Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἀγρός" on this wiki. See also the other search results found.

  • 16.383; ἐξ ἀγροῖο πολίνδε, Od. 17.182. ἀγρός    1 field “ἀγέλας ἀφίημ' ἀγρούς τε πάντας.” (P. 4.149) ἀγρός, -οῦ, ὁ, [in LXX chiefly for שָׂדֶה]; 1
    14 KB (1,449 words) - 13:05, 3 October 2019
  • -οῦ, ὁ Agro divinidad de los fenicios, Herenn.Phil.Hist.2.12. Source: Ἀγρός
    98 bytes (14 words) - 11:46, 21 August 2017
  • ο (Α ἀγρός) 1. έκταση γης προς καλλιέργεια ετήσιων φυτών και μάλιστα δημητριακών (στους αρχ. συνήθως στον πληθ.) 2. στον πληθ. οι αγροί εκτάσεις γης έξω
    3 KB (158 words) - 06:17, 29 September 2017
  • πέδον, τό, γαῖα, ἡ, V. αἷα, ἡ, οἶμος. ὁ. As opposed to town: P. and V. ἀγρός, ὁ, or pl., χώρα, ἡ. From the country, adv.: V. ἀγρόθεν. Up country: see
    1 KB (158 words) - 11:01, 7 August 2017
  • εκλεκτός, ο κοινός 6. (πληθ. αρσ. ως ουσ.) οἱ ἄγροικοι οι γεώμοροι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός + οἰκῶ. ΠΑΡ. ἀγροικία (Ι) αρχ. ἀγροικίζομαι, ἀγροικικός μσν. ἀγροικώδης νεοελλ
    2 KB (92 words) - 06:31, 29 September 2017
  • -ισσα) αυτός που ζει και εργάζεται στους αγρούς, χωρικός, γεωργός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός. ΠΑΡ. αγροτιά, αγροτικός. ΣΥΝΘ. αγροτοπατέρας]. (II) ἀγρότης, ο (Α) (θηλ
    625 bytes (42 words) - 12:08, 8 January 2019
  • κρατάει κάποιον άυπνο 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἄγρυπνον η αγρυπνία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός + ὕπνος. Η λέξη με αρχική σημασια «αυτός που μένει τη νύχτα στους αγρούς
    1 KB (82 words) - 06:31, 29 September 2017
  • (επίρρ. φρ.) «με το άγριο», βάναυσα, απότομα, σκληρά, βίαια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός. ΠΑΡ. αρχ. ἀγριαίνω, ἀγριάς, ἀγρίζομαι, ἀγριμαῖος, ἀγριόεις, ἀγριώδης μσν
    3 KB (216 words) - 06:31, 29 September 2017
  • αἴγαγρος) άγρια κατσίκα, αγριοκάτσικο, αγρινό, αγρίμι. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἴξ + ἀγρός. Η λ. ἀγρός χρησιμοποιείται, μεταξύ άλλων, ως β' συνθ. σε μια σειρά από σύνθετα
    842 bytes (53 words) - 06:25, 29 September 2017
  • subs. P. and V. ἀγρός, ὁ, P. γεωργία, ἡ. Of a farm, adj.: Ar. and V. γεωργικός. v. trans. P. ἐργάζεσθαι, P. and V. γεωργεῖν (or absol.) (Eur., Rhes. 176)
    596 bytes (72 words) - 09:40, 21 July 2017
  • subs. P. and V. ἀγρός, ὁ, γῆ, ἡ, Ar. and V. ἄρουρα, ἡ (also Plat. but rare P.), γύαι, αἱ; see land. Meadow: P. and V. λειμών, ὁ; see meadow. Field of battle
    1 KB (165 words) - 09:40, 21 July 2017
  • confugiam, Cic. Att. 3, 15 (so ἀγρός, Hom. Od. 24, 205).—    B The fields, the open country, the country (as in Gr. ἀγρός or ἀγροί), like rus, in opp. to
    9 KB (1,208 words) - 22:40, 27 February 2019
  • πατρίς, ἡ, Ar. and V. πάτρα, ἡ. land for cultivation: P. and V. γῆ, ἡ, ἀγρός, ὁ, Ar. and V. ἄρουρα, ἡ (also Plat. but rare P.), γύαι, οἱ; see also estate
    2 KB (311 words) - 16:30, 14 November 2019
  • ἡλικία, ἡ, P. and V. ἥβη, ἡ; see manhood. Land: P. χώρα, ἡ (Xen.), P. and V. ἀγρός, ὁ, or pl. Small estate: Ar. and P. χωρίον, τό, γῄδιον, τό (Xen.). Inhabited
    786 bytes (86 words) - 09:38, 21 July 2017
  • 7, κλπ. 3) περιουσία κτηματική, ἀγρός, κτῆμα, Θουκ. 1.106, Πλάτ. Νόμ. 844Β, Λυσίας 108. 33· ἐν χρήσει μετὰ τοῦ ἀγρός, Ξεν. Ἑλλ. 2. 4, 1, κλπ. 4) τόπος
    12 KB (1,055 words) - 14:40, 3 October 2019
  • sauvage; 2 au mor. sauvage, farouche, violent, cruel. Étymologie: ἀγρός. 2 or 3 (ἀγρός): wild, as opp. to tame; met., ferocious, savage. ἄγριος    a
    22 KB (2,064 words) - 13:00, 3 October 2019
  • [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός + νέμω. ΠΑΡ. αγρονομία, αγρονομικός]. (II) ἀγρονόμος, -ον (Α) αυτός που μένει ή συχνάζει στους αγρούς. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός + νέμομαι].
    1 KB (63 words) - 12:10, 8 January 2019
  • ἀγροφύλαξ) φύλακας τών αγρών νεοελλ. υπάλληλος της αγροφυλακής. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός + φύλαξ. ΠΑΡ. αγροφυλακιάτικο]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    431 bytes (24 words) - 06:31, 29 September 2017
  • 1645) (also Xen.), V. οὖδας, τό. Land for cultivating: P. and V. γῆ, ἡ, ἀγρός, ὁ (or pl.), Ar. and V. ἄρουρα, ἡ (Plat. also but rare P.), γύαι, οἱ. On
    4 KB (384 words) - 13:54, 7 August 2017
  • Étymologie: ἀγρός, αὐλή. (ἀγρός, αὐλή): lying in the field (passing the night out-doors), βοῦς, πόριες, ποιμένες. ἄγραυλος: -ον (ἀγρός, αὐλή), 1. αυτός
    4 KB (329 words) - 11:55, 10 January 2019
  • ἴδε ἀγρέτης. ου (ὁ) : campagnard. Étymologie: ἀγρός. rustic, Od. 16.218. ἀγρότης: -ου, ὁ (ἀγρός), I. χωρικός, χωριάτικος, σε Ευρ. II. (ἄγρα) = ἀγρευτής
    4 KB (303 words) - 14:05, 31 January 2019
  • α, ον, (ἀγρός)    A of the field or country, πλάτανος AP6.35 (Leon.).    2 clownish, boorish, Ar.Nu.655, Th.160. [Seite 22] vom Lande, bäurisch, plump
    3 KB (233 words) - 11:20, 10 January 2019
  • η βάθος 1. βαθειά καλλιέργεια της γης 2. αγρός βαθιά οργωμένος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    168 bytes (20 words) - 06:24, 29 September 2017
  • ἡ, γαῖα, ἡ, V. αἶα, ἡ. Private estate: Ar. and P. χωρίον, τό, P. and V. ἀγρός, ὁ, or pl. Sacred enclosure: P. and V. τέμενος, τό, ἄλσος, τό (Plat.), V
    497 bytes (60 words) - 09:39, 21 July 2017
  • αιώνιο κτήμα νεοελλ. 1. κάθε ακίνητη ιδιοκτησία που έχει αυτοτέλεια, όπως αγρός, οικόπεδο ή οικοδομή 2. στον πληθ. αγροί, χωράφια, λιβάδια, ελαιώνες, αμπελώνες
    3 KB (205 words) - 12:35, 15 February 2019
  • αρωματοφόρος μσν. αρωματοπράτης νεοελλ. αρωματοποιός]. (II) ἄρωμα, το (Α) αρώ ο αγρός, το χωράφι. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    912 bytes (57 words) - 12:10, 8 January 2019
  • Adv., (ἀγρός)    A to the country, Od 15.370. [Seite 24] auf das Land, poet., Hom. Od. 15, 370. 379. 21, 370. ἀγρόνδε: ἐπίρρ. (ἀγρός) εἰς τὸν ἀγρόν
    1 KB (102 words) - 11:55, 9 January 2019
  • («προσάρτηση εδαφών») 3. γη, χώμα (από ποιοτική άποψη) («έδαφος παχύ, εύφορο») 4. αγρός, χωράφι, οικόπεδο («ιδιωτικά εδάφη») νεοελλ. 1. το μονόχρωμο ή πολύχρωμο
    2 KB (131 words) - 07:06, 29 September 2017
  • 3. επίθ. του Πανός 4. επίθ. του Άρη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -αγρος (< αγρός), πρβλ. φίλ-αγρος, βό-αγρος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    621 bytes (44 words) - 06:36, 29 September 2017
