Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ψαλίς" on this wiki. See also the other search results found.

  • Schere ist noch keine Erklärung gefunden. Page 2,1128 ψαλίς = underground vault ⇢ Look up "ψαλίς" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation
    9 KB (875 words) - 13:50, 8 July 2020
  • η / ψαλίς, -ίδος, ΝΜΑ, και ψελίς και πιθ. τ. πληθ. ψαλλίδες και παλ. τ. σπαλίς, Α νεοελλ. 1. (μεγεθ.) μεγάλο ψαλίδι κατάλληλο για την κοπή σκληρών υλικών
    5 KB (393 words) - 06:30, 29 September 2017
  • old form for ψαλίς, Sch.D.T. p.320 H. -ίδος, ἡ, Α βλ. ψαλίς. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    380 bytes (24 words) - 19:55, 7 July 2020
  • νέρτερος. underground passage, subs.: V. ὑπόνομος, ὁ. underground vault: V. ψαλίς, ἡ (Soph., Fragment). by underground pipes: use adv. ὑπονομηδόν (Thuc. 6
    723 bytes (64 words) - 08:52, 20 May 2020
  • hiding-place: V. κευθμών, ὁ. cave: P. σπήλαιον, τό (Plato); see cave. crypt: V. ψαλίς, ἡ (in Plato, Leges 947D, the reading is doubtful). arch: P. ἁψίς, ἡ (also
    1 KB (121 words) - 08:50, 20 May 2020
  • το / ψαλίδιον, ΝΜΑ, και ψαλλίδιον Μ ψαλίς, -ίδος] νεοελλ. κοπτικό εργαλείο αποτελούμενο από δύο αντικρυστές, συναρθρωμένες στο μέσον, μεταλλικές λεπίδες
    3 KB (225 words) - 06:16, 29 September 2017
  • gr | Κάτο ψᾰλίζω: (ψαλίς), κόβω με ψαλίδι, ψαλιδίζω, σε Βάβρ. ψᾰλίζω: ψαλίς срезать, стричь (τὸν μαλλόν Babr.). ψᾰλίζω, ψαλίς to clip with scissors
    2 KB (139 words) - 15:25, 1 July 2020
  • ψαλιδῶ, -όω, ΝΑ σχηματίζω αψίδα, θόλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ψαλίς, -ίδος με σημ. «κυλινδρικός θόλος, αψίδα» (βλ. λ. ψαλίδα)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    337 bytes (26 words) - 06:29, 29 September 2017
  •    A v. ψαλίς. -ίδος, ἡ, ΜΑ βλ. ψαλίδα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    396 bytes (17 words) - 06:29, 29 September 2017
  • 445.9 (iii B.C.); tester-bed, Arr.An.7.25.4; vaulted sewer, as gloss on ψαλίς, Sch.Pl.Lg. 947d, Hsch.    II Medic., hollow near the auditory meatus, Poll
    11 KB (1,075 words) - 20:30, 7 July 2020
  • the adduced Indian words also Mayrhofer s. phálati. Cf. on στέλλω; also ψαλίς. - Clearly the same word as ἄσπαλον, so a Pre-Greek word. σπολάς, άδος
    6 KB (547 words) - 20:55, 7 July 2020
  • ὁ, Α είδος εντόμου βλαβερού για τα κηπευτικά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ψαλίς «ψαλίδι» + επίθημα -της (πρβλ. πρεσβύ-της)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    369 bytes (25 words) - 06:29, 29 September 2017
  • ευρείας οικογένειας λ. της τεχνικής ορολογίας (πρβλ. ψάλιον / ψέλιον / ψίλιον, ψαλίς /ψελίς / σπαλίς, σπαλίων), δηλωτικής αντικειμένων ή κατασκευασμάτων, με κύριο
    2 KB (153 words) - 06:16, 29 September 2017
  • [Seite 916] τό, äol. = ψάλιον, wie σπαλίς, ίδος, ἡ, = ψαλίς, s. Bast zu Greg. p. 598. σπάλιον: τό, Αἰολ. ἀντὶ ψάλιον, ψέλιον· σπαλὶς ἀντὶ ψαλλίς, ἴδε
    455 bytes (46 words) - 12:30, 29 September 2017
  • ἐκαλέσαμεν, ὤς φησι Τρύφων». [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για παρλλ. τ. του ψάλιον (πρβλ. ψαλίς: ψελίς). Για ετυμολ. βλ. λ. ψαλίδα, ψάλιον και ψαλόν]. Αναζήτηση σε: Google
    2 KB (159 words) - 06:29, 29 September 2017
  • Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full text search tunnel = ψαλίς Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia
    277 bytes (57 words) - 09:18, 20 May 2020
  • ψαλίς ⇢ Look up "underground vault" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full text search
    43 bytes (19 words) - 12:31, 23 May 2020
  •    A v. ψαλίς 111.
