μονόσημος χρόνος» (στη μετρική) αυτός που δεν μπορεί να διαιρεθεί σε δύο, δηλ. που έχει το μέγεθος της βραχείας συλλαβής, αλλ. πρώτος χρόνος. [ΕΤΥΜΟΛ.
    785 bytes (56 words) - 07:39, 29 September 2017
  • υστερόχρονα Ν σε μεταγενέστερο χρόνο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὕστερος + -χρονος (< χρόνος), πρβλ. προτερό-χρονος, πρωτόθρονος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    628 bytes (36 words) - 12:59, 29 September 2017
  • ἐντάφιον ... οὔτ' ... ἀμαυρώσει χρόνος Simon.26.5, χρόνος δ' ἀμαυροῖ πάντα el tiempo todo lo destruye S.Fr.954, ὁ χρόνος ἠμαύρωκε τὰ πολλά Str.8.1.1, χρόνου
    15 KB (1,449 words) - 21:05, 20 August 2019
  • χρονικά διαστήματα 2. συγχρόνως. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἰσ(ο)- + -χρονος (< χρόνος), πρβλ. ομοιό-χρονος, υστερό-χρονος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    2 KB (106 words) - 07:19, 29 September 2017
  • πυρός του πεζικού, του πυροβολικού και της αεροπορίας, και στη συνέχεια ο χρόνος και ο τρόπος δράσης κάθε δύναμης πυρός η) «σχέδιο επιχειρήσεων» στρ. σχέδιο
    7 KB (545 words) - 12:56, 29 September 2017
  • Il.11.127 ; ἄμφω ὁ. Od.12.424 ; παρῆν ὁ. κλύειν πολλὴν βοήν A.Pers.401 ; χρόνος καθαιρεῖ πάντα . . ὁ. Id.Eu.286 ; δυοῖν ὁ. S.OC329 ; εἰ γὰρ Αἰγίσθῳ θ' ὁ
    22 KB (2,097 words) - 14:35, 3 October 2019
  • Dem. 25, 76; χρόνος ἱστορίᾳ β. Plut. Thes. 1. βάσιμος: [ᾰ], -ον, (βαίνω) ὃν δύναταί τις νὰ διαβῇ, βατός, προσιτός, Δημ. 763. 5· χρόνος ἱστορίᾳ βας. Πλούτ
    3 KB (315 words) - 06:05, 10 January 2019
  • εἰπεῖν ἐπιρρεόντων Ἰσοκρ. 252C: ― μεταφ. ὡσαύτως, οὑπιρρέων χρόνος, ὁ πρὸς τὰ ἐμπρὸς χωρῶν χρόνος, δηλ. τὸ μέλλον, Αἰσχύλ. Εὐμ. 853· ὄλβου δ’ ἐπιρρυέντος,
    10 KB (781 words) - 22:20, 9 January 2019
  • Dagh, i B.C.); ζωή, πόλεμοι, Ph.2.364, 1.677; δουλεία Luc.Merc.Cond.17; χρόνος Sor.1.33; full of years, γῆρας LXX Wi.4.16; old, ἐλέφας Hld.10.25; οἶνος
    5 KB (376 words) - 10:55, 10 January 2019
  • ἐλάτῃσιν Od.12.172; ἅλα ῥοθίοισι λ. E.Cyc.17; ἐς γένυν ἕρπει λευκαίνων ὁ χρόνος Theoc.14.70; plaster with whitening, λευκᾶναι τὰ λευκώματα Ephes.3p.148:—Pass
    9 KB (745 words) - 13:55, 3 October 2019
  • ο χρόνος που μεσολαβεί ανάμεσα σε δύο διαδοχικά μέγιστα ή ελάχιστα της λαμπρότητας ενός μεταβλητού αστέρα δ) «συνοδική περίοδος» αστρον. ο χρόνος που
    25 KB (2,003 words) - 21:05, 20 August 2019
  • subs. Time, season: P. and V. χρόνος, ὁ. Look up epoch on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ
    166 bytes (25 words) - 09:39, 21 July 2017
  • ώρα («έρχεται ενωρίς στη δουλειά του») 2. πριν έρθει η ώρα, ο καθορισμένος χρόνος («έφυγε νωρίς») 3. πολύ πρωί («ξύπνησα νωρίς σήμερα»). Αναζήτηση σε: Google
    449 bytes (40 words) - 07:09, 29 September 2017
  • (γραφαί) LUC les chroniques, les annales. Étymologie: χρόνος. -ή, -ό / χρονικός, -ή, -όν, ΝΜΑ χρόνος 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον χρόνο (α. «χρονική
    5 KB (374 words) - 11:30, 10 January 2019
  • (ἐξυπακ. ἡμέρα), ἡ, κατὰ τὸ Ἀττικὸν δίκαιον, ἡμέρα ὁριζομένη ἐκ τῶν προτέρων ἢ χρόνος ὡρισμένος, χρονικὴ περίοδος προσδιωρισμένη, ἐντὸς τῆς ὁποίας τὰ χρήματα
    7 KB (629 words) - 14:22, 3 October 2019
  • 38; ἐπὶ τῆς νῦν ἡλικίας Isocr. 4, 167; ἕως εἰς τὴν νῦν ζῶσαν ἡλικίαν ὁ χρόνος προήγαγεν ἡμᾶς Dem. 60, 11, bis zu dem heutigen Menschengeschlecht, collectivisch
    33 KB (3,078 words) - 13:40, 3 October 2019
  • οὐ π. πρίν или ἕως Xen., Lys., μὴ π. ἀλλ᾽ ὅταν Polyb. не раньше чем; ὁ π. χρόνος Thuc. и αἱ π. ἡμέραι NT прошлое время; Κῦρος ὁ π. Luc. Кир Старший; τὰ π
    883 bytes (85 words) - 14:05, 31 January 2019
  • 66, 20.74; Ὀϊκλῆος θ. λέχος εἰσαναβᾶσα Hes.Cat.Oxy.2075.25; θαλερὸς ἥβης χρόνος E.El. 20; πρωθήβης ἔαρος θαλερώτερος Alex.Aet.3.7; of plants, ἀμάρακος Chaerem
    12 KB (1,033 words) - 23:10, 9 January 2019
  • 24. 10. β) Μεταβατ. ἐν Πινδ. Ν. 1. 70· ἀγχομένοις δὲ χρόνος ψυχὰς ἀπέπνευσεν μελέων ἀφάτων, ὁ χρόνος [[[ταχέως]]] ἠνάγκασε τὴν πνοὴν τῆς ζωῆς νὰ ἐξέλθῃ ἐκ
    15 KB (1,365 words) - 14:30, 9 January 2019
  • (συνήθως για άρνηση) ποτέ, ουδέποτε μσν.-αρχ. ο χωρίς αρχή και τέλος χρόνος, άπειρος χρόνος, αιωνιότητα μσν. 1. διάστημα χιλίων ετών, χιλιετία 2. διάστημα χρόνου
    8 KB (641 words) - 15:20, 15 January 2019
  • επίρρ. στα μέσα του χρόνου. [ΕΤΥΜΟΛ. < μεσ(ο)- + χρόνος + επιρρμ. κατάλ. -ίς (πρβλ. ολοχρονίς)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    373 bytes (23 words) - 06:46, 29 September 2017
  • το το ημιχρόνιο. [ΕΤΥΜΟΛ. < μεσ(ο)- + χρόνος (πρβλ. ημί-χρονο). Η λ. μαρτυρείται από το 1898 στην εφημερίδα Άστυ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    383 bytes (28 words) - 07:37, 29 September 2017
  • Phdr.248b.    II metaph., break down, enfeeble, μὴ θραύσαι (-σοι codd.) χρόνος ὄλβον Pi.O.6.97, cf. E.HF779 (lyr.); διάτορον σφραγῖδα θ. στόματος Tim.