  • ον, (ἀγρός, οἰκέω)    A dwelling in the fields, ζὧα, opp. ὄρεια, Arist.HA488b2; esp. of men, countryman, rustic, Ar.Nu.47; in Attica, οἱ ἄ., = γεωμόροι
    9 KB (764 words) - 11:35, 9 January 2019
  • ἵππαγρος, ὁ (Α) άγριος ίππος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἱππ(ο)- + -αγρος (< ἀγρός), πρβλ. βό-αγρος, σύ-αγρος. Για τη σειρά τών συνθετικών βλ. λ. ιπποπόταμος]. Αναζήτηση
    491 bytes (32 words) - 08:48, 23 December 2018
  • (Α) αυτός που ζει στους αγρούς, στην εξοχή, χωρικός, χωριάτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός + δίαιτα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    344 bytes (24 words) - 06:25, 29 September 2017
  • τοῦ ἀγρός, μικρὸς ἀγρός, Λατ. agellus, Ἀρρ. Ἐπίκτ. 1. 1, 10., 2. 2, 17. -ου, τό 1 pequeña posesión en el campo οἰκίδια καὶ ἀγρίδια SB 5230.29 (I d.C
    2 KB (139 words) - 15:16, 31 December 2018
  • ἴδε ἀγρώστης, ΙΙ. ιδος et εως (ἡ) : chiendent, plante. Étymologie: DELG ἀγρός, pê influencé par γράστις. field-grass, grass; identified by some with
    5 KB (466 words) - 13:45, 2 October 2019
  • familia de palabras es el de ‘dormir fuera’, ‘pasar la noche fuera’ (en el ἀγρός) de donde se explica bien el paso a ‘no dormir’, ‘vigilar’ etc., a través
    7 KB (691 words) - 13:45, 2 October 2019
  • Ra.1092 (anap.), Pl.560 (anap.), Pl.R.422b.    II metaph., of soil, rich, ἀγρός, δῆμος, etc., Il.23.832, 16.437, etc.; πίονα ἔργα rich crops, 12.283; τέμενος
    14 KB (1,226 words) - 15:50, 2 October 2019
  • το / χωράφιον, ΝΜΑ καλλιεργήσιμη γη μικρής έκτασης νεοελλ. 1. αγρός σπαρμένος με σιτάρι, σιταγρός 2. μτφ. (διαλ.) γυναίκα που κάνει πολλά παιδιά 3. στον
    1 KB (79 words) - 06:17, 29 September 2017
  • round about, on air sides: οἱ κυκλωαγροι, the circumjacent country (see ἀγρός, c.), WH (rejected) marginal reading gives ἔγγιστα); ἀπό Ἰερουσαλήμ καί κύκλῳ
    2 KB (250 words) - 13:55, 3 October 2019
  • πράγματα) αυτός που ανήκει στους αγρούς, αγροτικός, εξοχικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός + αὐλή. ΠΑΡ. ἀγραυλία, ἀγραυλίζομαι, ἀγραυλῶ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    580 bytes (37 words) - 06:31, 29 September 2017
  • ἀγροιώτης, ο (θηλ. -ώτις) (Α) ἀγρός 1. (συνήθως ως ουσ. και στον Όμηρο πάντοτε σε πληθ.) οἱ ἀγροιῶται αγρότες 2. ως επίθ. α) αυτός που προέρχεται από τον
    403 bytes (41 words) - 06:17, 29 September 2017
  • με σχέση αγροληψίας αρχ. αυτός που παρέχει άγρα, λεία, κυνήγι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός + -δότης < δίδωμι. ΠΑΡ. αγροδοσία]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    648 bytes (37 words) - 06:33, 29 September 2017
  • παραγωγή καρπού» και ὀργάς «γη που καλλιεργείται και ποτίζεται τακτικά, εύφορος αγρός». Κατ' άλλη άποψη, το ρ. οργώνω έχει προέλθει με αφομοιωτική τροπή του αρκτικού
    1 KB (86 words) - 12:10, 29 September 2017
  • νειός. νεός, Ion. gen. of ναῦς. [Seite 244] ἡ, sc. γῆ, auch ὁ νεός, sc. ἀγρός, Neuland, Brache; Xen. Oec. 16, 10; Theophr. – Vgl. νεά u. νειός. 1οῦ (ἡ) :
    1 KB (92 words) - 06:04, 31 December 2018
  • -ισις, -ισμός, -ισμα, -ιστής, -ιστικός, -ιστός. Etymology : Bildung wie ἀγρός, τάφρος, ἕδρα und andere Ortsbezeichnungen; ohne außergriech. Entsprechung
    45 KB (4,352 words) - 13:50, 3 October 2019
  • φύσις Anon. ap. St.Byz. s.v. ἀγρός. ἀγροικηρός: -ά, -όν, ἄγροικος, τῷ ἀγροίκῳ ἴδιος, ἀγρ. φύσις, παρὰ Στεφ. Βυζ. ἐν λ. ἀγρός. -ά, -όν inculto, rústico
    745 bytes (39 words) - 11:46, 21 August 2017
  • δωρ. ἀγροβότας (Α) αυτός που τρέφεται ή κατοικεί στους αγρούς. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός + βότης < βόσκω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    358 bytes (25 words) - 06:31, 29 September 2017
  • ἀγροκόμος) αυτός που καλλιεργεί αγρούς αρχ. επιστάτης αγρού. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός + -κόμος < κομῶ (= περιποιούμαι)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    419 bytes (24 words) - 06:31, 29 September 2017
  • [ΕΤΥΜΟΛ. < χήν, χηνός, μέσω ενός αμάρτυρου χήναγρος (< χήν + ἀγρός, πρβλ. ἵππ-αγρος, σύ-αγρος)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1 KB (55 words) - 13:01, 29 September 2017
  • 37. ου (ὁ) : 1 rustique; 2 sauvage. Étymologie: ἀγρός. -ου del campo, salvaje St.Byz.s.u. ἀγρός. Source: ἀγρώτης ἀγρώτης: -ου, ὁ = ἀγρότης· ως επίθ
    2 KB (103 words) - 14:00, 31 January 2019
  • ἀγρόθεν: επίρρ. (ἀγρός), με προέλευση από τους αγρούς, σε Ομήρ. Οδ., Ευρ. κ.λπ. ἀγρόθεν: adv. с поля, из деревни (ἔρχεσθαι Hom.). ἀγρός from the country
    2 KB (144 words) - 11:35, 9 January 2019
  • countryman, St. Byz. s.v. ἀγρός. ἀγρίτης: -ου, ὁ, χωρικός, Στέφ. Βυζ. ἐν λεξ. ἀγρός. -ου, ὁ campesino St.Byz.s.u. ἀγρός. Source: ἀγρίτης
    583 bytes (28 words) - 11:45, 21 August 2017
  • κάπρος» + -αγρός (< ἀγρός), πρβλ. ἵππ-αγρος]. (II) ὁ, Α (για κυνηγετικό σκύλο) αυτός που κυνηγά αγριόχοιρους. [ΕΤΥΜΟΛ. < σῦς «χοίρος, κάπρος» + -αγρός (< ἄγρα)
    3 KB (234 words) - 12:05, 9 January 2019
  • οποίο θηρεύεται κάτι, κυνηγετικό δίχτυ. (II) ἄγρευμα, το (Α) ἀγρός στον πληθ. τὰ ἀγρεύματα ο αγρός που πρόσφατα ξεχερσώθηκε. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    539 bytes (47 words) - 12:10, 8 January 2019
  • ἀγρευτῆρες Opp.H.4.586. (Posit. Adj. formed from ὄρος (τό), opp. ἀγρότερος from ἀγρός.) [Seite 373] poet. = ὀρεινός (kein compar., wie Philoxen. beim E. M.
    3 KB (235 words) - 04:40, 10 January 2019
  • 字義溯源:耕種者,農夫,園戶,栽培的人;由(γῆ)*=地)與(ἔργον)=行為)組成;而 (ἔργον)出自(ἔργον)X*=工作)。參讀 (ἀγρός)同義字 出現次數:總共(19);太(6);可(5);路(5);約(1);提後(1);雅(1) 譯字彙編: 1) 園戶(15) 太21:33; 太21:34;
    6 KB (570 words) - 13:15, 3 October 2019
  • productive, fertile, Arist.HA538a1, Thphr.CP1.17.10; χώρα Ph.2.297 (Sup.); ἀγρός Plu.2.59a: c. gen., ὀπωρας Hdn.1.6.1; πυρετῶν Gal.7.334: metaph., εὔ. γνῶσις
    14 KB (1,127 words) - 23:05, 9 January 2019
  • ἀγραυλέω, -ῶ (< ἀγραυλος, dwelling in the field; < ἀγρός, αὐλή), to live in the fields: Lk 2:8. † from ἀγρός and αὐλέω (in the sense of αὐλή); to camp out:
    3 KB (352 words) - 13:10, 3 October 2019
  • opp. acropolis, Hdt.1.176, al.    II in Attica, town (i.e. Athens), opp. ἀγρός (country), mostly without Art., στυγῶν μὲν ἄ. Ar.Ach.33; ἐξ ἄστεως νῦν εἰς
    21 KB (2,018 words) - 14:10, 2 October 2019
  • Landgut, Hesych. χωράφιον: [ᾰ], τό, ὑποκορ. τοῦ χώρα, ὡς τὸ χωρίον, μικρὸς ἀγρός, μικρὸν κτῆμα, ὕποπτον ἐν Θεοφρ. Ἀποσπ. 12. 7 ἀλλὰ συχνὸν παρὰ τοῖς Βυζ.