    334 bytes (4 words) - 01:37, 9 February 2013
  • Arc.26, Goth.3.1. [Seite 1390] τό, dim. von ψαλίς, Ar. bei Poll. 7, 95. ψᾰλίδιον: τό, ὑποκορ. τοῦ ψαλίς, ὡς καὶ νῦν, κοινῶς «ψαλίδι», Προκοπ. Ἱστ. σ
    1 KB (79 words) - 15:24, 1 July 2020
  • ές, (   A ψαλίς 11) like a vault or arch, Ph.Bel.81.35, Gal.UP8.11. [Seite 1390] ές, nach Art eines Gewölbes, einem Gewölbe ähnlich, Sp., wie Galen.
    1 KB (69 words) - 15:25, 1 July 2020
  • Étymologie: ψαλίς, στόμα. -ον, Α (στον Αριστοφ.) (ως κωμικός χαρακτηρισμός του κάβουρα) αυτός που το στόμα του μοιάζει με ψαλίδα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ψαλίς, -ίδος
    2 KB (115 words) - 16:01, 1 July 2020
  • ἀ. S.Fr.367. Source: ἀβόρβορος ἀβόρβορος: негрязный, опрятный (ψαλίς Soph.).
    890 bytes (41 words) - 14:55, 1 July 2020
  • rainbow, Arist.Mete.371b28, cf. Poet. ap. Plu.2.103f.    5 arch or vault (cf. ψαλίς 11), ἐπὶ τὴν ὑπουράνιον ἁψῖδα Pl.Phdr.247b, cf. Suid. s.v. αἰθεροβατεῖν,
    11 KB (1,065 words) - 15:25, 8 July 2020
  • (   A ψαλίς 11) vault, arch, Bito 54.7 (Pass.). [Seite 1390] wölben, τράφηξ ἐψαλιδωμένος Mathem. vett., zw. ψᾰλῐδόω: μέλλ. ώσω, (ψαλλὶς ΙΙ) σχηματίζω
    759 bytes (31 words) - 23:35, 29 June 2020
  • Epich. 31, 89, Sophr.26. κουρίς: -ίδος, ἡ, (κουρὰ) ξυράφιον· ἐν τῷ πληθ., ψαλίς, Α. Β. 47, Ἐτυμ. Μέγ. 534. 9· μάχαιραι, κουρίδες, αἷς κείρομεν τὰ πρόβατα
    3 KB (178 words) - 18:39, 7 July 2020
  • (dub. l.):—    A narrow, opp. εὐρύς, πλατύς, Hdt.2.8 (Sup.), 4.195, al.; ψαλίς S. Fr.367; δίαυλος E.Tr.435; ἐσβολή Hdt.7.175 (Comp.); πόρος ib. 176; ἡ ἔσοδος
    28 KB (2,502 words) - 17:55, 9 July 2020
  • ίδος, ἡ,    A = καρίς, Semon.15, Epich.89.    II = ψαλίς, Hsch. [Seite 1547] ίδος, ἡ, dor. = καρίς, Epicharm. u. 8i. monds. bei Ath. III, 106 e, vgl
    988 bytes (58 words) - 07:27, 29 September 2017
  • με επίθημα -ιον (πρβλ. στόμ-ιον). Για τους τ. ψάλλιον και σπάλιον πρβλ. ψαλίς: ψαλλίς: σπαλίς (βλ. και λ. ψαλίδα)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    8 KB (746 words) - 13:50, 8 July 2020
  • ἁμιλλᾶται, Hsch. Α (κατά τον Ησύχ.) «ἁμιλλᾱται». [ΕΤΥΜΟΛ. < ψαλίς, -ίδος «σωλήνας αποχέτευσης», πιθ. από το ανταγωνιστικό σύστημα του σχεδιασμού αποχέτευσης
    737 bytes (32 words) - 13:50, 8 July 2020
