Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ἰδέ" on this wiki. See also the other search results found.

  • cf. ἠδέ. 2ou ἴδε; 2ᵉ sg. impér. ao.2 de ὁράω, v. *εἴδω. =ἠδέ, and. ἰδέ: προστ. αορ. του εἶδον, δες, κοίταξε, σε Όμηρ.· μεταγεν. ἴδε. ἰδέ: [ῐ], Επικ.
    4 KB (357 words) - 17:15, 8 July 2020
  • 3.217, late Aeol. εὔιδον Epigr.Gr.990.11 (Balbilla); imper. ἴδε (in Att. written as Adv. ἰδέ, behold! Hdn.Gr.2.23), ἴδετε; subj. ἴδω, Ep. ἴδωμι Il.18.63;
    10 KB (1,333 words) - 23:00, 7 July 2020
  • ἰδού) ὧδε ὁ Χριστός, ἴδε (R G ἰδού) ἐκεῖ, John 3:26. ἴδε: Επικ., γʹ ενικ. αορ. βʹ εἶδον, είδε. ἴδε: I = ἰδέ II. ἴδε: II эп. 3 л. sing. aor. к εἶδον от
    4 KB (431 words) - 17:20, 8 July 2020
  • 2. μτφ. γλυκός, ευχάριστος 3. όμορφος, νόστιμος («παράκυψε, βαγίτσα μου, ἰδέ ἔμνοστον νέον», Διγεν. Ακρ.) 4. κατάλληλος 5. το ουδ. ως ουσ. τo εὔνοστον
    3 KB (184 words) - 07:14, 29 September 2017
  • 3.217, late Aeol. εὔιδον Epigr.Gr.990.11 (Balbilla); imper. ἴδε (in Att. written as Adv. ἰδέ, behold! Hdn.Gr.2.23), ἴδετε; subj. ἴδω, Ep. ἴδωμι Il.18.63;
    63 KB (5,567 words) - 23:05, 7 July 2020
  • ἄλλοις ποιηταῖς, καὶ οὐδαμοῦ παρὰ τοῖς πεζοῖς. (Ἐντεῦθεν αἰψηρός, λαιψηρός, ἃ ἰδέ). adv. promptement, aussitôt : αἶψα μάλα IL tout aussitôt. Étymologie: cf
    6 KB (530 words) - 21:58, 7 July 2020
  • ον,    A v. ἀπέριττος. ἀπέρισσος: -ον, ἰδέ ἀπέριττος. ος, ον : sans excès ; simple, sans recherche ; τὸ ἀπέριττον LUC absence de recherche, simplicité
    2 KB (190 words) - 08:48, 31 December 2018
  • τοῦ πόλις, Ὅμηρ., ἀλλὰ πιθανῶς μόνον χάριν τοῦ μέτρου, ὡς τὸ πτόλεμος, ὃ ἰδέ· ὡσαύτως εὕρηται παρ’ Αἰσχύλῳ καὶ Εὐριπ. (ἐν λυρικοῖς χωρίοις), Θήβ. 114,
    4 KB (340 words) - 13:40, 4 July 2020
  • d. i. ἢν ἰδέ, siehe, siehe da! Theocr. 3, 10. 1, 149; Callim. Del. 132; öfter Anth., z. B. ἠνίδε φλόγα Antiphil. 36 (VII, 399). ἠνίδε: ἴδε ἐν λ. ἤν (ἐπιφώνημα)
    1 KB (76 words) - 07:44, 31 December 2018
  • 1):—whirlwind, typhoon, ll. cc., S.Ant.418. Τῡφώς: -ῶ, ὁ, συνῃρ. ἀντὶ Τῠφωεύς, ὃ ἰδέ. ΙΙ. ὡς προσηγορ. τῡφώς. γεν. τυφῶ Αἰσχύλ. Ἀγ. 656, Ἱκέτ. 560, δοτ. τυφῷ Ἀριστοφ
    4 KB (282 words) - 21:45, 7 July 2020
  • gen. tener buen juicio περὶ πολιτικῶν πραγμάτων Plb.23.5.8 •abs. ἀτενίσας ἰδέ Plot.1.6.9.24. 3 ser tenaz u obstinado τοὺς ἀτενίζοντας καὶ μὴ συγκαθίεντας
    9 KB (988 words) - 09:00, 4 July 2020
  • 2. μτφ. γλυκός, ευχάριστος 3. όμορφος, νόστιμος («παράκυψε, βαγίτσα μου, ἰδέ ἔμνοστον νέον», Διγεν. Ακρ.) 4. κατάλληλος 5. το ουδ. ως ουσ. τo εὔνοστον
    4 KB (266 words) - 16:00, 30 June 2020
  • 1· ἀλλ’ οὐδέποτε παρὰ τοῖς δοκίμοις τῶν Ἀττ. πεζογράφων. - Πρβλ. τὸ Ἐπ. ἰδέ. conj. poét. et : ἠμὲν… ἠδέ IL, ἠδέ… καί IL et… et ; ἠδὲ καί IL et aussi
    8 KB (726 words) - 17:10, 8 July 2020
  • μόριο -δε]. (II) και ιδές και ίδε (ΑΜ ἴδε, αττ. τ. ἰδέ) 1. βλέπε, δες («ἴδ', ὦ φίλα γυναικῶν», Σοφ.) 2. (ως επίρρ.) φρ. «Ίδε ο άνθρωπος» «να, ο άνθρωπος»
    1 KB (96 words) - 14:10, 8 January 2019
  • ἰδεῖν, part. ἰδών u. s. w., conj. auch ἴδωμι, Il. 22, 450, imper. nach Moeris ἰδέ, wie auch Plat. Phileb. 12 c accentuirt ist; med. εἰδόμην, ἰδέσθαι (das perf
    83 KB (8,624 words) - 17:50, 14 July 2020
  • Ep., σκῆπτρόν τ' ἠδὲ θέμιστας Il.9.99, cf. 1.400, al.; also τε... ἰδέ, χαλκόν τε ἰδὲ λόφον 6.469, cf. 8.162.    3 καὶ . . τε, both . . and . ., is occasionally
    126 KB (12,339 words) - 20:15, 7 July 2020
  • 206. 4, 440. 9, 99. 19, 285; auch Aesch. Spt. 844 Pers. 26; sehr selten τὲ ἰδέ. – Auch umgestellt καί τε, πολλάκι δή μοι τοῦτον Ἀχαιοὶ μῦθον ἔειπον καί τέ
    29 KB (4,313 words) - 20:00, 7 July 2020
  • οἶκόν μου μήτε εἰς κἀνὲν μέρος τῆς Ἑλλάδος, ἴδε Elmsl. εἰς Εὐρ. Μήδ. 4. ― Περὶ τοῦ μηδὲ ἡγουμένου οὐδέ, ἴδε ἐν λέξ. οὐ Α. ΙΙ. 3. Β. ὡς ἐπίρρ. συναπτόμενον
    3 KB (330 words) - 10:09, 5 August 2017
  • θεάου, imper. of θεάομαι,    A behold! θεῶ: ἀντὶ θεάου, προστ. τοῦ θεάομαι, ἰδέ, κύταξε. θεῶ: αντί θεάου, προστ. του θεάομαι, κοίτα! δες! θεῶ: Arph. (=
    680 bytes (29 words) - 08:50, 8 July 2020
  • ἐπειδὴ: ἢ ἐπεὶ δὴ (ὡς γράφεται νῦν παρ’ Ὁμ.) ἐντονώτερος τύπος τοῦ ἐπεὶ, ἴδε ἐν λ. ἐπεί.