    1 KB (80 words) - 06:17, 29 September 2017
  • ἀγρεῑος, -α, -ον (Α) ἀγρός αυτός που βρίσκεται ή αναφέρεται στον αγρό, στην εξοχή 2. αγροίκος, άξεστος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    232 bytes (26 words) - 06:31, 29 September 2017
  • που παρέχει άνετη βοσκή, που μπορούν να τον βοσκήσουν εύκολα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός + νέμομαι]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    378 bytes (28 words) - 06:18, 29 September 2017
  • (I) ἀγρότερος, -έρα, -ρον (Α) ἀγρός (για ζώα) άγριος, αδάμαστος, ατίθασος. (II) ἀγρότερος, -έρα, -ρον (Α) ἄγρα 1. αυτός που αγαπά την άγρα, το κυνήγι,
    437 bytes (41 words) - 13:35, 8 January 2019
  • ἀγρογενής, -ές (Α) αυτός που έχει γεννηθεί στους αγρούς. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός + γενής < γένος < γίγνομαι. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    399 bytes (23 words) - 06:31, 29 September 2017
  • ἀγρωτήρ, ο (θηλ. ἀγρώτειρα) (Μ) ἀγρός ο αγρότης. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    119 bytes (17 words) - 06:31, 29 September 2017
  • παραγωγή καρπού» και «γη που καλλιεργείται και ποτίζεται τακτικά, εύφορος αγρός», αντίστοιχα, με τη σημ. τών εργασιών που εκτελεί ο γεωργός για να βελτιώσει
    5 KB (403 words) - 12:10, 29 September 2017
  • 原文字根:田野-橄欖 字義溯源:野橄欖樹,野橄欖;由(ἄγριος)=野)與(ἐλαία)*=橄欖)組成;其中 (ἄγριος)出自(ἀγρός)=田野),而 (ἀγρός)出自(ἄγω)*=帶領)。在隱喻上,神的子民是橄欖樹,外邦人是野橄欖樹;神的子民因不信被砍下來,外邦人因信被接上去。問題不在正橄欖或野橄欖,信或不信才是關鍵
    5 KB (509 words) - 13:10, 3 October 2019
  • α, ον, (ἀγρός; properly opp. ὀρέσ-τερος) poet. for ἄγριος, in Hom. always of    A wild animals, ἡμίονοι, σύες, αἶγες, Il.2.852, 12.146, Od.17.295; ἀγροτέρης
    9 KB (888 words) - 14:00, 31 January 2019
  • Hsch.; prob. for ἀγρόται, A. Pers.1002 Toup.    II Ἀγρέτης, ὁ, perh. from ἀγρός, god of the fields, title of Apollo at Chios, GDI5666. ἀγρέτης: -ου, ὁ
    2 KB (157 words) - 14:20, 31 December 2018
  • οποία σχηματίζουν ο μετωπιαίος, ο βρεγματικός και ο κροταφικός λοβός αρχ. 1. αγρός που περιβρέχεται από τον Νείλο 2. ξηρά στην οποία έχουν γίνει προσχώσεις
    4 KB (265 words) - 12:02, 29 September 2017
  • Ep.for sq., κῆπος, ἀγρός, Od.4.737, 23.139;    A γῆ Sol.13.47. [Seite 661] mit vielen Bäumen, baumreich; κῆπος, Od. 4, 737; ἀγρός, 23, 139. 359; sp.
    2 KB (111 words) - 08:08, 1 January 2019
  • ἵππαγρος, ὁ (Α) άγριος ίππος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἱππ(ο)- + -αγρος (< ἀγρός), πρβλ. βό-αγρος, σύ-αγρος. Για τη σειρά τών συνθετικών βλ. λ. ιπποπόταμος]. Αναζήτηση
    1 KB (60 words) - 07:19, 29 September 2017
  • que derivará el de ‘cazar’, cf. ἄγρα. v. más datos de esta raíz s.u. ἄγω y ἀγρός. Source: ἀγρέω ἀγρέω: ποιητ. τύπος του προηγ., μόνο στον ενεστ.· I. συλλαμβάνω
    6 KB (514 words) - 11:20, 10 January 2019
  • End.), dem Volk od. dem Staat angehörend, öffentlich, Ggstz ἴδιος, z. B. ἀγρός, Her. 5, 29; πλοῦτος, Thuc. 1, 80; Plat. Gorg. 469 e u. öfter; γῆν δημοσίαν
    44 KB (4,438 words) - 13:20, 3 October 2019
  • Opp.H.1.27. ος ou η, ον : 1 champêtre, rustique; 2 sauvage. Étymologie: ἀγρός, νέμω. (νέμω): inhabiting the fields, rural, νύμφαι, Od. 6.106†. -ον
    3 KB (189 words) - 14:00, 31 January 2019
  • price): P. εὑρίσκειν (acc.). A farm that would easily fetch a talent: P. ἀγρὸς ταλάντου ῥᾳδίως ἄξιος (Isae. 72). Look up fetch on Perseus | Wiktionary
    1 KB (117 words) - 09:40, 21 July 2017
  • (Pergam.); -σεις λημμάτων, λόγων, Arr.Epict.1.7.20, 3.2.17; εἰ… εἰς μ. ἔσται ὁ ἀγρός if it shall be transferred, CIG3702 (Mysia); ἡ ἐκ τύχης ἄνω καὶ κάτω μ. Ael
    4 KB (281 words) - 11:50, 26 February 2019
  • (אֶרֶץ‎) (קַרְקַע‎) 字義溯源:基礎,地;源自(ἑδραῖος)=坐定的);而 (ἑδραῖος)出自(Ἑζεκίας)X*=坐)。參讀 (ἀγρός)同義字 出現次數:總共(1);徒(1) 譯字彙編: 1) 地(1) 徒22:7
    18 KB (1,792 words) - 13:30, 3 October 2019
  • εξοχική οικία, έπαυλη, οικία σε αγρόκτημα (στα αρχ. στον πληθ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρὸς + οἰκία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    862 bytes (56 words) - 14:15, 8 January 2019
  • ἀγρός Fr.Lex.III. Source: ἀγροίτης
    50 bytes (7 words) - 11:46, 21 August 2017
  • 1) плодородный, изобилующий плодами (γαῖα, χθών Pind.; χώρη, θέρος Soph.; ἀγρός Plut.); 2) плодовитый (εὔπαις καὶ εὔ. HH); 3) оплодотворяющий (Ἀφροδίτη Soph
    4 KB (364 words) - 21:05, 20 August 2019
  • Ο συσχετισμός με σανσκρ. urvάrᾱ- «θερισμός», αβεστ. urvαrᾱ, λατ. arvum «αγρός» δεν είναι ικανοποιητικός. Η λ. άρουρα ως «καλλιεργήσιμη γη» απαντά στον
    2 KB (165 words) - 20:41, 22 December 2018
  • Λεξιφάν. 3. -ον, Α αυτός που αγαπά την αγροτική ζωή. [ΕΤΥΜΟΛ. < φιλ(ο)- + ἀγρός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    1 KB (69 words) - 05:32, 1 January 2019
  • 字義溯源:亞基帕;希律家族之一員,意為:馴野馬師,由(ἄγριος)=野)與(ἵππος)*=馬)組成;其中 (ἄγριος)出自(ἀγρός)=野地),而 (ἀγρός)出自(ἄγω)*=帶領)。新約有時稱希律王,有時稱亞基帕王。其實,有二個亞基帕王,其一:希律亞基帕第一(主前10至主後44年),是
    2 KB (380 words) - 13:00, 3 October 2019
  • überzeugend, ἀγρέω von ἄγρα, ἀγρεύω trennen. Er zieht die letztgenannten Wörter zu ἀγρός, wovon zunächst ἀγρεύς eig. zum Felde gehörig mit nachträglicher Beziehung
    14 KB (1,437 words) - 13:04, 3 October 2019
  • -ες (AM ἐκτενής, -ές) αυτός που απλώνεται σε έκταση, εκτεταμένος («εκτενής αγρός, οδός, μελέτη, λόγος, συζήτηση») αρχ. 1. αυτός που έχει την ιδιότητα ή τάση
    1 KB (101 words) - 07:07, 29 September 2017
  • Νόμ. 728Ε, πρβλ. Ἰσοκρ. 8Α, Λοβ. Παραλ. 58· ἐνίοτε ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ἀγρός, ἐπὶ τοσούτοις ἀγροῖς καὶ κτήμασι Ἰσαῖος 5, 43, (55. 24)· ἴδε χρῆμα ἐν τέλ
    15 KB (1,379 words) - 13:55, 3 October 2019
  • an arrow, AP6.75 (Paul. Sil.).    III a kind of bird, Ael.NA8.24. (From ἀγρός, cf. οἰκεύς : οἶκος; the reference to hunting is secondary.) [Seite 22]
    4 KB (331 words) - 11:55, 9 January 2019
  • ἄροτος, ο (Α) αρώ 1. ο καλλιεργήσιμος αγρός 2. ο καρπός του αγρού, η σοδειά, η συγκομιδή 3. το όργωμα, η καλλιέργεια 4. η εποχή για καλλιέργεια 5. μτφ
    420 bytes (41 words) - 06:21, 29 September 2017
  • έχει επάνω του αγκάθια «ἀκανθοφόρος ἐχῑνος» (Νόννος, Δίον. 13, 421) 2. (αγρός) όπου φυτρώνουν αγκάθια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἄκανθα + -φόρος < φέρω. ΠΑΡ. ακανθοφορώ]
    627 bytes (41 words) - 06:48, 29 September 2017
  • ἀγριεύς, ο (Α) ο αγροίκος. [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. < ἄγριος ή < ἀγρός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    253 bytes (19 words) - 06:25, 29 September 2017