    15 KB (1,234 words) - 13:52, 3 October 2019
  • Ἀνθ. Π. 9. 247· καὶ μεταφορ., Μήδων στ. δύναμιν Σιμωνίδ. 93· λῆμα στόρνυσι χρόνος τὸ σὸν Εὐρ. Ἡράκλ. 702· ἵνα Πελοποννησίων στορέσωμεν τὸ φρόνημα Θουκ. 6
    6 KB (589 words) - 10:30, 5 August 2017
  • Το ρ. ειμί, όπως εξάλλου και το έχω, από τους χρόνους της Κοινής, όταν ο χρόνος, η έγκλιση και το ποιόν ενεργείας αρχίζουν να εκφέρονται περιφραστικά, λειτουργεί
    20 KB (1,553 words) - 12:25, 15 February 2019
  • έτους 3. φρ. «χρονιάρα μέρα» — γιορτάσιμη μέρα, επίσημη γιορτή. [ΕΤΥΜΟΛ. < χρόνος + κατάλ. -ιάρης (πρβλ. ταξιδ-ιάρης)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    602 bytes (42 words) - 06:10, 29 September 2017
  • συντεταγμένης, αυτής του χρόνου, στον τρισδιάστατο χώρο. [ΕΤΥΜΟΛ. < χώρος + χρόνος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    502 bytes (36 words) - 06:15, 29 September 2017
  • και γένωμα, το 1. η ωρίμανση τών καρπών 2. ο χρόνος κατά τον οποίο γίνεται η ωρίμανση 3. η ζύμωση, το ανέβασμα του ψωμιού. [ΕΤΥΜΟΛ. < γίνω, υποτ. του αορ
    469 bytes (42 words) - 06:26, 29 September 2017
  • (ἀεί):—   A everlasting, eternal, h.Hom.29.3, Hes.Sc.310; freq. in Prose, χρόνος Antipho 1.21; ἔχθρα Th.4.20; οἴκησις, of a tomb, X.Ages.11.16; ἡ ἀ. οὐσία
    7 KB (682 words) - 13:03, 3 October 2019
  • , τόκοισί τ’ ἀγόνοις γυναικῶν Σοφ. Ο. Τ. 26, πρβλ. 173, Εὐρ., κλπ. β) ὁ χρόνος τοῦ τοκετοῦ, ὁ τ. τῆς γυναικὸς Ἡρόδ. 1. 111· τῶν μὲν ἐνιαύσιος ὁ τ. Ἀριστ
    18 KB (1,677 words) - 14:35, 3 October 2019
  • Πλάτ.) 4. αποφασίζω μετά από δοκιμασία («ἐξελέγχων μόνος ἀλάθειαν ἐτήτυμον χρόνος», Πίνδ.) 5. παθ. είμαι γνωστός για τα αισθήματα ή τη διαγωγή μου 6. ιατρ
    1 KB (94 words) - 07:10, 29 September 2017
  • Id.Fr.593.5; εἰς τὴν αὔ. Alex.241.3, Act.Ap.4.3; ἐπὶ τὴν αὔ.ib.5; ὁ αὔ. χρόνος E.Hipp.1117; ἡ Αὔ. personified by Simon.210 B.; δαίμονα τὸν Αὔριον Call
    15 KB (1,524 words) - 13:13, 3 October 2019
  • γραμμές, καθεμιά από τις οποίες αντιστοιχεί σε ορισμένη ώρα ε) «ηλιακός χρόνος» — χρόνος που μετράται με βάση την κίνηση περιφοράς της γης γύρω από τον ήλιο
    4 KB (325 words) - 14:25, 14 January 2019
  • έξι μήνες· ἑξάμ. (ενν. χρόνος), ὁ, το μισό του έτους, εξάμηνο, σε Ξεν.· ἡ ἐξάμ. (ενν. ὥρη), σε Ηρόδ. ἑξάμηνος: II ὁ (sc. χρόνος) и ἡ (sc. ὥρα) шестимесячный
    8 KB (775 words) - 14:35, 14 January 2019
  • («τα έρημα τα ξένα ν’ ανάψουν να καούν», δημ. τραγ.) 3. φρ. «ἐρμος σου ο χρόνος και κακός» (για κατάρα) τον κακό σου τον καιρό μσν.- νεοελλ. 1. ταλαίπωρος
    6 KB (446 words) - 11:20, 14 January 2019
  • βροχή» — άρχισε να βρέχει) 21. (για χρόνο) φτάνω, επαρκώ («δεν μάς παίρνει ο χρόνος για να πάμε ώς εκεί») 22. επιβιβάζομαι σε μεταφορικό μέσο («πήρα το λεωφορείο»)
    14 KB (1,094 words) - 12:12, 29 September 2017
  •    A strengthen, confirm, ὁ χρόνος ταῦτα -ύσει πάντα Hp.Lex 3; ἄγγελος ἐνισχύων αὐτόν Ev.Luc.22.43:—Pass., Jul. Gal.Fr.7.    II intr., prevail in or among
    8 KB (780 words) - 13:30, 3 October 2019
  • (σπαν. για αφηρ. έννοιες θεωρούμενες ως πρόσ.) αυτός που δίνει ανακούφιση («χρόνος γὰρ ευμαρὴς θεός», Σοφ.) 5. ευγενής 6. αυτός που παρέχει άνεση. επίρρ.