    204 bytes (17 words) - 10:31, 5 August 2017
  • γιγνώσκω Th.3.44, αὐτοὶ ... κυκλήσομεν traigamos en carros, Il.7.332, αὐτὸς νῦν ἰδέ mira ahora tú mismo, Od.8.443, αὐτὸν δ' ἐλέησον ten piedad de mí, Il.24.503
    155 KB (19,091 words) - 22:10, 7 July 2020
  • Κλητ. Ζὰν Ἀριστοφ. Ὄρν. 570· καὶ ἐπὶ Κρητικῶν νομισμάτων ΤΑΝ, ὃ ἐ. Ζάν, ἴδε Eckhel. D. Ν. 2. 301, Πυθ. παρὰ Πορφ. Βίῳ Π. 17· - Βοιωτ. Δεύς, Ἀριστοφ. Ἀχ
    5 KB (483 words) - 11:25, 16 July 2020
  • ἐπειδὰν: ὅ ἐ. ἐπειδὴ ἂν (ἴδε ἐπεὶ Α. ΙΙ, ἂν Α. Ι. 2), μεθ’ ὑποτακτ. καὶ ἐπομένως μόνον ἐπὶ χρόνου. 2) αἱ μετ’ εὐκτ. χρήσεις ἐν τοῖς δοκίμοις συγγραφεῦσι
    678 bytes (63 words) - 11:11, 5 August 2017
  • = ἐὰν λοιπὸν τώρα τοὐλάχιστον, Δημ. 37, 19: ἴδε κατωτ. ΙΙ. 2. 3) μετὰ ἄρνησιν ὁ ἀλλὰ ἐνίοτε = ἀλλ’ ἢ (ὃ ἴδε) = εἰμή, μόνον, οὔ τί μοι αἴτιος ἄλλος, ἀλλὰ
    12 KB (1,160 words) - 11:10, 10 January 2019
  • Σοφ. Ἀντ. 167· πρῶτα μὲν.., αὖθις δὲ..., Ἡρόδ. 7. 102: - περὶ τοῦ αὖθις αὖ, ἴδε αὖ IV· πρβλ. καὶ τὸ εἰσαῦθις.
    2 KB (176 words) - 11:42, 5 August 2017
  • φᾰγητόν: τό, φάγημα, Ἐκκλ., ἴδε Δουκάγκ.
    98 bytes (6 words) - 10:37, 5 August 2017
  • πάντοτε διῃρημένως, ὡς, περί που τὰς ὑπωρείας τῆς Ἴδης Εὐστ. 1204, 50, κτλ. ― Ἴδε Κόντου Κριτικὰς καὶ Γραμματικὰς Παρατηρήσεις ἐν Ἀθηνᾶς τ. Ζ΄, σ. 11. ΝΜΑ
    2 KB (110 words) - 18:20, 28 June 2020
  • ἥλιος Ἀριστ. π. Φυτ. 2. 3, 11· - τὸ ἐνεργ., παρὰ τοῖς Βυζ. καὶ τοῖς Ἐκκλ. - Ἴδε Χατζιδάκι Κοσκυλμάτια ἐν Ἀθηνᾶς τόμ. Η΄, σελ. 135. παρουσιάζομαι: быть в
    477 bytes (38 words) - 01:44, 1 January 2019
  • τοῦ παρ’ ἡμῖν συνήθους τριάντα. Περὶ τοῦ σαράντα, πεντῆντα, ἢ πενῆντα, κλπ. ἴδε Κοραῆ Ἀτάκτων τ. Α΄, σ. 284-5. 297, τ. Β΄, σ. 292. 324, ἔνθα μνημονεύονται
    2 KB (183 words) - 12:25, 14 January 2019
  • Ἱππ., καὶ Ἀττ.)· ὡσαύτως ἔγγῑον, ἔγγιστα (ἴδε ἐγγίων), - τὸ τελευταῖον παρ’ Ἀντιφῶντι 129. 14. (Περὶ τῆς ῥίζης ἴδε ἄγχι, ἄγχω), Ι. ἐπὶ τόπου, πλησίον, λίαν
    4 KB (390 words) - 22:24, 30 December 2018
  • γραφ. ἐν Π. 1. 56· ἀλλ’ εὕρηται ἐν τῇ μεταγεν. Δωρ., μάλιστα ἐν συνθέσει, ἴδε ποθήκω, ποθίερος, πόθοδος, ποθολκίς, πόταγε, ποταγωγίς, ποταείδω, ποταίνιος
    2 KB (199 words) - 09:48, 5 August 2017
  • ξηρή: ἡ, ἴδε ξηρός ΙΙΙ.
    67 bytes (5 words) - 10:12, 5 August 2017
  •    A v. δεῖ. δεῖν: ἀπαρέμφ. τοῦ δέω, ἴδε ἐν λ. δεῖ. 2) συνηρ. οὐδ. μετοχ., ἴδε δεῖ ΙΙΙ. (ἴδε Κόντ. Γλωσσ. Παρατ. σ. 183 κἑξ.). inf. de δέω¹ et², et
    1 KB (108 words) - 16:27, 5 June 2020
  • Μῶσα Ἀλκμὰν 1, κτλ.· Λακων. Μῶα (ἀντὶ Μῶσα) Ἀριστοφ. Λυσ. 1297· ἴδε Ἀνέκδ. Ὀξ. 1. 277· (ἴδε ἐν λέξ. *μάω)· - ἡ Μοῦσα, θεὰ τῆς ᾠδῆς, τῆς μουσικῆς, τῆς ποιήσεως
    9 KB (731 words) - 21:35, 7 July 2020
  • Adv.,    A v. ἀρχή 1.1 c. ἀρχήν: Ἐπίρρ. ἴδε ἀρχή Ι. 2. ἀρχήν: επίρρ., βλ. ἀρχή I. see ἀρχή
    523 bytes (20 words) - 20:05, 9 January 2019
  • γυναικεῖον: τό, ἴδε το ἑπόμ. ου (τό) : pudendum muliebre. Étymologie: γυναικεῖος.
    190 bytes (11 words) - 19:51, 9 August 2017
  • ἡμίσεος: Δωρ. ἀμίσεος, α, ον, = ἥμισυς, ἴδε Λοβ. Φρυν. 247.