  • ἀγροβόας, ο (Α) αυτός που φωνάζει με τρόπο αγροίκο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός + βοῶ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    282 bytes (21 words) - 06:31, 29 September 2017
  • ἀγρωστήρ (-ῆρος), ο (Α) ἀγρός ο ἀγρώστης (Ι, ΙΙ). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    118 bytes (18 words) - 06:31, 29 September 2017
  • 2) Ackerbau, Philo. – 3) Frucht vom Ackerbau, Sp. γεώργιον: τό, χωράφι, ἀγρός, Θεαγέν. παρὰ Σχολ. Πινδ. Ν. 3. 21 (36), Στράβ. 671. ΙΙ. καλλιεργία, Ἑβδ
    4 KB (428 words) - 13:15, 3 October 2019
  • ἀγρόθεν επίρρ. (Α) ἀγρός από τους αγρούς, από την εξοχή. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    141 bytes (19 words) - 06:31, 29 September 2017
  • ἀγροτήρ (-ῆρος), ο (θηλ. -ότειρα) (Α) ἀγρός 1. αγρότης (Ι) 2. το θηλ. ως επίθ. αγροτική, χωριάτικη. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    225 bytes (26 words) - 06:31, 29 September 2017
  • α, ον, perh.    A planted with olives, ἀγρός IG9(1).61.20 (Daulis). -α, -ον dud. que produce olivas ἀγρὸς δ. olivar, IG 9(1).61.20 (Dáulide II d.C.)
    579 bytes (33 words) - 12:09, 21 August 2017
  • ἀγρίδιον, το (Α) μικρός αγρός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός + υποκορ. κατάληξη -ίδιον]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    288 bytes (19 words) - 06:18, 29 September 2017
  • ἀγραυλής, -ές (Α) αυτός που βρίσκεται στους αγρούς. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός + αὐλή. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    280 bytes (20 words) - 06:31, 29 September 2017
  • ἀγρόνδε επίρρ. (Α) ἀγρός προς τους αγρούς, στην εξοχή. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    142 bytes (18 words) - 06:31, 29 September 2017
  • ἀγρόθι επίρρ. (Α) ἀγρός στους αγρούς, στην εξοχή. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    129 bytes (17 words) - 06:33, 29 September 2017
  • 3. επίθ. του Πανός 4. επίθ. του Άρη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -αγρος (< αγρός), πρβλ. φίλ-αγρος, βό-αγρος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    3 KB (190 words) - 22:40, 9 January 2019
  • τοὺς ἀγρούς, Ἀνθ. Πλαν. 243. ακος (ὁ) : gardien des champs. Étymologie: ἀγρός, φύλαξ. -ᾰκος, ὁ • Prosodia: [-ῠ-] guardián de los camposde una estatua
    2 KB (152 words) - 11:25, 9 January 2019
  • ὁ, fem. ἀγρώτειρα,    A = ἀγρότης, St. Byz. s.v. ἀγρός.
    412 bytes (10 words) - 18:18, 7 February 2013
  • ο και αμμοτόπι, το αμμώδης τόπος (έκταση, αγρός). [ΕΤΥΜΟΛ. < άμμος + τόπος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    287 bytes (20 words) - 06:21, 29 September 2017
  • «δουλειές ακάμωτες», «δρόμος ακάμωτος» 2. (καρπός) αγίνωτος, ανώριμος 3. (αγρός) ακαμάτευτος, ακαλλιέργητος 4. αυτός που δεν μπορεί να κάνει τίποτε, αδέξιος
    743 bytes (49 words) - 06:23, 29 September 2017
  • Νουμήν. παρ’ Ἀθην. 371C. ου (ὁ) : campagnard, villageois. Étymologie: ἀγρός. rustic, peasant; as adj., Il. 15.272. -ου 1 campesino ἀνέρες Il.11.549
    3 KB (278 words) - 14:00, 31 January 2019
  • aig- ‘llevar’; c. vocalismo /o/ analóg., cf. ὄγμος; c. alarg., cf. ἀγείρω, ἀγρός, ἀγρέω, etc., prob. en het. aggala- ‘surco’ < *H2°gl̥-, cf. lat. agolum.
    129 KB (13,597 words) - 13:15, 3 October 2019
  • τά, =    A culta nova, Gloss. νεάματα, τὰ (ΑΜ) [νεώ (Ι)] αγρός που έχει καλλιεργηθεί πρόσφατα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    515 bytes (24 words) - 12:01, 29 September 2017
  • slaves, Ar.Eq.2, Timocl.7.2, Ph.2.73, cf. Ar.Pl.769; κύνες Aristo Stoic.1.88; ἀγρός App.BC4.41. [Seite 249] neuerdings, eben erst gekauft, Ar. Equ. 2 Plut
    2 KB (124 words) - 04:10, 10 January 2019
  • 國自以為已掌管了天下,所以羅馬帝國與天下被當作同義字。這編號源自(οἰκέω)=居住);而 (οἰκέω)出自(οἶκος)*=住處)。參讀 (ἀγρός)同義字 出現次數:總共(15);太(1);路(3);徒(5);羅(1);來(2);啓(3) 譯字彙編: 1) 天下(8) 太24:14; 徒11:28;
    10 KB (974 words) - 14:09, 3 October 2019
  • Heliodorus 7,8); τιμή αἵματος 'price of blood' i. e. price received for murder, ἀγρός αἵματος field bought with the price of blood, χωρίον αἵματος, ἐν αὐτῇ αἵματα
    40 KB (4,889 words) - 13:00, 3 October 2019
  • η αμμώδες έδαφος, αμμώδης αγρός, αμμοδούρα, αμμουδέρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < άμμος + γη]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    297 bytes (19 words) - 06:51, 29 September 2017
  • ο, Ν αγρός σπαρμένος με σιτηρά, χωράφι που σπέρνεται με δημητριακά, ιδίως με σιτάρι. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    197 bytes (23 words) - 12:28, 29 September 2017
  • de palabras deriva de la misma raíz de ἄγω, q.u., alargada c. -r- como en ἀγρός. La raíz sería en ese caso *H2eg-/*H2g-, siendo el resultado habitual en
    28 KB (2,744 words) - 14:10, 2 October 2019
  • Ἰωσήπ. Ἀρχ. Ἰουδ. 8. 3, 8. ονος (ὁ) : voisin de campagne. Étymologie: ἀγρός, γείτων. -ονος propietario de la finca colindante ἀ. ὢν τοῦ βασιλέως I
    2 KB (122 words) - 12:10, 9 January 2019
  • [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. ὀρεσ- (βλ. λ. όρος [II]) + επίθημα -τερος (πρβλ. ἀγρότερος < ἀγρός)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    538 bytes (37 words) - 12:10, 29 September 2017
  • ἀγρῷ διατρίβων καὶ εἰς ἄστυ μὴ κατιὼν» (Ησύχ.) ο αγροδίαιτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός + μένω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    374 bytes (28 words) - 06:33, 29 September 2017
  • (I) ἀγρώστης, ο (AM) ἀγρός αυτός που κατοικεί στους αγρούς, ο αγρότης. (II) ἀγρώστης, ο (Α) ἄγρα κυνηγός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    259 bytes (27 words) - 12:35, 8 January 2019
  • -αία, -ον, Α αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο χωράφι («χωραφιαῑος ἀγρός», Ηρωδιαν.). [ΕΤΥΜΟΛ. < χωράφιον + κατάλ. -(ι)αῖος (πρβλ. ἐδαφ-(ι)αῖος)]. Αναζήτηση
    452 bytes (31 words) - 06:17, 29 September 2017
  • ο (Α ἀγρόκηπος) αγρός που χρησιμοποιείται ως κήπος, το περιβόλι. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    154 bytes (19 words) - 06:18, 29 September 2017
  • λιπαρά Add. 1 (VI, 258), wo es »Ernte« erkl. wird. γεωμορία: ἡ, μέρος γῆς, ἀγρός, Ὀππ. Κ. 4. 430, Νικ. Ἀλ. 10, κτλ. ΙΙ. = γεωργία, Ἀλκίφρων 1. 4, Ἀνθ. II
    3 KB (252 words) - 20:35, 9 January 2019
  • paga lo debido, Pl.R.344b, Arist.EE 1232a15, POxy.745.7 (I d.C.) •fig. ἀ. ἀγρός campo que cuesta dinero en lugar de producirlo Com.Adesp.109.6. Source:
    2 KB (189 words) - 16:35, 9 January 2019