    1 KB (98 words) - 07:14, 29 September 2017
  • αυτός για την καταβολή ή πληρωμή του οποίου δεν συμπληρώθηκε ο απαιτούμενος χρόνος 5. (για μισθό) αυτός που προεξοφλήθηκε χωρίς να έχει δουλευτεί 6. αυτός
    2 KB (135 words) - 06:33, 29 September 2017
  • . Hdt.1.127; λ. ποιεῖν τινος S.Fr.259; Λήθην… κωφήν, ἄναυδον Id.Fr.670; χρόνος πάντα… ἐς λ. ἄγει Id.Fr.954; τῶν ἰδίων λ. λαβών Timocl.6.5, cf. Phld. Rh
    10 KB (867 words) - 14:00, 3 October 2019
  • γενεά, ἡ, V. γονή, ἡ, γέννα, ἡ; see generation. time (generally): P. and V. χρόνος, ὁ. old age: P. and V. γῆρας, τό; see under old. of what age, adj. (indirect):
    4 KB (475 words) - 09:06, 23 September 2019
  • 220, cf. Il.23.225, A.R.4.1289 ; of quadrupeds and children, Nic.Al.542 ; χρόνος ἑρπύζων AP6.19 (Jul.); of ivy, ib.7.22 (Simm. Theb.). [Seite 1034] (ἕρπω)
    5 KB (464 words) - 22:35, 9 January 2019
  • «ὑποκείσθω ὅτι...» — ας ληφθεί ως δεδομένο ότι... (Αριστοτ.) β) «ὁ ὑποκείμενος χρόνος» — ο ενεστώτας γ) «ἡ ὑποκειμένη ὕλη» — η υπόθεση ή η ύλη επιστήμης ή πραγματείας
    5 KB (355 words) - 12:42, 29 September 2017
  • και κεραΐζω «φονεύω». Η λ. συνδέθηκε παρετυμολογικά και με τη λ. χρόνος. (Η σημ. «χρόνος» της λ. μαρτυρείται στον Αριστοτέλη). ΠΑΡ. αρχ. κρονείον, κρονίδης
    13 KB (1,158 words) - 15:26, 2 October 2019
  • μορφολογικά με αρμεν. αrd (γεν. ardu) «τάξη, σειρά», αρχ. ινδ ŗtu- «ορισμένος χρόνος, σειρά», αβεστ. ratu- «δικαστής, χρονική περίοδος», λατ. artus (-us) «άρθρωση
    3 KB (240 words) - 11:20, 23 December 2018
  • χρονικά διαστήματα. [ΕΤΥΜΟΛ. < χρόνος + διακόπτης, απόδοση στην Ελληνική ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. time-switch < time «χρόνος» + switch «διακόπτης»]. Αναζήτηση
    813 bytes (46 words) - 06:10, 29 September 2017
  • η, Ν φυσιολ. ο ελάχιστος χρόνος εφαρμογής ενός ερεθίσματος, ο οποίος απαιτείται για να προκαλέσει αντίδραση σε ένα διεγέρσιμο κύτταρο. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια
    532 bytes (37 words) - 06:09, 29 September 2017
  • αστέρα κ.λπ.) ανατέλλω ξανά, επιτέλλω 6. ο επερχόμενος χρόνος, το μέλλον («ὁ ἐπανατέλλων χρόνος», Πίνδ.). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    1 KB (75 words) - 07:10, 29 September 2017
  • ξυγχέω τὰς σπονδάς, Thuc. 5, 39; Soph. τὰ δ' ἄλλα συγχεῖ πάνθ' ὁ παγκρατὲς χρόνος, O. C. 615; χάριν, Tr. 1219; νόμιμα πάσης συγχέοντας Ἑλλάδος, Eur. Suppl
    20 KB (1,917 words) - 14:35, 3 October 2019
  • (sc. τὰ παιδία) Hdt.4.187; τ. ἦθος ψυχῆς Pl.Lg.793e.    II of four years, χρόνος Hdt.1.199, D.H.3.69; διάστημα Plb.9.1.1. τετραετής: -ές, ἢ τετραέτης,
    2 KB (164 words) - 01:51, 10 January 2019
  • χιλιόχρονος και χιλιόχρονη! να ζήσεις πολλά χρόνια. [ΕΤΥΜΟΛ. < χιλι(ο)- + χρόνος (πρβλ. τρί-χρονος). Η λ. μαρτυρείται από το 1831 στον Αλ. Σούτσο]. Αναζήτηση σε:
    629 bytes (52 words) - 13:01, 29 September 2017
  • ο (Α Ἀρκτοῦρος) αστέρι που βρίσκεται κοντά στη Μεγάλη Άρκτο αρχ. ο χρόνος εμφάνισης αυτού του αστέρα, δηλ. τα μέσα Σεπτεμβρίου. [ΕΤΥΜΟΛ. < άρκτος + -ορος
    868 bytes (59 words) - 12:20, 15 February 2019