    125 bytes (10 words) - 10:01, 5 August 2017
  • τις τοῦ Ὁμηρ. εἰν Ἀΐδαο) διατηρηθῇ ἐν Σοφ. Ἀντ. 1241 (ἰαμβικ. τρίμετρ.), ἴδε σημ. Jebb, πρβλ. εἰνί· ― εἰν- εὕρηται ὡσαύτως ἐν συνθέτοις εἰνάλιος, εἰνόδιος
    3 KB (350 words) - 22:55, 7 July 2020
  • περιβάλλεταί τις, ὡς τὸ περιβόλαιον (ὃ ἴδε), Πλάτ. Πολιτ. 288Β, πρβλ. Δημόκριτ. Ἐφέσιον παρ’ Ἀθην. 525D. ― Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 144. το, ΝΑ
    4 KB (259 words) - 22:45, 29 June 2020
  • μυστήρια, ἴδε Ἀριστοφ. Πλ. 1014, Μένανδρ. ἐν «Περινθίᾳ» 4, ἴδε καὶ ἐν λέξ. ἁμαξουργός· πομπεία: ― βοᾷς... ὥσπερ ἐξ ἁμάξης Δημ. 268, 14: ἴδε ἐπὶ πᾶσι Βεντλεΰου
    11 KB (1,207 words) - 18:45, 8 July 2020
  • ὄπῐθεν    a of place, behind ἴδε καὶ κείναν χθόνα πνοιαῖς ὄπιθεν Βορέα ψυχροῦ (O. 3.31)    b of time, after ὄπιθεν οὐ πολλὸν ἴδε (O. 10.35) παίδων δὲ παῖδες
    627 bytes (51 words) - 14:41, 17 August 2017
  • Πολιτικ. 8. 3, 7 (ἔνθα προστίθεται ἡ γραφική, ἡ ζωγραφικὴ ἢ ἰχνογραφία), ἴδε Becker Charikles 1, σ. 48 κἑξ.· ἐν μουσικῇ καὶ γυμναστικῇ παιδεύειν, ἐκπαιδεύειν
    2 KB (155 words) - 10:08, 5 August 2017
  • οἷον: οὐδ. τοῦ οἷος, ἴδε οἷος VI. neutre de οἷος. relative word, (such) as, of what sort (qualis), with antecedent τοῖος expressed or implied. It may
    2 KB (162 words) - 00:48, 1 January 2019
  • εὕρηται παρ’ Ὁμήρῳ καὶ εἴω, εἴῃς, κτλ., συχνάκις συγχεόμενα πρὸς τὴν εὐκτ., ἴδε Ἰλ. Ι. 245, Ὀδ. Ο. 448· Δωρ. γ΄ πληθ. ὦντι, Συλλ. Ἐπιγρ. 1840. 3, κ. ἀλλ.·
    32 KB (3,138 words) - 10:07, 5 August 2017
  • Ἀγγλο-Σαξον. ofer (over), Ἀρχ. Γερμαν. oba (über)· πρβλ. τὰ Ἀγγλ. up, upper, κτλ.˙ ἴδε καὶ τὸ ἀντίθετον ὑπό˙ - ἐκ ταύτης δὲ ἐσχηματίσθησαν συγκρ. καὶ ὑπερθ. ὑπέρτερος
    15 KB (1,398 words) - 10:47, 5 August 2017
  • Ξεν. Κύρ. 4. 5, 27· οὐδ’ αὖ, ἴδε κατωτ. - Ἀλλὰ τὸ οὔτε (μήτε) δὲν δύναται νὰ τεθῇ ἁπλῶς ὡς ἀπόδοσις τοῦ οὐδὲ (μηδέ), ἴδε ἐν λ. μηδὲ Α. 2. 4) μετὰ τὸ οὔτε
    34 KB (3,492 words) - 11:35, 8 July 2020
  • Ἔκθ. Βασ. Τάξ. 445, Achmes Ὀνειροκρ. 158, 161, κλπ., ἴδε σημ. Κοραῆ εἰς Ἡλιόδ. τ. 2, σ. 296, ἴδε καὶ Λεξικ. Ὀρθογρ. καὶ Χρηστ. Ζηκίδου ἐν λ.
    1 KB (67 words) - 20:35, 28 June 2020
  • λάσιος vergleicht, lacryma u. δάκρυον. Λ λ: λ, λάμβδα, ἢ κάλλιον λάβδα (ἴδε ἐν λέξ.), τό, ἄκλιτ., τὸ ἐνδέκατον γράμμα τοῦ Ἑλλ. ἀλφαβήτου· ὡς αριθμητικόν
    7 KB (629 words) - 21:40, 7 July 2020
  • συμφώνως: Ἐπίρρ. τοῦ σύμφωνος, ἴδε σύμφωνος ἐν τέλει. ΝΜΑ, και σύμφωνα Ν βλ. σύμφωνος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    440 bytes (36 words) - 11:15, 10 January 2019
  • Ἑλλ. 1. 4. 11, Δημ. 180. 16, ἴδε Chandl. Gr. Acc. σ. 184· γεν. δυϊκοῦ τριήροιν (οῖν;), Ξεν. Ἑλλ. 1. 5, 19 (τρίς, -ήρης, ὃ ἴδε). Λατιν. triremis, πλοῖον ἔχον
    9 KB (745 words) - 20:05, 7 July 2020
  • (q.v.). τσανγάριος, v. τζαγκάριος. τρώω: ῥιζικὸς τύπος τοῦ τιτρώσκω, ὃ ἴδε. seul. 3ᵉ sg. prés; c. τιτρώσκω. τρώει, aor. subj. τρώσῃ, -ητε, mid. fut
    1 KB (73 words) - 15:58, 2 October 2019
  • (κενός), ἴδε Ιι, Ι· οὕτως αἱ μετοχαὶ τίθενς θὲνς ἀντὶ τιθεὶς θείς· ὁμοίως δὲ καὶ τὸ γ΄ πληθ. τῶν βαρυτόνων ῥημάτων τύπτοντι ἀντὶ τύπτουσι· ἴδε Ahr. D. Aeol
    7 KB (710 words) - 21:45, 7 July 2020
  • ὡσαύτως διὰ τοῦ μακρὰν (ἴδε ἐν λέξ.)· ἢ διὰ τοῦ οὐδετ. μετὰ προθ. (ἴδε ἀνωτ. ΙΙΙ)· - περὶ τοῦ συγκρ. καὶ ὑπερθετ. τοῦ ἐπιρρ. ἴδε ἐν λέξ. μακροτέρως, μακροτάτω
    46 KB (4,152 words) - 09:20, 8 July 2020
  • πέντε μυριάδες, 50,000. - Περὶ τοῦ γράμματος Μ ἐπὶ τῶν ἀσπίδων τῶν Μεσσηνίων ἴδε ἐν ἄρθρῳ Α. Ι. μ εἶναι τὸ χειλεόφωνον ὑγρὸν τὸ ἀντιστοιχοῦν πρὸς τὸ β· - ἐν
    8 KB (725 words) - 21:45, 7 July 2020
  • νικᾶν: μετὰ γενικ., ἴδε Meisterh 2168, 18. νικᾶν = affect, conquer, overcome, score, be superior, be the conqueror, be victorious, be victorous, carry
    484 bytes (76 words) - 09:05, 4 July 2020
  • τό (q.v.). πρόσωπος: ὁ, = πρόσωπον, τό, Πλάτ. Κωμικ. ἐν Ἀδήλ. 39· ἀλλ’ ἴδε Meineke ἐν τόπῳ. ὁ, Α πρόσωπο. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος τ. του πρόσωπον με
    751 bytes (40 words) - 12:23, 29 September 2017
  • διῃρεῖτο εἰς τρισχιλίους στατῆρας (ἴδε στατὴρ ΙΙ)· περὶ τῆς ἑρμηνείας καὶ τῆς ἀναγκαίας διορθώσεως τοῦ Ἡροδ. 3. 89, ἴδε Mommsen Röm. Münzw. σ. 22 κἑξ. Ha’
    20 KB (2,042 words) - 20:00, 7 July 2020
  • μακρόν: τό, οὐδ. τοῦ μακρός· ἴδε ἐν λ. παράβασις ΙΙΙ. μακρόν: τό, ουδ. του μακρός· βλ. μακρός III, παράβασις III. μακρόν: adv. 1) на дальнее расстояние
    856 bytes (61 words) - 23:42, 31 December 2018
  • τῆς λύρας, ἴδε Meineke, καὶ πρβλ. κιθαρίζω. 2) περὶ ὄνου σκιᾶς, δηλ. περὶ μηδαμινοῦ πράγματος, Λατ. de lana caprina, Ἀριστοφ. Σφ. 191 (ἔνθα ἴδε Σχολιαστ
    30 KB (2,944 words) - 17:40, 8 July 2020
  • ἱσχυραὶ ἢ ἐλαφραὶ βροχαί, κλπ., Ἱππ., ἴδε Foës. Oecon. 3) περὶ τῆς φράσεως, ἐν ὕδατι βρέχεσθαι, Ἡρόδ. 3. 104, ἴδε ἐν λ. βρέχω. 4) ἐν τῇ Ἀττ. δικανικῇ φράσει
    39 KB (4,235 words) - 17:50, 14 July 2020
  • ὕελος: ἴδε ὕαλος. ὕελος: ἡ ион. v. l. = ὕαλος.