  • ο, Ν αγρός φυτευμένος με χόρτο. [ΕΤΥΜΟΛ. < χόρτο + αγρός. Η λ. μαρτυρείται από το 1894 στην εφημερίδα Ακρόπολις]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    355 bytes (27 words) - 12:53, 29 September 2017
  • 2. ονομασία κυνηγετικού σκύλου. [ΕΤΥΜΟΛ. < θηρ(ο)- + -αγρος (< άγρα), πρβλ. μύ-αγρος, πάν-αγρος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    2 KB (91 words) - 06:39, 29 September 2017
  • ενοίκιο ένα προσυμφωνημένο ποσοστό τών παραγόμενων προϊόντων. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγρός + λήπτης < λαμβάνω. ΠΑΡ. αγροληπτικός, αγροληψία]. Αναζήτηση σε: Google
    591 bytes (31 words) - 06:31, 29 September 2017
  • Μυκηναϊκή ως wa-tu. Στην αρχαία εποχή χρησιμοποιήθηκε κατ' αντιδιαστολή προς τα αγρός, ακρόπολις, καθώς επίσης και προς το πόλις (που κατά κύριο λόγο χαρακτήριζε
    5 KB (371 words) - 20:40, 22 December 2018
  • (domus), vic-patis (οἰκο-δεσπότης)· Λατ. vicus, vicinus· Γοτθ. veilis (κώμη, ἀγρός)· πρβλ. τὰ ἀγγλ. wick, wich, ὡς ἐν τοῖς τοπικοῖς ὀνόμασι, Painswick, Norwich)
    42 KB (4,627 words) - 12:53, 17 October 2019
  • subs. Use house. Estate in the country: P. and V. ἄγρος, ὁ, or pl. Look up villa on Perseus | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full text search
    4 KB (610 words) - 07:10, 28 February 2019
  • Σοφ. Φ. 214, (λυρ.), Εὐρ. Κύκλ. 54 (λυρ.). ου (ὁ) : pâtre. Étymologie: ἀγρός, βόσκω. ἀγροβότης: -ου, Δωρ. -ας, -α, ὁ (βόσκω), αυτός που βόσκει στα λιβάδια
    1 KB (96 words) - 11:32, 9 January 2019
  • Source: βόαγρος βόαγρος, ο (Α) άγριος ταύρος. [ΕΤΥΜΟΛ. < βους (βοός) + -αγρος < αγρός (πρβλ. ίππαγρος, σύαγρος)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    1 KB (77 words) - 20:25, 9 January 2019
  • 152. -αία, -ον, Α αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο χωράφι («χωραφιαῑος ἀγρός», Ηρωδιαν.). [ΕΤΥΜΟΛ. < χωράφιον + κατάλ. -(ι)αῖος (πρβλ. ἐδαφ-(ι)αῖος)]
    941 bytes (42 words) - 06:17, 29 September 2017
  • 18.491; ἄμαξα, τράπεζα, θρόνος, 24.267, 11.629, Od.1.131; also τέμενος, ἀγρός, Il.12.314, Od.24.206; so after Hom., Λύδιον κ. ἔργον Sapph.19, etc.; ἐέρσα
    115 KB (11,444 words) - 14:05, 3 October 2019
  • ακμή τους έτοιμα για θερισμό («ἐσθίουσι τοῦ σίτου τὸ λήϊον», Αριστοτ.) 2. αγρός σπαρμένος με σιτάρι 3. η λεία. [ΕΤΥΜΟΛ. < λᾱFιον «κέρδος, προϊόν». Η λ. συνδέεται
    5 KB (415 words) - 13:50, 2 October 2019
  • κυᾰμών: -ῶνος, ὁ, ἀγρὸς πλήρης κυάμων, Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 4. 8, 8, Στράβ. 799. campo de nelumbios κυαμών, -ῶνος, ὁ (Α) τόπος, αγρός όπου φύονται κύαμοι
    1 KB (83 words) - 07:26, 29 September 2017
  • (I) -η, -ο καματεύω 1. (αγρός) που δεν έχει ακόμη οργωθεί 2. (μαλλί ή φυτική ύλη) άκλωστος, ακατέργαστος 3. (ζώο) που δεν έχει ακόμη χρησιμοποιηθεί, άστρωτο
    1 KB (77 words) - 13:30, 8 January 2019
  • άξιος, γνήσιος, πλούσιος, ενώ, κατ' άλλη άποψη, από το ουσ. τρύπα (πρβλ. αγρός: άγριος, τιμή: τίμιος)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    848 bytes (73 words) - 12:46, 29 September 2017
  • που συλλαμβάνει πολλά θηράματα. [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ- + -αγρος (< ἄγρα «κυνήγι»), πρβλ. εύ-αγρος, πάν-αγρος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    2 KB (103 words) - 05:50, 10 January 2019
  • δημόσιες ή κοινοτικές αγροτικές εκτάσεις (πρβλ. οικοπεδοφάγος). [ΕΤΥΜΟΛ. < αγρός + - φάγος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    373 bytes (24 words) - 08:50, 23 December 2018
  • το (Μ λιβαδερόν) 1. αγρός ή τόπος υγρός και λασπώδης 2. λιβάδι. [ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένος τ. του ουδ. του αμάρτυρου επιθέτου λιβαδερός]. Αναζήτηση
    360 bytes (30 words) - 06:44, 29 September 2017
  • το το αγροτικό πταισματοδικείο. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγρός + δίκη. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    245 bytes (16 words) - 06:17, 29 September 2017
  • ο αυτός που κάνει καταμέτρηση τών αγρών. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγρός + -μέτρης < μετρώ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    319 bytes (20 words) - 06:31, 29 September 2017
  • η αγκάθι χέρσος αγρός γεμάτος αγκαθωτά φυτά, αγκαθότοπος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    147 bytes (17 words) - 06:31, 29 September 2017
  • και σταρότοπος, ο, και σιταροτόπι και σταροτόπι, το, Ν αγρός ή περιοχή κατάλληλη για την καλλιέργεια σιταριού. [ΕΤΥΜΟΛ. < σιτάρι / στάρι + τόπος (πρβλ
    511 bytes (35 words) - 12:29, 29 September 2017
  • • Alolema(s): ἀγροσ- gramen, Gloss.3.429. Source: ἀγρώστη
    100 bytes (9 words) - 11:46, 21 August 2017
  • η 1. αγρός, μέσα στον οποίο βρίσκεται αλώνι 2. χώρος μέσα στο αλώνι, όπου συγκεντρώνονται τα άχυρα από το αλώνισμα 3. χώρος γύρω από το αλώνι. [ΕΤΥΜΟΛ
    535 bytes (40 words) - 06:51, 29 September 2017
  • μοναγρία: ἡ, μεμονωμένος ἀγρὸς ἢ ἀγροκήπιον, Ἀλκίφρων 2. 2· οὕτω μονάγριον, τό, Φίλων 2. 474, Εὐσέβ. μοναγρία, ἡ (Α) απομονωμένος αγρός. [ΕΤΥΜΟΛ. < μον(ο)-
    1 KB (78 words) - 07:39, 29 September 2017
  • οποία σχηματίζουν ο μετωπιαίος, ο βρεγματικός και ο κροταφικός λοβός αρχ. 1. αγρός που περιβρέχεται από τον Νείλο 2. ξηρά στην οποία έχουν γίνει προσχώσεις
    15 KB (1,489 words) - 14:05, 3 October 2019
  • поместье = χώρα, ἔπαυλις, χωρίον, ἀγρός Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    88 bytes (40 words) - 08:10, 15 October 2019
  • поле = γεωργία, γύης, βῶλος, χῶρος, ἄρουρα, ἀγρός, πεδίον Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota
    140 bytes (43 words) - 09:45, 15 October 2019
  • деревня = χώρα, κώμη, κατοικία, χῶρος, ἀγροικία, ἀγρός Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota
    125 bytes (42 words) - 07:25, 15 October 2019
  • именье = ἀγρός Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet | Glosbe | Wordreference
    35 bytes (37 words) - 07:30, 15 October 2019
  • ἐπικαλούμενοι τὸν Μυίαγρον», Παυσ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < μυῖα «μύγα» + -αγρος (< ἄγρα «κυνήγι»), πρβλ. μύ-αγρος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    2 KB (146 words) - 12:00, 29 September 2017
  • 2) (γεωργέω)耕種 3) (γεώργιον)可耕種的 4) (γεωργός)耕種者 (γῆ)5) (ἐπίγειος)現世的參讀 (ἀγρός)同義字 出現次數:總共(251);太(43);可(19);路(26);約(13);徒(33);羅(3);林前(3);弗(4);西(4);來(11
    38 KB (4,555 words) - 13:15, 3 October 2019
  • αἴγαγρος αἴγαγρος: ὁ και ἡ (αἴξ, ἄγρος), άγρια κατσίκα, σε Βάβρ. αἴγαγρος: ὁ, ἡ дикий козел или дикая коза Babr. [αἴξ, ἄγρος] the wild goat, Babr.