  • πάσο του, χωρίς να βιάζεται. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. tempo < λατ. tempus, -oris «χρόνος»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    504 bytes (40 words) - 12:57, 29 September 2017
  • ο, Ν (φωτογρ.) σύστημα με το οποίο ρυθμίζεται ο χρόνος φωτισμού της φωτοευαίσθητης επιφάνειας προκειμένου να παραχθεί φωτότυπο. [ΕΤΥΜΟΛ. < φωτ(ο)- + φράκτης
    451 bytes (31 words) - 12:45, 29 September 2017
  • Φ. 749· νοσφίζειν τινὰ βίου αὐτόθι 1427, κτλ. 3) ἡ διάρκεια τῆς ζωῆς, ὁ χρόνος τῆς ζωῆς, Ἡρόδ. 6. 109, Πλάτ. Φαίδρ. 242Α. ΙΙ. τὰ μέσα πρὸς ζωήν, εἰσόδημα
    51 KB (5,249 words) - 13:15, 3 October 2019
  • 718e, etc.; [αἰών] prob. in B.3.74; βίος Hdt. 7.46; καιρός Call.Epigr.9; χρόνος A.Pr.939, Pers.713, etc.; μῦθος, λόγος, Id.Pr.505, v.l. in Pers.713; ἐν
    40 KB (3,946 words) - 13:15, 3 October 2019
  •    A manifold, ἅπας π. χρόνος all the whole length of time, A.Eu.763. [Seite 628] ες, meistfach, sehr vielfach, πλειστήρης χρόνος, alle Zeit, Aesch. Eum
    2 KB (155 words) - 05:40, 10 January 2019
  • abs., go forth, proceed, ib.500 (lyr.); esp. in part., coming on, future, χρόνος ἐφέρπων Pi.O. 6.97; ἐφέρποισα κρίσις Id.Fr.131.5; τᾶς -ούσας νυκτός during
    6 KB (479 words) - 17:30, 10 January 2019
  • ή, όν:    I in sg.,    1 of Time, long, χρόνος σ. Hdt. 8.52, Pl.Phd.57a, Gal.15.152, etc.; χρόνῳ σ. ὕστερον, σ. ὕστερον χρόνῳ, X.An.1.8.8, Pl.Grg.518d:
    23 KB (1,960 words) - 15:55, 2 October 2019
  • 16.176, al. (not in Od.); ἵπποι Pi.O.1.87; Νότος, Βορέας S.Tr.112 (lyr.); χρόνος Critias 18; πόνοι unceasing, Arist.Fr.675; νόος Them.Or.6.79c. ἀκάμας:
    5 KB (305 words) - 12:40, 9 January 2019
  • ταυτοχρόνως, συγχρόνως, κατά την ίδια στιγμή. [ΕΤΥΜΟΛ. < ομ(ο)- + χρόνος (πρβλ. ισό-χρονος). Η λ. ως επιστημον. όρος της Νέας Ελληνικής είναι αντιδάνεια,
    2 KB (105 words) - 12:09, 29 September 2017
  • προτοῦ: ἀντὶ πρὸ τοῦ, πρὸ τούτου, Ἡρόδ. καὶ Ἀττικ.· ὁ προτοῦ (ἐξυπακ. χρόνος) Θουκ. 1. 32· πρβλ. πρὸ Α. ΙΙ. ― προτοῦ ἐγκλεισθῶ, πρὶν ἀποχωρήσω τοῦ κόσμου
    2 KB (199 words) - 13:00, 15 February 2019
  • εκείνον που πραγματικά είναι ή μπορεί να είναι, φαινομενικός (α. «φαινόμενος χρόνος» β. «φαινομένη κίνηση» γ. «φαινομένη ταχύτητα» δ. «φαινόμενο μέγεθος») 5
    9 KB (679 words) - 12:59, 29 September 2017
  • things, π. πῦρ Pi.N.4.62; κεραυνός Id.Dith.2.15; σέλας S.Ph.986; ὕπνος, χρόνος, Id.Aj.675, OC609; ἀλάθεια B.Fr.10. [Seite 436] ές, allherrschend, allgewaltig;
    6 KB (420 words) - 05:00, 10 January 2019
  • old, Hdt.1.58, Th.6.82; αἰ. δήποτε 1.13; cf. εἰσαεί:—with the Art., ὁ ἀ. χρόνος eternity, Hdt.1.54, Pl.Phd. 103e, etc.; οἱ ἀ. ὄντες the immortals, X.Cyr
    24 KB (2,581 words) - 13:00, 3 October 2019
  • («προσκαρτερεῑν ἕως ἂν Ἐτέαρχος παραγένηται», πάπ.) 6. φρ. «ὁ προσκαρτερούμενος χρόνος» — ο χρόνος του οποίου γίνεται επιμελής χρήση (Διόδ.). Αναζήτηση σε: Google |
    1 KB (105 words) - 12:23, 29 September 2017
  • χρόνος, Gramm.,    A pluperfect tense, D.T.638.24, A.D.Synt.281.6, Choerob. in Theod.2.12 H., etc.; without χρόνος, A.D.Adv.124.18, EM483.51, etc.; ὑ.