  • τὸ κέντρον στρατοῦ, Πολυδ. Α΄, 126. 4) ὁ κεντρικὸς λίθος ἀψῖδος ἢ θόλου (ψαλίς), Ἀριστ. π. Κόσμ. 6. 28. (Ἡ Ἑλλ. καὶ Λατ. ῥίζα τῆς λέξεως φαίνεται ὅτι εἶναι
    29 KB (2,799 words) - 17:50, 8 July 2020
  • арка = τόξον, ψαλίς Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet | Glosbe | Wordreference
    50 bytes (38 words) - 22:55, 13 October 2019
  • schaar = ψαλίς Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site | Mijn | Glosbe | Vandale NL |
    34 bytes (32 words) - 11:30, 10 January 2019
  • свод = κύκλος, ψαλίς, ἁψίς, ἀψίς, κύτταρος Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com |
    104 bytes (41 words) - 10:00, 15 October 2019
  • браслет = κρίκος, ψέλιον, ψέλλιον, βραχιονιστήρ, περίχειρον, ψαλίς, σφιγγίον Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия
    168 bytes (43 words) - 09:15, 15 October 2019
  • ножницы = μάχαιρα, ψαλίς, στόνυξ Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    72 bytes (39 words) - 18:03, 13 October 2019
  • δηλ., 1) ἐμβρυουλκός, Ἱππ. 687. 7. 2) περόνη, πόρπη, Πολύβ. 6. 23, 11. 3) ψαλὶς πρὸς καθαρισμὸν τῶν λύχνων καὶ λαμπάδων, κηροψαλίδιον, Ἑβδ. (Ἔξοδ. ΛΖ΄, 23
    3 KB (191 words) - 19:15, 29 June 2020
  • Ἀριστ. Μετεωρ. 3. 2. 3, πρβλ. Ποιητὴν παρὰ Πλουτ. 2. 103F, 4) θόλος (πρβλ. ψαλὶς ΙΙ), ὑπὸ τὴν οὐράνιον ἁψῖδα Πλάτ. Φαῖδρ. 247Β, πρβλ. Σουΐδ. ἐν λ. αἰθεροβατεῖν
    2 KB (215 words) - 15:25, 15 August 2017
  • сводчатое строение = ψαλίς Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet | Glosbe
    34 bytes (38 words) - 05:10, 14 October 2019
  • кольцо = ζωστήρ, πλεκτή, πλεκτάνη, κύκλωμα, δακτύλιος, κρίκος, περιπτυχή, ψαλίς, περίδρομος, στεφάνη, στεφάνωμα, περίστασις, κίρκος, τροχός, κύκλος Look
    328 bytes (51 words) - 17:45, 18 October 2019
  • gewelfde gang = ψαλίς Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site | Mijn | Glosbe | Vandale
    34 bytes (33 words) - 08:05, 10 January 2019
  • Nägel, Posidipp. com. bei Poll. 10, 140. ὀνῠχιστήριον: τό, μαχαίριον ἢ ψαλὶς διὰ τοὺς ὄνυχας, Ποσείδιππος ἐν Ἀδήλ. 18.
    869 bytes (40 words) - 16:06, 1 July 2020
  • ἄστλιγξ. ΙΙ. πᾶν ὅ,τι εἶναι συνεστραμμένον καὶ βοστρυχοειδές, οἷον, 1) ἕλιξ, ψαλὶς τῆς ἀμπέλου καὶ ἄλλων ἀναρριχητικῶν φυτῶν, Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 3. 18, 5·
    4 KB (346 words) - 17:50, 8 July 2020