    1 KB (95 words) - 12:30, 9 January 2019
  • θηλ. ἀγρώτειρα = ἀγρότης, Στέφ. Βυζ. ἐν λ. ἀγρός. ὁ • Alolema(s): fem. ἀγρώτειρα campesino St.Byz.s.u. ἀγρός. Source: ἀγρωτήρ
    274 bytes (23 words) - 11:45, 21 August 2017
  • ενεστ.) νεωμένη (ενν. γῆ) ο αγρός που αφέθηκε ακαλλιέργητος προσωρινά και τώρα καλλιεργείται. [ΕΤΥΜΟΛ. < νέος ή < νειος «αγρός που έχει καλλιεργηθεί πρόσφατα»
    2 KB (163 words) - 11:40, 9 January 2019
  • δέπας, κρητήρ, Il.14.9, 16.225, 23.741, al.; ἄγγεα Od.9.223; δῶρα 16.185; ἀγρός wrought, tilled, 24.206: metaph., νόος ἐν στήθεσσι τετυγμένος a ready, constant
    56 KB (5,206 words) - 15:55, 2 October 2019
  • ακμή τους έτοιμα για θερισμό («ἐσθίουσι τοῦ σίτου τὸ λήϊον», Αριστοτ.) 2. αγρός σπαρμένος με σιτάρι 3. η λεία. [ΕΤΥΜΟΛ. < λᾱFιον «κέρδος, προϊόν». Η λ. συνδέεται
    2 KB (189 words) - 12:35, 15 February 2019
  • (κοσμικός)現世的 3) (κόσμιος / κοσμίως)有秩序的 4) (κοσμοκράτωρ)世界統治者 5) (κόσμος)世界參讀 (ἀγρός) (αἰών)同義字 出現次數:總共(186);太(9);可(3);路(3);約(78);徒(1);羅(9);林前(21);林後(3);加(3
    69 KB (7,312 words) - 13:50, 3 October 2019
  • Ο συσχετισμός με σανσκρ. urvάrᾱ- «θερισμός», αβεστ. urvαrᾱ, λατ. arvum «αγρός» δεν είναι ικανοποιητικός. Η λ. άρουρα ως «καλλιεργήσιμη γη» απαντά στον
    18 KB (1,808 words) - 14:20, 2 October 2019
  • Theognost.Can.95.14. Source: ἀροτός ἄροτος, ο (Α) αρώ 1. ο καλλιεργήσιμος αγρός 2. ο καρπός του αγρού, η σοδειά, η συγκομιδή 3. το όργωμα, η καλλιέργεια
    1 KB (111 words) - 06:58, 29 September 2017
  • τό, Dim. of sq., Str.12.3.11. ἀγροκήπιον: τό, ἀγρὸς διατηρούμενος ὡς κῆπος, «περιβόλι», Στράβ. 545. -ου, τό huertecillo (ἡ πόλις) ἀγροκηπίοις κεκόσμηται
    637 bytes (31 words) - 11:45, 21 August 2017
  • με τις λ. παλάμη, σουηδ. fala «πεδιάδα (χωρίς δέντρα)», αρχ. σλαβ. polje «αγρός, χωράφι» παραμένει αβέβαιη. Αξιοσημείωτο παράγωγο της λ. είναι το επίθ. επιπόλαιος
    3 KB (212 words) - 12:30, 15 February 2019
  • οικονομία, καθώς και για τη βελτίωση τών ειδών τους. [ΕΤΥΜΟΛ. < Ελληνογενές < αγρός + βιολογία, πρβλ. αγγλ. agrobiology]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    849 bytes (60 words) - 09:00, 23 December 2018
  • ειδών και όλων τών δημόσιων πραγμάτων αρχ. περιγεγραμμένο τμήμα εδάφους, αγρός. [ΕΤΥΜΟΛ. < βεν. massa]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    463 bytes (35 words) - 07:36, 29 September 2017
  • τινα, τρέφει γὰρ οὗτος [ὁ ἀγρὸς] ... με Φιλήμ. ἐν Ἀδήλ. 12. 2· κακῶς τρέφοντα χωρί’ ἀνδρείους ποιεῖ Μένανδρος ἐν «Ἀνεψιοῖς» 3· ἀγρὸς τρέφων καλῶς ὁ αὐτ. ἐν
    82 KB (7,936 words) - 14:45, 3 October 2019
  • ουννεφόκαμα]. (II) το χωράφι σε ανώμαλο έδαφος, ακατάλληλο για αροτρίαση, αγρός που δεν τον πιάνει το αλέτρι, αλλ. ανακαμωσία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανα- + -καμα <
    1 KB (92 words) - 12:59, 8 January 2019
  • συλλαμβάνει κάθε είδους θήραμα, πανάγρετος. [ΕΤΥΜΟΛ. < παν- + -αγρός (< ἄγρα «κυνήγι»), πρβλ. πολύ-αγρος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    2 KB (145 words) - 05:06, 10 January 2019
  • (2) Agrō, onis, f., ville d’Éthiopie : Plin. 6, 193. Ἀγρός
    112 bytes (10 words) - 06:45, 22 August 2017
  • γεωργία, βρίθω, γύης, ἀλωή, ἁλῳή, ἀλωά, ἁλῳά, ἄρουρα, ἄροσις, ἄρωμα, γεώργιον, ἀγρός, νειός Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия
    240 bytes (49 words) - 08:15, 15 October 2019
  • сельская местность = ἀγρός Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet | Glosbe
    35 bytes (38 words) - 08:59, 15 October 2019
  • το φυτό μελάμπυρον 3. το φυτό μυάγρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < μῦς, μυός «ποντίκι» + -αγρος (< ἄγρα «κυνήγι»), πρβλ. θήραγρος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    2 KB (106 words) - 12:00, 29 September 2017
  • τα γεωργικά προϊόντα αρχ. στον πληθ. αἱ γεωργίαι καλλιεργημένη γη, κτήμα, αγρός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    8 KB (725 words) - 20:35, 9 January 2019
  • εὔκριθος, -ον (Α) αυτός που έχει άφθονο ή ωραίο κριθάρι («εὔκριθος ἀλωά» — αγρός με άφθονο κριθάρι, Θεόκρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -κριθος < κριθή (πρβλ. πολύ-κριθος
    564 bytes (35 words) - 06:34, 29 September 2017
  • και ελαιοκήπιο, το κήπος ή αγρός γεμάτος ελαιόδεντρα, λιοστάσι, λιόφυτο. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    169 bytes (19 words) - 06:28, 29 September 2017
  • -η, -ο βωλοκοπώ ο αγρός του οποίου δεν έχουν σπάσει τους βώλους από χώμα, ο ασβάρνιστος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    194 bytes (25 words) - 06:30, 29 September 2017
  • η μεσάρι 1. αγρός άσπαρτος που βρίσκεται στο μέσο άλλων σπαρμένων αγρών 2. άσπαρτο μέρος ενός αγρού. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    240 bytes (26 words) - 07:27, 29 September 2017
  • ο κρόμμυον αγρός φυτεμένος με κρεμμύδια. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    104 bytes (15 words) - 06:41, 29 September 2017
  • ἐπάρδιον, το (Α) αγρός που αρδεύεται, χωράφι ποτιστικό πάπ.. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    144 bytes (18 words) - 07:10, 29 September 2017
  • συμβοῦαἱ· συνωμόται, Id. [Seite 980] zugleich od. gemeinsam beweidet, ἀγρός, Gemeindetrift, Sp. σύμβοτος: -ον, ὁ ὁμοῦ βοσκόμενος, «σύμβοτον· σύννομον»
    1 KB (64 words) - 12:36, 29 September 2017
  • άγρια κατάσταση, σε Στράβ., Βάβρ. ὄναγρος: ὁ дикий осел, онагр Babr. ὄν-αγρος, ὁ, = ὄνος ἄγριος the wild ass, Strab., Babr.