    994 bytes (44 words) - 01:13, 9 February 2013
  • κίνηση είναι ίση με μηδέν β) «στιγμιαίος μέλλοντας» γραμμ. ο μελλοντικός χρόνος τών ρημάτων που φανερώνει κάτι το οποίο θα γίνει στο μέλλον χωρίς να έχει
    2 KB (161 words) - 12:32, 29 September 2017
  • Ἀριστοφ. Θεσμ. 418, Πλάτ. Συμπ. 172C, κτλ.· οὕτως, ὁ πρὸ τοῦ χρόνος, ὡς τὸ ὁ πρὶν χρόνος, Αἰσχύλ. Εὐμ. 462, κτλ.· ὡσαύτως, οἱ πρὸ ἡμῶν γενόμενοι Ἰσοκρ
    64 KB (6,096 words) - 14:40, 3 October 2019
  • ήλιος κατά τη διάρκεια της ημέρας δεν είναι καλυμμένος από σύννεφα 2. ο χρόνος που μεσολαβεί ανάμεσα στην πραγματική ανατολή και στην πραγματική δύση του
    459 bytes (45 words) - 07:16, 29 September 2017
  • το σημείο χρονικής αγωγής της βυζαντινής μουσικής, κατά το οποίο ο χρόνος παρατείνεται στο διπλάσιο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ημι- + αργό]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    384 bytes (27 words) - 07:17, 29 September 2017
  • -α, -ον) οκτάμηνος 1. αυτός που αποτελείται από οκτώ μήνες («ὀκταμηνιαῑος χρόνος», πάπ.) 2. αυτός που έχει ηλικία οκτώ μηνών, οκτάμηνος. Αναζήτηση σε: Google
    417 bytes (38 words) - 12:08, 29 September 2017
  • οκτώ χρόνους, από οκτώ χρονικές μονάδες. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀκτα- (βλ. λ. οχτώ) + χρόνος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    540 bytes (40 words) - 12:08, 29 September 2017
  • ἐξεκάλυψεν Even.5 ; πάντ' ἐκκάλυψον A.Pr.195, cf. S.Aj.1003; πάντ' ἐ. ὁ χρόνος Id.Fr.918 ; λέγ' ἐκκαλύψας κρᾶτα E.Supp.III; ἐ. μυστικοὺς λόγους Phld.Ir
    8 KB (720 words) - 12:09, 10 January 2019
  • η 1. ελεύθερος χρόνος, άνεση χρόνου, ευκαιρία 2. (για το φεγγάρι) ελάττωση, μείωση, «χάση». [ΕΤΥΜΟΛ. < αδειάζω. ΠΑΡ. αδειασάρης, αδειασερός]. Αναζήτηση
    456 bytes (28 words) - 06:31, 29 September 2017
  • χρονοφωτογράφηση. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. chronophotograph < χρόνος + φωτογράφος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    418 bytes (27 words) - 06:09, 29 September 2017
  • Ar. Pax 142. οῦσα, όν : part. prés. de πάρειμι¹ ; t. de gramm. ὁ παρών (χρόνος) le présent ; adv. • παρόντα dans les circonstances présentes, d’ores et
    1 KB (88 words) - 07:40, 1 January 2019
  • Ἀποσπ. 586· ξυνουσίᾳ καὶ χρόνου τριβῇ Πλάτ. Πολ. 493Β· ἀξίαν τριβὴν ἔχει, ὁ χρόνος καλῶς ἐδαπανήθη, Αἰσχύλ. Πρ. 639· βίος οὐκ ἄχαρις ἐς τὴν τριβήν, ὃν διέρχεταί
    16 KB (1,298 words) - 01:55, 10 January 2019
  • ές, or διέτης, ες,    A of or lasting two years, χρόνος Hdt.2.2, etc.; κύησις Arist. GA777b15, etc.; ἀρξάμενος ἀπὸ διετοῦς Id.HA500a11; ἐπὶ διετὲς ἡβᾶν
    6 KB (664 words) - 13:00, 3 October 2019
  • μη καταγινόμενος με κάτι 4. «ἄσχολος χρόνος» — ο χρόνος κατά τον οποίο δουλεύει κανείς συνέχεια, ο γεμάτος χρόνος. [ΕΤΥΜΟΛ. < α- στερ. + -σχολος < σχολή
    7 KB (625 words) - 12:00, 10 January 2019
  • ἀνθυπατεία, η (AM) 1. το αξίωμα του ανθύπατου 2. ο χρόνος της υπηρεσίας κάποιου ως ανθύπατου. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    215 bytes (25 words) - 06:54, 29 September 2017
  • βέλεα Mosch.2.75. 2 que pasa inadvertido πόλεις hex. en Ps.Hdt.Vit.Hom.212, χρόνος el tiempo que pasa insensiblemente, AP 7.564.3. II adv. -ως inesperadamente
    3 KB (217 words) - 11:40, 10 January 2019
  •    IV metaph., father, author, ἀοιδᾶν π… εὐαίνητος Ὀρφεύς Pi.P.4.176 ; Χρόνος ὁ πάντων π. Id.O.2.17, cf. Pl.Ti.41a ; τοῦ λόγου π. Id.Smp. 177d, cf. Phdr
    58 KB (6,220 words) - 14:10, 3 October 2019
  • χρονιότης, zw. ἡ, Μ (αμφβλ. λ.) (κατά το λεξ. Σούδα) «χρονιότης». [ΕΤΥΜΟΛ. < χρόνος + κατάλ. -ία (πρβλ. θυσ-ία)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    465 bytes (30 words) - 06:09, 29 September 2017
  • β. «τα ευρήματα χρονολογούνται στα τέλη του 5ου π.Χ. αιώνα»). [ΕΤΥΜΟΛ. < χρόνος + -λογώ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1 KB (73 words) - 06:10, 29 September 2017
  • έντασης μιας φωτεινής πηγής 2. (φωτογρ.) όργανο με το οποίο προσδιορίζεται ο χρόνος έκθεσης στο φως του φωτογραφικού ή κινηματογραφικού φιλμ κατά τη φωτογράφηση