    135 bytes (9 words) - 05:16, 1 January 2019
  • παρενετέθη ὑπὸ τοῦ Ἑρμάννου, ἐνεκρίθη δὲ καὶ ὑπὸ τοῦ Jebb) Σοφ. Ο. Τ. 201· ἴδε διαφ. γρ. ἐν τῇ Ἐκδ. τοῦ Jebb. 2) ἐπὶ λαμπάδος, λαμπραῖσιν ἀσταπαῖσι λαμπάδων
    2 KB (146 words) - 11:12, 5 August 2017
  • νήεσσι,    A v. ναῦς. νῆες: νήεσσι, ἴδε ἐν. λ. ναῦς. nom. pl. épq. de ναῦς. see νηῦς. νῆες: ονομ. πληθ. του ναῦς· νήεσσι, Επικ. δοτ. πληθ. νῆες:
    686 bytes (30 words) - 00:32, 1 January 2019
  • Ἡρόδοτ. κτλ.· μετὰ γεν., εὖ ἥκειν τοῦ βίου Ἡρόδ. 1, 30· εὖ φρονεῖν, ἴδε φρονέω· εὖ σέβειν, ἴδε εὐσεβέω, κτλ· - πρὸς ἔμφασιν ἐνίοτε τίθεται ἐν τέλει τῆς φράσεως
    30 KB (3,009 words) - 08:45, 8 July 2020
  • τονισμοῦ ἴδε Chandler on Gr. Acc. § 550)· - Ἐπικ. λᾰγωός, οῦ, ὡσαύτως παρὰ Ξεν. Κυν. 10, 2, Ἀριστ. π. Ζ. Ἱστ. 8. 28, 7., 9. 33, Λουκ., κτλ., ἴδε Λοβ. ἔνθ’
    3 KB (268 words) - 11:28, 5 August 2017
  • εὕρηται ἀόριστος ἐκεῖ ὅπου ἠδύνατο νὰ τεθῇ ὑπερσυντέλ. πρὸς μείζονα ἔμφασιν (ἴδε ἀνωτ.), ὡς ἐν τῇ Λατ. τὸ postaquam venit εἶναι συνηθέστερον τοῦ postaquam
    14 KB (1,389 words) - 10:09, 5 August 2017
  • τό,    A v. μέσος III and V. μέσον: τό, ἴδε ἐν λ. μέσος ΙΙΙ καὶ V. (I) το (ΑM μέσον) βλ. μέσο. (II) το φυσ.-χημ. κάθε ουσία στο εσωτερικό της οποίας
    4 KB (328 words) - 14:05, 4 July 2020
  • ἀριθμὸς: [ᾰ], ὁ, (ἴδε * ἄρω) Λατ. numerus, πρῶτον ἐν Ὀδ., λέκτο δ’ ἀριθμὸν Δ. 451· ἀριθμῷ παῦρα Σιμωνίδ. 47· ἓν ἀριθμῷ Ἡρόδ. 3. 6· ἀριθμὸν ἓξ ὁ αὐξ. 1
    8 KB (705 words) - 09:47, 5 August 2017
  • 4. ὕψος: -εος, τό, (ὕψι) ὡς καὶ νῦν, πρῶτον παρ’ Ἡροδ. (ἴδε κατωτ.), Αἰσχύλ. Ἀγ. 1376 (ἴδε ἐκπήδημα)· εἰς ὕψος αἴρειν τινὰ Εὐρ. Φοίν. 404· ὕ. ἔχειν,
    6 KB (560 words) - 18:05, 8 July 2020
  • ποιηταῖς καὶ Ἴωσι πεζογράφοις, ἴδε ἐν τέλ.) παρ’ Ἀττικ. ἐπιτείνεται διὰ προσχηματισμοῦ, οἷον οὑτωσί, Πλάτ. Γοργ. 503D, κτλ. (ἴδε ἐν λ. οὗτος Α)· - Ἐπίρρ. τοῦ
    47 KB (4,928 words) - 11:35, 8 July 2020
  • ἀόρ. ἐκλείσθην (ἴδε ἀπο-, κατα-κλείω): πρκμ. κέκλειμαι (μεταγενεστ. κέκλεισμαι), ὑπερσ. ἐκεκλείμην, -είσμην (ἴδε κατωτ.)· ― Ἰων. κληίω ἴδε ἀπο-, περι-, συγ-κλείω):
    20 KB (1,836 words) - 18:25, 7 July 2020
  • εὐρύτερος δ’ ὤμοισιν ἰδὲ στέρνοισιν ἰδέσθαι Ἰλ. Γ. 194)· μετάφρενον Κ. 29· σάκος Λ. 527· τεῖχος Μ. 5· εὐρυτέρα ὁδὸς Ψ. 427· εὐρὺν ἀγῶνα (ἴδε ἐν λ. ἀγών)· κατά
    16 KB (1,487 words) - 17:55, 9 July 2020
  • ανθο: κατάλ. ῥηματ. ἐν Βοιωτ. ἐπιγραφαῖς, ὡς π. χ. ἀπεγράψανθο = αντο, ἴδε Λεξ. Ἀθησ. λέξ. Κουμανούδη.
    205 bytes (16 words) - 11:12, 5 August 2017
  • πρβλ. περιπετής, -πίπτω, -πτυχής, καὶ ἴδε ἐν λέξει ἀμφὶ Β. 1· ― περὶ τοῦ περὶ κῆρι, περὶ θυμῷ, περὶ φρεσίν, ἴδε κατωτ. Ε. 3) ἐπὶ πολεμιστοῦ ἱσταμένου ὑπεράνω
    147 KB (15,483 words) - 17:50, 14 July 2020
  • ὃν οἱ Ἀντιγραφεῖς εἰσήγαγον εἰς τὸ κείμενον Διον. τοῦ Ἁλ., Διόδ., κλπ. - ἴδε Κόντον ἐν Ἀθηνᾶς τ. Θ΄, σ. 78. ἡ, ΜΑ βλ. σημαία. Αναζήτηση σε: Google |
    3 KB (230 words) - 19:05, 7 July 2020
  • Ἀρτεμίδ. 2. 42), 1 Ἐπ. Τιμ. 3. 13· τολμημάτων βαθμοὶ Ἰώσηπ. Ἰ. ΙΙ. 4. 3, 10, ἴδε ἐν λ. ἀναλογέω· ὡσαύτως ἐπὶ γενεαλογίας, ἀποτέρω δυοῖν β., κατὰ δύο βαθμοὺς
    1 KB (124 words) - 11:29, 5 August 2017
  •    A v. οὐ G. οὐκ: ἴδε οὐ ἐν ἀρχῇ καὶ Β. 1. v. οὐ. see οὐ. οὐκ: αντί οὐ, πριν από ψιλόπνοο φωνήεν, και στην Ιων. αντί οὐχπριν από δασύπνοο φωνήεν
    1 KB (68 words) - 04:50, 10 January 2019
  • ε) το τέλειο πρότυπο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιδέα + -ώδης. Η λ. ως προς το θέμα της (ιδε-) είναι αντιδάνεια, πρβλ. γαλλ. ideal < λατ. idealis < λατ. idea (πρβλ. ιδέα)
    1 KB (108 words) - 07:18, 29 September 2017
  • μαντεύω: ἴδε μαντεύομαι ἐν τέλ. d’ord. au Moy. μαντεύομαι; rendre des oracles. Étymologie: μάντις. (AM μαντεύω, Α και μαντεύομαι, Μ και μαντεύγω) μάντης
    2 KB (125 words) - 07:35, 29 September 2017
  • βοτρύων, ὁρμαθὸς βοτρύων, Ἰωσήπ. Ἰουδ. Ἀρχ. 12. 2, 10. ΙΙ. τόπος μεμετρημένος (ἴδε σχοῖνος ΙΙΙ), ὁ περίβολος πόλεως ἢ μέρος, Casaub. εἰς Στράβ. 379, Σύλλ. Ἐπιγρ
    2 KB (147 words) - 14:45, 1 July 2020
  • ἑτοῖμος)· παρ’ Ἀττ. συχν. ος, ον· παρ’ Ἐπικ. ὑπάρχει καὶ τύπος, ὁμοίϊος, ὃ ἴδε· οὐδὲν θηλυκ. εἶναι ἐν χρήσει παρ’ Ὁμ. καὶ Ἡσ.· Αἰολ. ὕμοιος Θεόκρ. 29. 20·
    43 KB (4,191 words) - 14:38, 14 July 2020
  • ἤθελον: ἴδε ἐν λ. ἐθέλω. v. ἐθέλω. ἤθελον: παρατ. του ἐθέλω. ἤθελον: impf. к ἐθέλω.