    2 KB (159 words) - 04:35, 10 January 2019
  • such rest, in Il. 18.541, Od. 5.137. νειός, ἡ (ΑΜ, Α και νεός και νέα) 1. αγρός ο οποίος οργώθηκε και πάλι, αφού παρέμεινε χέρσος για λίγο χρόνο με σκοπό
    15 KB (1,489 words) - 15:25, 2 October 2019
  • lat. aruum, galés erw ‘campo’. Source: ἄροτος ἄροτος: ὁ (ἀρόω)· I. 1. αγρός που οργώνεται, σε Ομήρ. Οδ. 2. σοδειά, καρποί χωραφιού, σε Σοφ.· μεταφ.,
    7 KB (634 words) - 16:45, 9 January 2019
  • γεγονότα του βίου του Χριστού, όπως αναφέρονται στην ΚΔ (μσν.- αρχ.) 1. αγρός, αγρόκτημα («οἰκία καὶ τόποι», πάπ.) 2. χώρος ταφής, κοιμητήριο 3. θέμα,
    44 KB (4,289 words) - 14:39, 3 October 2019
  • ενδυναμωθεί η γη και να ετοιμαστεί για νέα σπορά σίτου. [ΕΤΥΜΟΛ. < νειός «αγρός» + «ποιῶ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    483 bytes (38 words) - 11:56, 29 September 2017
  • ο / σιτών, -ῶνος, ΝΜΑ 1. αγρός σπαρμένος με σιτάρι, σιταροχώραφο («σιτῶνες, ἀμπελῶνες», Πλούτ.) 2. αποθήκη σίτου, σιταποθήκη. [ΕΤΥΜΟΛ. < σίτος + κατάλ
    533 bytes (34 words) - 12:29, 29 September 2017
  • το (Α ἀγροκήπιον) μικρός αγρός, που καλλιεργείται ως κήπος, το περιβόλι νεοελλ. η αγροτική έκταση, που χρησιμοποιείται για την υποδειγματική καλλιέργεια
    610 bytes (48 words) - 06:18, 29 September 2017
  • έχει επάνω του αγκάθια «ἀκανθοφόρος ἐχῑνος» (Νόννος, Δίον. 13, 421) 2. (αγρός) όπου φυτρώνουν αγκάθια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἄκανθα + -φόρος < φέρω. ΠΑΡ. ακανθοφορώ]
    2 KB (117 words) - 06:48, 29 September 2017
  • rustic < μσν. γαλλ. rustique < λατ. rusticus «αγροτικός» < rus «εξοχή, αγρός»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    929 bytes (59 words) - 12:27, 29 September 2017
  • πρβλ. αγγλ. polje < σερβοκροατ. polje (πρβλ. αρχ. σλαβ. polje «πεδιάδα, αγρός, λιβάδι»)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    623 bytes (48 words) - 12:19, 29 September 2017
  • Arist. HA501b28; of the white at the root of the nails, Poll.2.146: pl., ἀγρὸς ἀνατολὰς καὶ βλάστας ἔχει Ph.1.68, cf. LXXJe.23.5, al. [Seite 211] p. ἀντολή
    13 KB (1,355 words) - 13:05, 3 October 2019
  • γάμου αρχ. (ενν. γη) 1. γη που καλλιεργείται και ποτίζεται τακτικά, εύφορος αγρός 2. καρποφόρο κομμάτι γης αφιερωμένο σε κάποια θεότητα («ἄλλα τε ἐδῄωσε τῆς
    7 KB (555 words) - 15:55, 2 October 2019
  • Αισχύλ. κ.λπ.· 2. λωρίδα, σειρά, αράδα, σε Ομήρ. Ιλ. 3. λωρίδα γης, έκταση, αγρός, Σκύθην ἐς οἶμον, σε Αισχύλ. 4. μεταφ., μουσική κλίμακα ή η μελωδία ενός
    11 KB (1,017 words) - 15:30, 2 October 2019
  • -η, -ο (Α νεοπότιστος, -ον) αυτός που ποτίστηκε πρόσφατα («νεοπότιστος αγρός»). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    877 bytes (45 words) - 12:02, 29 September 2017
  • Kornfeld, Plut. divit. cup. 2, wo Reiske συκών vermuthet. σῑτών: -ῶνος, ὁ, ἀγρὸς ἐσπαρμένος μὲ σῖτον, διάφορ. γραφὴ παρὰ Πλουτ. 2. 524Α˙ σιτοβολών, ἀποθήκη
    959 bytes (52 words) - 12:44, 31 December 2018
  • 2. 14, 4. 42 καὶ παρὰ μεταγ. πεζοῖς. ΙΙ. ἡ ἐκ τοῦ θερισμοῦ συγκομιδὴ ἢ ὁ ἀγρὸς μετὰ τὸν θερισμόν, Λατ. seges, Διον. Π. 194, Ἄρατ. 1097: καὶ μετ’ ἄλλου οὐσ
    7 KB (680 words) - 15:20, 9 January 2019
  • to a fly (gloss.), μυιώδης name of a god in Elis, who was also called μυί-αγρος "fly-catcher" (Plin.). -- 3. μυΐνδα παίζειν play the game μυῖα χαλκῆ (Poll
    10 KB (1,063 words) - 15:26, 2 October 2019
  • που διαρρέεται από πολλά νερά, αυτός που ποτίζεται άφθονα (α. «κατάρρυτος αγρός» β. «γῆ ἔνδροσός τε καὶ κατάρρυτος», Αιλ.) αρχ. 1. αυτός που ρέει προς τα
    5 KB (355 words) - 13:55, 9 January 2019
  • mollis· I. μαλακός, απαλός, σε Όμηρ. κ.λπ.· μαλακὸς νειός, φρεσκοοργωμένος αγρός, σε Ομήρ. Ιλ.· μαλακὸς λειμών, λιβάδι με απαλό χώμα και γρασίδι, σε Ομήρ
    39 KB (2,767 words) - 14:00, 3 October 2019
  • (Arist.) with -βόσια n. pl. herds of swine (Λ 679 = ξ 101, Plb., Lib.); σύ-αγρος backformation = σῦς ἄγριος (Antiph., Dionys. Trag. a.o.; Risch IF 59, 286f
    7 KB (709 words) - 13:40, 2 October 2019
  • χαράχθηκε με πατήματα («πάτον ἀνθρώπων», Ομ. Ιλ.) 4. φρ. α. «πύρινος πάτος» — αγρός σπαρμένος με σιτάρι πάπ. β. «ἔξω πάτου ὀνόματα» — λέξεις γλωσσηματικές ή
    12 KB (1,054 words) - 15:38, 2 October 2019
  • darse de manera intrínseca en, haber o existir de forma natural c. dat. ἀγρὸς ... ᾧ μυρία μὲν ... ἐνυπάρχει φυτὰ χαμαίζηλα op. ‘cultivar’, Ph.1.444, cf
    9 KB (855 words) - 09:00, 31 December 2018
  • determin. compp. (ἱππο-τοξότης); with transformed 2. member (ἱππο-πόταμος, ἵππ-αγρος for ἵππος ποτάμιος, ἄγριος, Risch IF 59, 287; ἱππο-κορυστής, s. κόρυς); with
    49 KB (4,478 words) - 13:45, 3 October 2019
  • [ῑ], ου, ὁ,    A of or belonging to a place, St.Byz. s.v. Αγρός, al. τοπίτης: [ῑ], -ου, ὁ, ὁ ἀνήκων εἴς τινα τόπον ἢ ἐξ αὐτοῦ προερχόμενος, Στέφ. Βυζ
    970 bytes (60 words) - 12:54, 29 September 2017
  • ξενικού όρου, πρβλ. γαλλ. agrarianisme < agrarian (< λατ. agrarius < ager, αγρός) + isme]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1 KB (90 words) - 08:56, 23 December 2018
  • ταξιδεύει 4. (στην ποιητ. γλώσσα) η συζυγική κλίνη που εννοείται μτφ. ως αγρός του ανθρώπινου είδους. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολογίας. Παράλληλος τ. της λ
    1 KB (112 words) - 06:19, 29 September 2017
  • «εὔβοτος» Ἡσύχ. λήϊμνος (Α) (κατά τον Ησύχ.) «εὔβοτος». [ΕΤΥΜΟΛ. < λήϊον «αγρός σπαρμένος με σιτάρι»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    359 bytes (24 words) - 07:32, 29 September 2017
  • • Alolema(s): Ἀγρεσ- GDI 1757.1, 2093.2, 2223.6 (todas Delfos II a.C.); Ἀγροσ- GDI 1880.1 (II a.C.); Ἀγρυστυεών GDI 1921.2 (Delfos II a.C.) Agrastión (y
    462 bytes (72 words) - 11:45, 21 August 2017
  • όπου η λ. ἄρατος αμάρτυρη ισοδυναμεί με τους τ. ἄροτος «καλλιεργημένος αγρός» ή ἄρατρον, κρητ. τ. του ἄροτρον (< ρ. ἀρόω «εργάζομαι, καλλιεργώ», πρβλ
    938 bytes (73 words) - 12:20, 29 September 2017
  • μια σταθερή ευθεία που καλείται διευθετούσα 3. ακραίο τμήμα αγρού ή και αγρός ο οποίος αποτελείται από μικρή και στενή λωρίδα γης που δεν είναι δυνατόν
    19 KB (1,863 words) - 14:10, 3 October 2019
  • Greek elements] Etymology: From δρυ- and πέπων. Unclear is δρύππιος, said of ἄγρος (IG IX 1,61); also δρύπεπα (AP 6,191), which may be an isolated innovation
    5 KB (440 words) - 21:15, 2 January 2019
  • αρωματοφόρος μσν. αρωματοπράτης νεοελλ. αρωματοποιός]. (II) ἄρωμα, το (Α) αρώ ο αγρός, το χωράφι. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    7 KB (679 words) - 13:15, 3 October 2019
  • λατ. lux «φως», lucus, με αρχική σημ. «άδενδρος τόπος», λιθουαν. laũkas «αγρός»). Στην ίδια λεξιλογική οικογένεια ανήκουν και οι τ. λεύσσω, λύχνος κ.ά.