    959 bytes (73 words) - 13:00, 29 September 2017
  • Tht.147c; of time, endless, τὸ χρῆμα τῶν νυκτῶν ὅσον· ἀπέραντον Ar.Nu.3; χρόνος Pl.Plt.302a; of number, countless, infinite, ἀ. ἀριθμὸς ἀνθρώπων Id.Criti
    13 KB (1,108 words) - 13:10, 3 October 2019
  • ταχυγραφικό σύμβολο 22. κριτικό σύμβολο σε κείμενο 23. (μετρ.) ο βραχύτερος χρόνος στη στιχουργία, η βραχεία συλλαβή 24. χαρακτηριστικό γνώρισμα ενός ατόμου
    21 KB (1,551 words) - 13:05, 15 February 2019
  • A.Eu.641; ἀνὴρ π. Ar.Ach.707, Antipho 4.1.6; ὁ ἐκ παιδὸς μέχρι πρεσβύτου χρόνος Pl.R.608c, etc.; of animals, [λέοντες] ὅταν γένωνται πρεσβῦται Arist.HA629b28:—fem
    8 KB (684 words) - 14:20, 3 October 2019
  • -αίωνος, ὁ, Α ο χρόνος πριν από όλους τους χρόνους, ο πολύ παλαιός χρόνος. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ- + αἰών]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    332 bytes (26 words) - 12:20, 29 September 2017
  • είμαι υστερόχρονος, μεταγενέστερος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὕστερος + -χρονῶ (< -χρόνος < χρόνος), πρβλ. συγ-χρονῶ, ὑπερ-χρονῶ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    479 bytes (24 words) - 12:53, 29 September 2017
  • -έω, Α είμαι εκπρόθεσμος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπερ- + -χρονῶ (< -χρόνος < χρόνος), πρβλ. συγ-χρονῶ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    404 bytes (21 words) - 12:43, 29 September 2017
  • πρβλ. Πλουτ. Ἀλκιβ. 2, κτλ. 4) ἐπὶ χρόνου, ὁπότε καθήκοι ὁ χρόνος Ξεν. Ἑλλ. 4. 7, 2· ὁ χρόνος καθήκει, ἔφθασεν ὁ καιρός, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 8. 2, 23·
    26 KB (2,448 words) - 13:55, 3 October 2019
  • 310, Od.10.519, al., Hdt.1.25, 3.36, 7.7, 197: rare in early Prose, ὁ μ. χρόνος Pl.Ep.353c, cf. Arist.EN1175a9; later, OGI177.14 (Egypt, i B. C.), LXX Ju
    4 KB (318 words) - 14:00, 3 October 2019
  • [ῑ],    A rub or wear away all round, -τρίψας ὁ χρόνος [τὸ ἄγαλμα] Philostr.Her.2.1, cf. Im.1.23 (Pass.); πτερὰ περιτετριμμένα battered, Arist.HA627a13;
    3 KB (174 words) - 12:05, 26 February 2019
  • imperfectum (cf.παρατατικός), A.D.Synt.70.27, EM472.22, Eust.19.28 ; opp. ἐνεστὼς χρόνος, A.D.Adv.124.5. [Seite 502] ἡ, Ausdehnung, Erstreckung daneben, dabei
    4 KB (261 words) - 12:00, 26 February 2019
  • διαιρεί τον αγώνα σε α' και β' ημίχρονο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ημι- + -χρονος (< χρόνος) πρβλ. ά-χρονος, ισό-χρονος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    778 bytes (53 words) - 06:39, 29 September 2017
  • περνάει η ώρα»). [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. passa-tempo (< passo «περνώ» + tempo «ώρα, χρόνος»)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    748 bytes (54 words) - 12:15, 29 September 2017
  • ἐφερπέτω νόσος», Αισχύλ.) 4. προχωρώ, επιτίθεμαι 5. (για χρόνο) έρχομαι («χρόνος ἐφέρπων», Πίνδ.) 6. επιγρ. φρ. «τὰς ἐφερπούσας δὲ νυκτός» — κατά τη διάρκεια
    901 bytes (63 words) - 07:15, 29 September 2017
  • 1, 136; zwanzigjährig; χρόνος Plut. cons. Apoll. p. 347. εἰκοσαετής: -ές, -έτης, ες, εἴκοσιν ἐτῶν, παῖς Ἡρόδ. 1. 136· χρόνος Πλούτ. 2. 113D· ἀλλ’ ὁ ὀρθὸς
    4 KB (408 words) - 12:20, 9 January 2019
  • neut. πανημέριον as Adv., = πανῆμαρ, Il.11.279.    2 of the whole day, π. χρόνος the livelong day, E.Hipp.369 (lyr.).    II Ζεὺς π., v. Πανάμαρος. [Seite
    7 KB (583 words) - 12:00, 26 February 2019
  • dioses o abstr. χρόνος [ἐδά] μασσε κρατερά τ' ἔκ[δικος] ... ἀνάγκη B.Fr.20A.19, ἔχει θεὸς ἔκδικον ὄμμα Batr.(a) 97, ἥξει τις τούτου χρόνος ἔκδικος AP 12
    13 KB (1,434 words) - 13:25, 3 October 2019
  • ανταλλαγή των δαχτυλιδιών στην πρώτη φάση του μυστηρίου του γάμου νεοελλ. 1. ο χρόνος που το ζεύγος παραμένει αρραβωνιασμένο 2. το δαχτυλίδι που φέρουν οι μνηστευμένοι
    2 KB (132 words) - 10:51, 23 December 2018
  • Ν κατά τον ίδιο χρόνο, συγχρόνως. [ΕΤΥΜΟΛ. < ταυτ(ο)- + -χρονος (< χρόνος), πρβλ. ισό-χρονος. Η λ. μαρτυρείται από το 1840 στο Λεξικόν Νομοτεχνικόν Ιταλοελληνικόν]