    252 bytes (15 words) - 07:28, 31 December 2018
  • curly, Tz.H.12.801. σγουρός: -ά, -όν, σκοτεινός, μελανός, λέξις Βυζαντ.· ἴδε Δουκάγγ. -ή, -ό / σγουρός, -ά, -όν, ΝΜ βοστρυχωτός, κατσαρός νεοελλ. σγουρομάλλης
    2 KB (87 words) - 19:24, 28 June 2020
  • περιορισμοὺς, ὑφ’ οὓς καὶ μετὰ τοῦ εὖ (ἴδε ἐν λέξει). Πρὸ τῶν στ, σθ, σπ, σφ, σχ, τὸ τελικὸν σ παρελείπετο· ἴδε δυστ-. Πρβλ. Σανσκρ. dus-, dur-, π.χ. durmanâs
    7 KB (601 words) - 22:55, 7 July 2020
  • ἡ,    A v. κειρία. [Seite 1433] ἡ, Binde, Verband, Medic. κηρία: ἡ, ἴδε ἐν λέξ. κειρία.
    518 bytes (16 words) - 09:28, 5 August 2017
  • τὸ τρυγᾶν, ἡ συγκομιδὴ τῶν καρπῶν, Πλούτ. 2. 671D, Λουκ. Φιλοψ. 22, κλπ., ἴδε Πολυδ. Α΄, 61. 2) ὡς καὶ νῦν, ἡ ἐποχὴ τῆς συγκομιδῆς, τρύγος, Θουκ. 4. 84
    2 KB (207 words) - 12:58, 29 September 2017
  • σφῡρηλασία: ἡ, = σφυρηλάττησις, ὃ ἴδε. η, ΝΑ σφυρηλατῶ κατεργασία μετάλλων με σφύρα νεοελλ. 1. (κατ' επέκτ.) σφυροκόπημα 2. τεχνολ. η σφυρηλάτηση 3.
    469 bytes (35 words) - 12:56, 29 September 2017
  • μήτηρ Ἰλ. Π. 203· ἀκολούθως ἡ σημασία αὕτη περιωρίσθη εἰς τὴν λέξιν χολή, ἴδε Λοβέκ. Proleg. Pattol. σ. 11. ΙΙ. καθόλου (μεταφορ.), ὡς τὸ Λατ. bilis, πικρὰ
    13 KB (1,227 words) - 13:47, 8 July 2020
  • ἀργίας: ἴδε ἐν λ. ἀργήεις
    74 bytes (5 words) - 11:03, 5 August 2017
  • παρὰ Πλάτωνι, κλπ.· - ψευδολόγοι, λέγονται καὶ τὰ σοφίσματα ἐν τῇ λογικῇ, ἴδε Ἀριστ. Τοπικ. 8. 12, Πλάτ. Θεαίτ. 148Β. 2) ἐπὶ προσώπων, ψευδόμενος, ψευδολόγος
    3 KB (273 words) - 11:26, 5 August 2017
  • :—also ἠνίδε, i. e. ἢν ἴδε, Theocr. ἤν: {ḗn} Meaning: Interjektion, um die Aufmerksamkeit zu erregen ‘he!, siehe da!’, auch ἠνίδε (ἢν ἴδε), ἢν ἰδού (Ar., Herod
    5 KB (452 words) - 17:10, 8 July 2020
  • Ϝάναξ καὶ Ϝοῖκος καὶ Ϝανήρ. Τὸ σχῆμα τοῦτο, ὅπερ εὑρίσκεται ἐν ἐπιγραφαῖς (ἴδε κατωτ.) καὶ ἐν χειρογράφοις, ὑπομιμνήσκει τὸ ὁμοιότατον γράμμα τῆς Λατινικῆς
    17 KB (1,757 words) - 05:41, 19 December 2019
  • ἐφθέγγεθ’, ὡς ὁ πηλὸς ὁ Προμηθῆος Ἀποσπ. 87, πρβλ. 133, Ἀριστοφ. Ὄρν. 686, καὶ ἴδε πηλόπλαστος· ― ἀλλά, 2) πηλὸς ἐνίοτε ἦν ἐν χρήσει ἀντὶ τοῦ βόρβορος ἢ ἰλύς
    2 KB (225 words) - 09:36, 5 August 2017
  • Αἰσχύλ. Προμ. 479 κἑξ. (ἔνθα ἴδε Blomf. 488), Εὐρ. Ἱππόλ. 516, Ἀριστοφ. Πλ. 717, Θεόκρ. 11. 2, Στράβ. 795. β) μετὰ γεν. (ἴδε κατωτ. ΙΙ), φ. νόσου ἴαμα, μέσον
    31 KB (3,085 words) - 16:05, 4 July 2020
  • Ε. 237. Θ. 41, κ. ἀλλ.· ἐνίοτε δὲ καὶ τρεῖς κατὰ μέτωπον, ἴδε παρήορος· σπανίως τέσσαρες, ἴδε τετράορος· - ἐντεῦθεν τὸ ἵπποι καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἅρματος,
    48 KB (4,504 words) - 11:23, 11 July 2020
  • Ἱστ. 8. 29, 5. ΙΙ. ὄνομα πολλῶν φαρμάκων ἐν τῇ Ἑλλ. φαρμακοποιΐᾳ, Γαλην.· ἴδε ἱερή. sg. fém. ou pl. neutre de ἱερός. ἱερά: I ἡ 1) (sc. τριήρης) священный
    3 KB (225 words) - 16:40, 29 June 2020
  • Lob. Phryn. 250. φόρεμα: τό, μεταγεν. τύπος ἀντὶ φόρημα, Σουΐδ., Φώτ.· ἴδε Λοβέκ. εἰς Φρύν. 250. -έματος, το, ΝΜΑ, και φόρημα Α φορῶ νεοελλ. 1. γυναικείο
    2 KB (151 words) - 13:00, 8 July 2020
  • χρήσει ὁ παρατ. ἔφασκον ἴδε κατωτ. ΙΙΙ· ― ἐκ τοῦ φάσκω ὡσαύτως παρελαμβάνοντο πᾶσαι αἱ ἐγκλίσεις τοῦ ἐνεστ. πλὴν τῆς ὁριστικῆς· ἴδε Elmsl. εἰς Εὐρ. Ἡρακλ
    64 KB (6,532 words) - 17:50, 14 July 2020
  • φαάντατος u. φαεννός. φαεινός: -ή, -όν, Δωρ. καὶ Ἀττ. φαεννός, ἴδε ἐν τέλ.· (ἴδε φάω)· - ποιητ. ἐπίθ., λάμπων, ἀκτινοβόλος, λαμπρός, πῦρ Ἰλ. Ε. 215·
    10 KB (784 words) - 12:50, 8 July 2020
  • 118. 42· ἐν Ἀττικῇ τινι ἐπιγραφῇ φέρεται νεικητής, Συλλ. Ἐπιγρ. 269. 10. ― Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 196. ο, θηλ. νικήτρια και νικήτρα (ΑΜ νικητής
    2 KB (129 words) - 17:35, 28 June 2020
  • Sammelb.2251 (iv A. D.). μελᾰνός: -ή, -όν, = μέλας, Γεωπ., κτλ., ἴδε Λοβεκ. Παραλ. 139, καὶ ἴδε μέλας ἐν τέλ. -ή, -ό (ΑM μελανός, -ή, -όν, Μ και μελενός,
    2 KB (152 words) - 22:15, 30 June 2020
  • φλέψ: ἡ, γεν. φλεβός· ὡσαύτως ἀρσ., φλέβες οἰδαίνοντες Νόνν. Διονυσ. 47. 11· (ἴδε ἐν λ. φλέω)· ― φλέψ, κοινῶς «φλέβα» ἐν ζῶντι σώματι, Ἰλ. Ν. 546, Ἡρόδ. 4.