    48 KB (4,456 words) - 13:55, 3 October 2019
  • (κατά τον Ησύχ.) «νειρή κοιλία εσχάτη». [ΕΤΥΜΟΛ. < νεαρ-jα < νειός / νεός «αγρός που έμεινε χέρσος», κατά το γέρ-αιρα ή, κατ' άλλους, από νει-Fαρ. (Για τη
    5 KB (448 words) - 04:10, 10 January 2019
  • ὡσαύτως ἔλυμος, Ἡρόδ. 3. 117· κνήμη μελίνης Σοφ. Ἀποσπ. 534· ἐν τῷ πληθ., ἀγρὸς μελίνης, Ξεν. Ἀν. 2. 4, 13, Δημ. 100. 30. - Καθ’ Ἡσύχ.: «μελίνη· ὀσπρίου
    4 KB (362 words) - 15:20, 2 October 2019
  • Haer.52.1.2. Source: γεώργημα το (AM γεώργημα) γεωργώ ο καλλιεργημένος αγρός αρχ.-μσν. 1. ο καρπός της γης 2. πληθ. η συγκομιδή αρχ. πληθ. οι γεωργικές
    2 KB (115 words) - 06:26, 10 January 2019
  • εὔκριθος, -ον (Α) αυτός που έχει άφθονο ή ωραίο κριθάρι («εὔκριθος ἀλωά» — αγρός με άφθονο κριθάρι, Θεόκρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -κριθος < κριθή (πρβλ. πολύ-κριθος
    2 KB (108 words) - 22:40, 9 January 2019
  • ὀλιγηροσίη, ἡ (Α) καλλιεργήσιμη γη μικρής εκτάσεως, μικρός αρόσιμος αγρός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀλιγ(ο)- (βλ. λ. λιγο-) + ἄροσις «όργωμα, καλιεργήσιμη γη». Το -η-
    537 bytes (38 words) - 12:08, 29 September 2017
  • ἀγρώτης, ο (Α) αγρός 1. αυτός που διαμένει στους αγρούς, ο χωρικός 2. αυτός που βρίσκεται σε άγρια κατάσταση, ο άγριος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    270 bytes (30 words) - 06:31, 29 September 2017
  • νείατον Ἴδης», Ομ. Ιλ.) 3. το θηλ. ως ουσ. βλ. νεάτη. [ΕΤΥΜΟΛ. < νειός / νεός «αγρός» + κατάλ. υπερθετικού -ατος αναλογικά προς το δέκατος (πρβλ. έσχ-ατος, πύμ-ατος)
    13 KB (1,149 words) - 15:25, 2 October 2019
  • ταξιδεύει 4. (στην ποιητ. γλώσσα) η συζυγική κλίνη που εννοείται μτφ. ως αγρός του ανθρώπινου είδους. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολογίας. Παράλληλος τ. της λ
    9 KB (943 words) - 14:25, 2 October 2019
  • -ες (AM ἐκτενής, -ές) αυτός που απλώνεται σε έκταση, εκτεταμένος («εκτενής αγρός, οδός, μελέτη, λόγος, συζήτηση») αρχ. 1. αυτός που έχει την ιδιότητα ή τάση
    13 KB (1,266 words) - 13:30, 3 October 2019
  • ἀρόω. ὀλιγηροσίη, ἡ (Α) καλλιεργήσιμη γη μικρής εκτάσεως, μικρός αρόσιμος αγρός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀλιγ(ο)- (βλ. λ. λιγο-) + ἄροσις «όργωμα, καλιεργήσιμη γη». Το
    2 KB (113 words) - 14:55, 14 October 2019
  • ἐλαιῶν (ὅρα μύκης ΙΙ, 4), Συλλ. Ἐπιγρ. 2338, 53. μυκητόν, τὸ (Α) πιθ. αγρός γεμάτος με κούτσουρα ελαιών. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. συνδέεται πιθ. με τον τ. μύκης
    458 bytes (42 words) - 12:01, 29 September 2017
  • περιοχή 7. η γενέτειρα, η ιδιαίτερη πατρίδα 8. καλλιεργήσιμο έδαφος 9. αγρός, κτήμα, χωράφι 10. χώμα, έδαφος (κυρίως είδος, τύπος εδάφους ή ορυκτού)
    10 KB (684 words) - 07:02, 29 September 2017
  • γάμου αρχ. (ενν. γη) 1. γη που καλλιεργείται και ποτίζεται τακτικά, εύφορος αγρός 2. καρποφόρο κομμάτι γης αφιερωμένο σε κάποια θεότητα («ἄλλα τε ἐδῄωσε τῆς
    2 KB (175 words) - 12:10, 29 September 2017
  • παραγωγή καρπού» και «γη που καλλιεργείται και ποτίζεται τακτικά, εύφορος αγρός», αντίστοιχα, με τη σημ. τών εργασιών που εκτελεί ο γεωργός για να βελτιώσει
    41 KB (3,993 words) - 14:10, 3 October 2019
  • (Α) αυτός που κατοικεί στους αγρούς, αγρότης, ξωμάχος. [ΕΤΥΜΟΛ. < λήϊον «αγρός σπαρμένος με σιτάρι» + -νόμος (< νόμος < νέμω), πρβλ. αγορα-νόμος, παιδο-νόμος
    1 KB (80 words) - 00:04, 31 December 2018
  • με τις λ. παλάμη, σουηδ. fala «πεδιάδα (χωρίς δέντρα)», αρχ. σλαβ. polje «αγρός, χωράφι» παραμένει αβέβαιη. Αξιοσημείωτο παράγωγο της λ. είναι το επίθ. επιπόλαιος
    11 KB (891 words) - 13:20, 9 January 2019
  • -έως, ὁ (Α) (για το άροτρο) αυτός που οργώνει χέρσα γη. [ΕΤΥΜΟΛ. < νειός «αγρός» + τομεύς (< τέμνω), πρβλ. ιατρο-τομεύς, περι-τομεύς. Αναζήτηση σε: Google
    2 KB (103 words) - 12:20, 9 January 2019
  • -ότης κυρίως σε όρους του αγροτικούκτηνοτροφικού λεξιλογίου (πρβλ. ἀγρ-ότης: ἀγρός, ἱππ-ότης: ἵππος) ή του πολεμικού - πολιτικού (πρβλ. δημ-ότης: δῆμος, τοξ-ότης:
    7 KB (480 words) - 12:46, 29 September 2017
  • Ἡρακλεωτ. Πίνακ. ἐν Συλλ. Ἐπιγρ. 5775. 19, 21, κ. ἀλλ. τὸ, Α τεμάχιο γης ή αγρός που είχε έκταση τριών γυών. [ΕΤΥΜΟΛ. < τρι- + -γυος (< γύης «μέτρο γης»)
    1 KB (66 words) - 12:55, 29 September 2017
  • κοιλιά. [ΕΤΥΜΟΛ. Συνδέεται πιθ. με αρχ. άνω γερμ. ero «γη», ουαλ. er-w «αγρός», γοτθ. airpa «γη» κ.ά. Η ύπαρξη παράγωγου επίρρ. έρα-ζε οδήγησε στην ερμηνεία
    1 KB (89 words) - 12:25, 8 January 2019
  • G
    Thus it stands where in Greek we have:    (a)    γ, as ago, ἄγω; ager, ἀγρός; argentum, ἄργυρος; genus, γένος; fulgeo, φλέγω, and so very commonly;    (b)   
    6 KB (807 words) - 09:03, 15 August 2017
  • (Α) αυτός που κατοικεί στους αγρούς, αγρότης, ξωμάχος. [ΕΤΥΜΟΛ. < λήϊον «αγρός σπαρμένος με σιτάρι» + -νόμος (< νόμος < νέμω), πρβλ. αγορα-νόμος, παιδο-νόμος
    820 bytes (52 words) - 03:35, 10 January 2019
  • το μεγαλύτερο πλήθος τών παραγώγων προέρχεται από ουσιαστικά: άγρ-ιος < αγρός, βύθ-ιος < βυθός, χθόν-ιος < χθών κ.λπ. Σημαντικός αριθμός παραγώγων σε -ιος
    28 KB (1,746 words) - 15:15, 15 January 2019