    2 KB (153 words) - 12:43, 29 September 2017
  • θ. ταπ-εινός. Απίθανη, τέλος, είναι η σύνδεση του τ. με το λατ. tempus «χρόνος»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    1 KB (122 words) - 12:50, 29 September 2017
  • Προγν. 38. ος, ον : qui dure peu, de courte durée. Étymologie: ὀλίγος, χρόνος. -α, -ο (ΑΜ ὀλιγοχρόνιος, -ον, θηλ. και -ία) ολιγόχρονος αυτός που ζει
    4 KB (272 words) - 14:50, 9 January 2019
  • ἄρδει (O. 5.23) ὄλβος ἅμ' ἕσπετο (O. 6.72) μὴ θράσσοι χρόνος ὄλβον ἐφέρπων (O. 6.97) εἰ γὰρ ὁ πᾶς χρόνος ὄλβον μὲν οὕτω καὶ κτεάνων δόσιν εὐθύνοι (P. 1.46)
    12 KB (1,143 words) - 15:35, 2 October 2019
  • νύξ 10.252 ; ἡ παροιχομένη νύξ the by-gone night, Hdt.1.209,9.58 ; ὁ π. χρόνος Id.2.14 ; Ὀλύμπια παροιχώκεε Id.8.72 ; παροιχόμενοι ἀνέρες men of by-gone
    15 KB (1,315 words) - 14:10, 3 October 2019
  • Ἐπιστ. 1282. 6. ος, ον : qui dure depuis longtemps. Étymologie: πολύς, χρόνος. -α, -ο / πολυχρόνιος, -ον, ΝΜΑ 1. αυτός που υπάρχει για πολύ χρόνο, παλαιός
    7 KB (525 words) - 10:50, 10 January 2019
  • Pr.684; τὸ εὐπρεπείας πέρι… λοιπόν Pl.Phdr.274b.    3 freq. of Time, ὁ λ. χρόνος the future, Pi.N.7.67; πρὸς τὸν λοιπὸν τοῦ χρόνου D.15.16; τὸν λ. χρόνον
    22 KB (2,392 words) - 14:00, 3 October 2019
  • Epid.1.10 ; of eight years, χρόνος D.S.17.94 :—fem. ὀκτα-έτις, ἡ, IG4.620, Pl.Ep.361d. [Seite 317] ες, achtjährig, χρόνος, D. Sic. 17, 94. ὀκταέτης:
    1 KB (93 words) - 00:50, 1 January 2019
  • μήνες αρχ. 1. αυτός που έχει ηλικία έξι μηνών 2. το αρσ. ως ουσ. ὁ ἑξάμηνος (χρόνος) εξαμηνία, χρονικό διάστημα έξι μηνών επίσης το θηλ. ἡ ἑξάμηνος (ώρη) (Ηρόδ
    1 KB (111 words) - 14:25, 14 January 2019
  • ή, όν,    A fixed by fate, χρόνος Plu.Alex.30, cf. Epigr.Gr.339; τὸ ἐπὶ πάντων ἀνθρώπων εἱ. IG12(7).396.21 (Amorgos, ii A. D.). [Seite 730] durchs Schicksal
    2 KB (160 words) - 13:56, 31 December 2018
  • Dam. Pr.195.    II Act., all-accomplishing, Ζεύς A.Th.118 (lyr., s. v.l.); χρόνος Id.Ch.965 (lyr.); π. εὐεργέτης S.Ichn.79.    III Adv. παντελῶς, Ion. -έως
    15 KB (1,327 words) - 14:15, 3 October 2019
  • contrary to all expectation, Id.25.32, cf. Phld.Vit.p.23 J.; πολλὰ ποικίλλει χρόνος π. καὶ θαυμαστά Men.593; π. μοι τὸ πρᾶγμα Thphr.Char.1.6; τὸ ἔνδοξον ἐκ
    10 KB (909 words) - 14:12, 3 October 2019
  • ες,    A as long again, doubly long, χρόνος A.Ag.196 (lyr.). [Seite 448] χρόνος, doppelt, noch einmal so lang, Aesch. Ag. 189. πᾰλιμμήκης: -ες, ἄλλο
    2 KB (101 words) - 04:55, 10 January 2019
  • ἁπάσας πάλιν δουλεύειν, κτλ., Θουκ. 8. 43, πρβλ. Ἀριστοφ. Ὄρν. 974: - χρόνος ἐνέσται, χρόνος ἐγγενήσεται, θὰ χρειασθῇ καιρός, θὰ περάσῃ καιρός, Θουκ. 1. 80.
    44 KB (4,574 words) - 13:30, 3 October 2019
  • 'πίλοιπος ὁδός E.Ph.842; τί οὖν ἦν ἐπίλοιπον; And.1.87.    2. of Time, future, χρόνος Hdt.2.13, Pl.Lg.628a, etc.; ἁμέραι ἐ. Pi.O.1.33; βίος Antipho Fr.67, Lys
    6 KB (552 words) - 13:55, 3 October 2019
  • πρωία: ἴδε πρώιος. η / πρωΐα, ΝΜΑ ο χρόνος γύρω από την ανατολή του ηλίου, το πρωί («ἀπὸ πρωίας ἄχρις ἡλίου δύσεως», επιγρ.) νεοελλ. 1. το χρονικό διάστημα
    941 bytes (79 words) - 12:24, 29 September 2017
  • πασπατεύω μσν. 1. χειρίζομαι κάτι 2. σκέπτομαι μσν.-αρχ. ελαφρύνω, ανακουφίζω («χρόνος μαλάξει σ' οὐδέν ἐσθ' ὁ κατθανών», Ευρ.) αρχ. 1. καταβάλλω, νικώ, δέρνω
    3 KB (188 words) - 06:47, 29 September 2017
  •    A rub down, pound in a mortar, Nic.Th.898.    2 wear away, consume, χρόνος πάντα κ. cj. in Simon.176:—Pass., crumble away, ῥεῖ πᾶν ἄδηλον καὶ κατέψηκται
    5 KB (353 words) - 12:35, 15 February 2019
  • ὁ τὴν Ἄρκτον φυλάττων (ἴδε ἄρκτος Ι. 2), Ἡσ. Ἔργ, κ. Ἡμ. 564, 608. ΙΙ. ὁ χρόνος τῆς ἐπιτολῆς αὐτοῦ, περὶ τὰ μέσα Σεπτεμβρίου, Ἱππ. π. Ἀέρ. 288· ἡ ὥρα τοῦ
    5 KB (418 words) - 21:05, 20 August 2019
  • καρπόν», Ομ. Οδ.) δ) από τα γνωμικά, τα αποφθέγματα και τις παροιμίες («χρόνος δίκαιον ἄνδρα δείκνυσιν μόνος», Σοφ.) ε) από δύο ή περισσότερα ονόματα όταν
    18 KB (1,511 words) - 12:45, 15 February 2019