    9 KB (886 words) - 12:55, 8 July 2020
  • 4· λογᾰριαστής, οῦ, ὁ λογιστής, Μοσχοπ. Λεξ. Χειρόγρ. ἐν Cod. Reg. 1078· - ἴδε Δουκάγγ. (AM λογαριάζω) λογάρι υπολογίζω, αριθμώ, μετρώ, κάνω αριθμητικές
    4 KB (258 words) - 16:50, 28 June 2020
  • Κλήμ. Ἀλ. 128· πρός τι Δικαίαρχ. σ. 143 Fuhr· σαρκικαὶ πρ. Κλήμ. Ἀλ. 880· ἴδε Gatak εἰς Μᾶρκ. Ἀντωνῖν. 12. § 4· ἄνευ προσπαθείας Σέξτ. Ἐμπ. π. Π. 1. 230
    4 KB (299 words) - 16:15, 1 July 2020
  • Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 1090, ἴδε Elmsl. εἰς Βάκχ. 1100· Ἰων. λέλαμμαι Ἡρόδ. καὶ Ἱππ.· ἀπαρ. ἀναλελάμφθαι Ἱππ. 744F· περὶ τῶν τύπων τούτων ἴδε Veitch. Cr. Verbs ἐν
    137 KB (13,773 words) - 09:05, 8 July 2020
  • 28; Pol. 16, 24, 4 u. Sp. ὑπερβαλλόντως: ἰδὲ τὸ ἑπόμ. ΙΙ. 5. - Κατὰ Σουΐδ.: «ὑπερβαλλόντως, λίαν». - Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 253. adv. d’une
    3 KB (254 words) - 09:30, 4 July 2020
  • φανῆναι, nullo in loco haberi, Πλάτ. ἐν Φαίδωνι 72C· ἴδε οὐδαμοῦ. ΙΙΙ. τὰ φανθέντα, ἴδε ἀνωτ. Α. Ι. 5. ― Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σελ. 458, 459, 460, Γ Χατζιδάκι
    94 KB (9,373 words) - 08:35, 16 July 2020
  • νεὸς: (ἐξυπακουομ. τοῦ γῆ), ἴδε ἐν λέξ. νειός.
    110 bytes (8 words) - 10:08, 5 August 2017
  • Plat. Lach. 195 a, u. öfter, wie Sp. χωρίς: Ἐπίρρ., ὡσαύτως, χῶρι, ὃ ἴδε· (ἴδε ἐν λ. χῆρος)· - «χωριστά», κεχωρισμένως ἀπὸ τῶν ἄλλων, κατ’ ἰδίαν, ἅπαξ
    27 KB (2,723 words) - 14:01, 8 July 2020
  • v.ἐκεῖνος III. ἐκείνη: ἴδε ἐκεῖνος ΙΙΙ. (I) η βλ. εκείνος. (II) ἐκείνῃ (Α) βλ. εκείνος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    498 bytes (25 words) - 15:40, 8 July 2020
  • ὁμαλῶς: Ἐπίρρ., ἴδε ὁμαλὸς ΙΙ. adv. d’une façon unie, d’une façon égale, également. Étymologie: ὁμαλός. ὁμᾰλῶς: 1) размеренным шагом, стройными рядами
    725 bytes (49 words) - 17:35, 10 January 2019
  • Decorationen standen. σκηνή: ἡ, (ἴδε σκιά ἐν τέλ.), τόπος ἐστεγασμένος, ἐσκεπασμένος· (ὁ Ὅμηρ. ἔχει μόνον κλισίη, ὃ ἴδε)· ἰδίως, Ι. σκηνή, σκιάς, καλύβη
    32 KB (3,198 words) - 14:40, 14 July 2020
  • μεθ’ ὑποθετ. δυνάμεως, ὥστε σχεδόν = τῷ ἐὰν (ἴδε εἰ Α. Π, 1), ἀναφέρεται δὲ εἰς ἀόρ. σημεῖον τοῦ μέλλ. (ἴδε ὅτε Α. Ι. 1. γ), Ἰλ. Α. 519, Ὀδ. Ι. 6, κτλ.:
    21 KB (2,550 words) - 18:00, 8 July 2020
  • aurum· παρ’ Ὁμ., τιμήεις, πολύτιμος (ἴδε τὰς λέξ.), καὶ περὶ τῆς ἀξίας ἑνὸς ταλάντου χρυσοῦ κατὰ τοὺς Ὁμηρικοὺς χρόνους ἴδε ἐν λ. τάλαντον· ἦν δὲ ἐν χρήσει
    32 KB (2,911 words) - 13:57, 8 July 2020
  • πολίτης: [ῑ], -ου, ὁ, Ἰων. πολιήτης (ὃ ἴδε), μέλος πόλεως ἢ πολιτείας, πολίτης, ἐλεύθερος, Λατ. civis (ἴδε ἀστός), Ἰλ. Ο. 558, Χ. 429, Ὀδ. Η. 131, Πινδ
    10 KB (953 words) - 14:05, 4 July 2020
  • Ἑβδομ. (Νεεμ. Θ΄, 16, Τωβὶτ Δ΄, 13, Ἰὼβ ΚΒ΄, 29, Ψαλμ. Θ΄, 23, Σειρὰχ Ι΄, 9), ἴδε ὑπερηφανέω. - Ἀλλ’ ὁ Κόντος ἐν Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 397 θεωρεῖ τὸν τύπον τοῦτον
    963 bytes (82 words) - 12:46, 29 September 2017
  • 256; phlegm, catarrh, PMed. in Arch.Pap.4.270 (iii A. D.). ὕλη: [ῡ], ἡ· (ἴδε ἐν τέλ.) - δάσος, γῆ δασώδης, δρυμός, Ὅμ., κλπ.· γῆν... δασέαν ὕλῃ παντοίῃ
    19 KB (1,910 words) - 18:15, 8 July 2020
  • aiia-), whence Engl. egg. ᾠόν: τό, ἀρχαῖοι ποιητ. τύποι: ὤεον, ὤιον, ἴδε ὤεον· (ἴδε ἐν τέλει)·-ὡς καὶ νῦν, ᾠόν, κοινῶς «αὐγόν», τὰ ᾠὰ χηνέων οὐ πολλῷ μείζονα
    11 KB (985 words) - 18:10, 8 July 2020
  •    A v. δῖος. δῖον: ἴδε ἐν λ. δῖος· ἀλλά, 2) δῖον, ἴδε ἐν λ. δίω. (δῖϝος, Διός): divine, an epithet applied with great freedom and with consequent
    1 KB (94 words) - 22:20, 30 December 2018
  •    A v. χάρις A. VI. I. [Seite 1337] s. unter χάρις. χάριν: ἴδε χάρις VI. 1. accusative case of χάρις as preposition; through favor of, i.e. on account
    3 KB (418 words) - 13:30, 4 July 2020
  • Orph.L.280; in iambic metre, ῡαλόχροα AP6.211.] ὕαλος: ἢ ὕελος (ἴδε κατωτ.), ἡ, ἴδε Αἴλ. Διονύσ. παρ’ Εὐστ. 1390. 52· ἀλλὰ παρὰ Θεοφρ. π. Λίθ. 49· ὁ:
    13 KB (1,229 words) - 18:10, 8 July 2020
  • ἀνεφέρετο εἰς τὰς αὐτὰς ὑποθέσεις εἰς ἃς καὶ ἡ δίκη αἰκίας (ἴδε αἰκία)· ὁ ἀγὼν ἦτο τιμητὸς (ἴδε ἐν λέξ.), καὶ ὡς ποινὴ ἠδύνατο νὰ ᾖ καὶ θάνατος· ἐξεδικάζετο
    49 KB (4,695 words) - 18:05, 8 July 2020
  • φέρε: ἴδε φέρω ΙΧ. impér. prés. de φέρω, forme diverses locut. : v. φέρω. φέρε: προστ. του φέρω, βλ. φέρω IX. φέρε: см. φέρω 23. φέρε = come now
    387 bytes (51 words) - 14:50, 4 July 2020
  • καθελεῖν, (ἴδε τὰς λέξ.)· ὡσαύτως, λύειν Ὀδ. Ο. 496· οὕτω βραδύτερον, ἱστίοισι χρᾶσθαι Ἡρόδ. 4. 110· ἄκροισι χρῆσθαι ἱστίοις Ἀριστοφ. Βάτρ. 1000 (ἴδε ἐν λ.
    6 KB (568 words) - 13:42, 4 July 2020
  • γάλατος: ἴδε ἐν λ. γάλα.
    69 bytes (5 words) - 11:33, 5 August 2017
  • ὀλίγοις χωρίοις τῶν Κωμ., ἴδε εἰς Ἀριστοφ. Βατρ. 266)· εὐκτ. δέοι Θουκ. 4.4· ἀπαρέμφ. δεῖν· μετοχ. δέον (ὡσαύτως συνῃρ. δεῖν, ἴδε κατωτ. ΙΙΙ)· παρατ. ἔδει
    25 KB (2,696 words) - 08:35, 16 July 2020
  • νέες: νέεσαι, ἴδε ἐν λέξ. ναῦς. nom. pl. ion. et épq. de ναῦς. see νηῦς. νέες: Ιων. ονομ. πληθ. του ναῦς· Επικ. δοτ. νέεσσι. νέες: эп. pl. к ναῦς
    376 bytes (29 words) - 00:24, 1 January 2019
  • (Ἰσοκρ. 391D), Μυτιλήνῃ (Ἀντιφῶν 138. 26), καὶ ἀλλαχοῦ, ἴδε Ἡρόδ. 5. 83, κτλ.· καὶ ἡ λέξις (ἴδε λήιτον) φαίνεται οὖσα Ἀχαϊκῆς καταγωγῆς. ΙΙ. πᾶσα ὑπηρεσία
    19 KB (1,756 words) - 09:00, 8 July 2020
  • caprineus, Iulian. Caes. 5, 5. – S. auch nom. pr. Σάτῠρος: ὁ, Δωρικ. Τίτυρος (ὃ ἴδε), σύντροφος τοῦ Βάκχου, κατ’ ἀρχὰς παριστανόμενος μετὰ μακρῶν καὶ εἰς ὀξὺ
    13 KB (1,186 words) - 21:45, 7 July 2020
  • ὁ Ἥφαιστος), Ἰλ. 18. 590 (ἴδε ἐν λ. χορός)˙ οὕτως, ἀναθήματα π. Ἐμπεδ. 134˙ πρβλ. ποικιλτέον. 2) κεντῶ ὕφασμα, Πίνδ. (ἴδε μίτρα ΙΙ. 2, καὶ πρβλ. ἱμάτιον
    16 KB (1,355 words) - 12:10, 8 July 2020
  • ὥρισεν αὐτὴν ἐν τῇ ἰδίᾳ αὐτοῦ λογικῇ, ἴδε Κατηγ. 45. 2) παρὰ Πλάτωνι ὁ πληθ. τὰ εἴδη πολλαχοῦ ἰσοδυναμεῖ πρὸς τὸ ἰδέαι (ἴδε ἰδέα ΙΙ. 2), Φαίδων 103Ε, Πολ. 597Α
    52 KB (5,442 words) - 12:05, 19 July 2020
  • ἱερόν: ἱροργίη,    A v. ἱερουργία. ἱρόν: τό, Ἰων. ἀντὶ ἱερόν· - ἱροργίη, ἴδε ἐν λ. ἱερουργία. ἱρόν, τὸ (Α) ιων. τ. του ιερόν. Αναζήτηση σε: Google |
    715 bytes (42 words) - 17:20, 8 July 2020
  • ), Θεόκρ. 6. 18., ἴδε γραμμὴ ΙΙΙ. 1· ἐντεῦθεν παροιμ., πάντα λίθον κινεῖν, προσπαθῶ παντὶ τρόπῳ νὰ κερδήσω, Παροιμιογρ. σ. 363, ἴδε Elmsl. εἰς Ἡρακλ. 1002
    43 KB (4,202 words) - 16:28, 19 July 2020
  • Μέγ. 595. 38· ἀλλ’ ἴδε Λοβέκ. εἰς Φρύν. 256, Παραλ. 443. ΙΙ. = ὕβρις, Ἐτυμολ. Μέγ. 697. 56· «ὕβριστις, ἡ ὕβρις καὶ ἀτιμία» Σουΐδ. - Ἴδε Χ. Χαριτωνίδου Ποικίλα
    938 bytes (51 words) - 18:05, 8 July 2020
  • Μοισαῖος, v. Μούσειος. Μοῖσα: ἡ, Αἰολ. ἀντὶ Μοῦσα, Πίνδ.· - Μοισαῖος, ἴδε ἐν λ. Μούσειος· - ῥῆμα, μοισῶ, «ἐκ τοῦ μοῖσα καὶ μοισῶ ῥῆμα παρὰ Συρακουσίοις»
    984 bytes (63 words) - 09:55, 13 January 2019
  • ναῦς: νῆαδε, Adv. to the ship, Od.13.19; μετὰ νῆαδε A.R.4.1768. νῆα: νῆας, ἴδε ἐν λέξ. ναῦς· - μετὰ νῆάδε, εἰς τὸ πλοῖον, Ἀπολλ. Ρόδ. Δ. 1768. acc. ion
    889 bytes (53 words) - 09:55, 8 July 2020
  • [Seite 411] s. οὐ. οὐχ: ὅτι, ἴδε ἐν λ. ὅπως Α. ΙΙ. 2. adv. nég. p. οὐ, dev. une voy. aspirée. οὐχ, v.s. οὐ. οὐχ: перед придых. гласн. = οὐ.