  • δηλαδή η διποδία ορισμένων μέτρων, όπως π.χ. του ιαμβικού ε) ο πους στ) ο χρόνος 8. (η δοτ. εν. ως επίρρ.) μέτρῳ ή τῷ μέτρῳ μετρίως, με μέτρο 9. φρ. «ἐκ
    22 KB (1,482 words) - 12:40, 15 February 2019
  • Mem.3.13.5 :—Pass., λόγος ἐκταθείς Pl.Lg.887a ; of Time, πολὺς ἐκτέταται χρόνος S.Aj.1402(anap.).    III put to the full stretch, ἵππον ἐ. X.Cyr.5.4.5 ;
    38 KB (3,865 words) - 13:30, 3 October 2019
  • έτους 2. α) «μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει» — λέγεται για να δηλώσει ότι ο χρόνος περνάει γρήγορα ή για τους μισθωτούς που έχουν εξασφαλισμένο μισθό ή για
    11 KB (859 words) - 12:45, 15 February 2019
  • φιλία Arist.GA753a12; ἡ πολιτικὴ σ. Id.EN1181a11; τὰς τῶν φαύλων σ. ὀλίγος χρόνος διέλυσε Isoc.1.1; ὅπως ἂν αἱ σ. διαζευχθῶσιν Arist.Pol.1319b26; καὶ αὐτῷ
    18 KB (1,528 words) - 14:35, 3 October 2019
  • τοῦ κάλλους ἀκμῇ Cratin.195; σώματός τε καὶ φρονήσεως Pl.R.461a; μέτριος χρόνος ἀκμῆς 460e; ὀξυτάτη δρόμου ἀ. ibid.; ἀ. βίου X.Cyr.7.2.20, etc.; ἐν ταύταις
    34 KB (3,355 words) - 13:45, 2 October 2019
  • unintelligible, ἔπος A.Ch.816 (lyr.), cf. S.Ph.IIII (lyr.); πρᾶγος Id.Aj.21; ἄ. χρόνος unknown time, Id.Tr.246; unimaginable, ἄ. ἁ λώβα Id.El.864 (lyr.); bewildering
    10 KB (824 words) - 12:30, 10 January 2019
  •    A sixteen years old, Plu.2.754e.    II consisting of sixteen years, χρόνος D.C.69.8. [Seite 761] ὁ, sechszehnjährig, -έτει Plut. amat. 9; ἑκκαιδεκαετῆ
    2 KB (137 words) - 06:28, 29 September 2017
  • in Act., limit, εἰς τρία τὴν πραγματείαν Steph.in Hp.1.179; ἐπεὶ δέ με ὁ χρόνος περιέκλειε τὸ τέλος ἐπάγων Vett. Val.354.1. [Seite 579] (s. κλείω), ion
    5 KB (400 words) - 05:30, 10 January 2019
  • χάριν Luc.Sacr.3:—Pass., ὁ εἰς τὴν γένεσιν [τῶν ἔργων] τῷ πόνῳ προδανεισθεὶς χρόνος Plu.Per.13.    II advance money for public objects, ὅσοι ἂν προδανείσωσιν
    4 KB (279 words) - 12:00, 9 January 2019
  • Allbezwinger, vom Schlaf, Il. 24, 5 Od. 9, 373; δαίμων, Soph. Phil. 1453; χρόνος, Ep. ad. 375 b (App. 333); Herakles, Ep. ad. 286 (Plan. 99); κεραυνός, Luc
    4 KB (303 words) - 05:10, 10 January 2019
  • μέλλον καὶ τὸ πρίν Ant. 607, die nächste u. die fernere Zukunft; ὁ ἔπειτα χρόνος Eur. Alc. 242, wie Xen. Cyr. 1, 5, 9 u. öfter; οἱ ἔπειτα, die Nachkommen
    46 KB (4,446 words) - 13:37, 3 October 2019
  • (sc. θριξίν) λευκότης Pl.Ly.217d, cf. Plot. 5.6.4; of Time, ὁ παρὼν νῦν χρόνος S.El. 1293, cf. Aeschin.1.93, Arist.Po. 1457a18; ἡ νῦν π. ἡμέρα Pl.Lg.683c;
    62 KB (6,275 words) - 14:15, 3 October 2019
  • Suid. [Seite 542] χρόνος, eine Zeit von 10 Jahren, Plat. Legg. VI, 772 b. δεκαέτηρος: -ον, (ἔτος) ὁ δέκα ἔτη μακρός, χρόνος δ., χρονικὴ περίοδος δέκα
    3 KB (174 words) - 11:50, 9 January 2019
  • χρόνος, ὁ, lapse    A of ten seed-times, i.e. ten years, E.Tr. 20, cf. El.1154. [Seite 542] χρόνος, Zeit von zehn Aussaaten, zehnjähriger Zeitraum, Eur
    2 KB (137 words) - 20:45, 9 January 2019
  • brought to a point, Arr.Tact.16.8.    b bring on in age, etc., προῆγεν αὐτὸν ὁ χρόνος εἰς ὥραν X.Cyr.1.4.4 :—Pass., ἐπὶ πλείω προῆκται τῆς κατ' ἰητρικὴν ἐπιμελείας
    42 KB (3,995 words) - 14:20, 3 October 2019
  • η, Ν 1. το επάγγελμα του συμβολαιογράφου 2. ο χρόνος κατά τον οποίον ο συμβολαιογράφος ασκεί τα καθήκοντά του. [ΕΤΥΜΟΛ. < συμβολαιογράφος. Η λ. μαρτυρείται
    979 bytes (78 words) - 12:36, 29 September 2017
  • [Seite 811] χρόνος, stets im Kreise umlaufend, Nonn. par. 8, 74. ἐμπεδόκυκλος: -ον, ὁ ἀεὶ κυκλούμενος, περιστρεφόμενος, π. χ. χρόνος, Νόνν. Εὐαγγ. κ
    564 bytes (56 words) - 07:08, 29 September 2017
  • Αντιδάνεια λ., πρβλ. heterochronous < hetero- (πρβλ. ετερο- + -chronous (πρβλ. χρόνος)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    1 KB (100 words) - 06:32, 29 September 2017
  • ὁδόν, Hsch. δεγμών· χρόνος, Id. δεδάασθαι, δέδαε, δεδάηκα, δεδαημένος,    A v. Δάω.
    479 bytes (12 words) - 20:21, 8 February 2013

View (previous 250 | next 250) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)