    403 bytes (30 words) - 13:40, 31 December 2018
  • 13, πρβλ. Μετὰ τὰ Φυσ. 10. 12, 1· ἀλλαχοῦ δὲ ἔχει μικρότερον ἔτι ἀριθμόν, ἴδε Ἠθ. Ν. 1. 6, 3.― Αἱ κατηγορίαι εἶνε ταξινόμησις τῶν τρόπων καθ’ οὓς δύναται
    12 KB (1,000 words) - 18:25, 7 July 2020
  • (Περὶ τῆς ῥίζης ἴδε ἐν τέλ.). 1) νέος, νεανικός, πλήρης νεότητος, (ἐπὶ παιδίων, νεανιῶν καὶ ἀνδρῶν τοὐλάχιστον μέχρι τῆς ἡλικίας τῶν 30, ἴδε Ξεν. Ἀπομν. 1
    51 KB (5,046 words) - 10:00, 8 July 2020
  • χλαῖναν), ὃν ἐλθόντες εἰς τὴν οἰκίαν ἀπεδύοντο (ἴδε ἐν λέξ. χλαῖνα)· οἱ ἐργάται ἐφόρουν μόνον χιτῶνα (ἴδε γυμνός 5), Ἡσ. Ἀσπ. Ἡρ. 287, πρβλ. Ἔργ. κ. Ἡμ.
    25 KB (2,548 words) - 17:50, 14 July 2020
  • ἔχει πάθει τις, καλὸν ἢ κακόν, πάθημα, τὸν πάθει μάθος θέντα κυρίως ἔχειν (ἴδε πάθημα Ι), Αἰσχύλ. Ἀγ. 177· τά γ’ ἐμὰ πάθη, ἡ ἐμὴ πεῖρα, ὅσα ἐγὼ ἐδοκίμασα
    34 KB (3,212 words) - 08:35, 16 July 2020
  • προσεγγίζω, πλησιάζω, τινὶ Σοφ. Φιλ. 728 (περὶ τοῦ ἐν Ἠλ. 220, οὐκ ἐριστὰ πλάθειν, ἴδε ἐν λ. ἐριστός)· ὡσαύτως μετ’ αἰτ., Εὐρ. Ρῆσ. 14· ἀπολ., ὁ αὐτ. ἐν Ἀλκ. 119·
    4 KB (311 words) - 12:10, 8 July 2020
  • ) εὐθύς: εῖα, ύ, Ἰων. καὶ Ἐπικ. ἰθὺς (ὡς ἀείποτε ἐν Ἰλ. Ὀδ. καὶ Ἡρόδ.), ἴδε ἐν λέξ. ἰθύς. Εὐθύς, ἴσος, εἴτε καθέτως, εἴτε ὀριζοντίως, ἀντίθ. τῷ σκολιός
    43 KB (4,076 words) - 23:07, 7 July 2020
  • σίδηρος; Her. 7, 65, wo jedoch die Lesart schwankt; plur. bei Sp. σίδηρον: τό, ἴδε σίδηρος. τὸ, Α βλ. σίδηρος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    757 bytes (44 words) - 03:32, 1 January 2019
  • Ἀντιγράφοις ἐνίοτε φέρεται πλημμελῶς ταυρία, ἢ ταυρέα, ἴδε Suice?.)· ταύρου δέρμα, βοὸς δέρμα, ἴδε Λοβεκ. Παραλ. 453. 2) εἶδος τυμπάνου κεκαλυμμένου μὲ δέρμα
    2 KB (119 words) - 19:58, 7 July 2020
  • Παρ’ Ὁμήρῳ ὡς ἄγγελος τῶν θεῶν (Ἰλ. Ω. 334, Ὀδ. Ε. 28) καλεῖται διάκτορος (ὃ ἴδε)· ὡς δοτὴρ εὐτυχίας (Ἰλ. Ξ. 491, Ὀδ. Ο. 319) ἐριούνιος, ἀκάκητα, πρβλ. ἕρμαιον
    27 KB (2,541 words) - 17:05, 8 July 2020
  • Aesch. Eum. 657; Xen. Hell. 6, 1, 4 u. sonst. ἅπερ: οὐδ. πληθ. τοῦ ὅσπερ, ὃ ἴδε, παρ’ Ἀττ. συχν. ἐν χρήσει ὡς ἐπίρρ. = ὥσπερ, Αἰσχύλ. Εὐμ. 660, Σοφ. Αἴ. 167
    1 KB (139 words) - 15:35, 8 July 2020
  • πληθ. πελέκῠσι κτλ.˙ ἴδε Λοβέκ. εἰς Φρύνιχ. 246˙ ― ἀξίνη ἀμφίστομος, πρὸς δενδροτομίαν, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ἡμιπέλεκκον (ὃ ἴδε), χάλκεος, ἀμφοτέρωθεν
    19 KB (1,984 words) - 11:35, 8 July 2020
  •    A v. ὁράω. ὄψομαι: ἴδε τὸ ῥῆμα ὁράω. v. ὁράω et ὄσσομαι. see ὁράω. ὄψομαι: μέλ. του ὁράω. ὄψομαι: fut. к ὁράω.
    655 bytes (22 words) - 14:16, 31 December 2018
  • «Ἴωνι» 1· ― Λακωνικόν τι ὑπερθετ. πουκότατος ἀπαντᾷ ἐν Ἀνθολ. Π. 15. 27· (ἴδε ἐν λέξ. πύξ). ― Συμπεπυκνωμένος, πυκνός, ἀντίθετον τῷ μανός· ὅθεν, 1) ἐπὶ
    53 KB (4,706 words) - 12:40, 8 July 2020
  • πρέπον: -οντος, τό, μετοχ. τοῦ πρέπω, ὃ ἴδε. part. neutre de πρέπω. πρέπον: -οντος, τό, μτχ. του πρέπω III 2. πρέπον: τό подходящее, подобающее:
    474 bytes (38 words) - 08:28, 1 January 2019
  • τα κάτω 5. φρ. α) «πρὸ ὁδοῡ» i) εμπρός, περαιτέρω («οἱ δ' ἐπεὶ οὖν ᾤχοντο ἰδὲ πρὸ ὁδοῡ ἐγένοντο», Ομ. Ιλ.) ii) ως επίθ. ωφέλιμος, χρήσιμος («πρὸ ὁδοῡ εἶναι
    9 KB (575 words) - 12:05, 9 January 2019
  • ἀντὶ τοῦ ὀξυτόνου ἀμαυρός, Ἀρκάδ. 69. 22, Ἡσύχ.· - παρὰ Βυζ. ὡς καὶ νῦν, ἴδε Δουκάγγ. Meaning: or μαυρός. See also: s. ἀμαυρός μαῦρος: μαυρός {maũros}
    447 bytes (34 words) - 18:36, 8 July 2020
  • νερόν: τό, ἴδε νηρόν. ― Πρβλ. καὶ Γ. Χατζιδάκην ἐν Ἀθηνᾶς τ. 4, σ. 466 κἑξ.
    155 bytes (15 words) - 11:13, 5 August 2017
  • Ἑλληνικὴν μουσικὴν κλίμακα (ἴδε μέση, νεάτη), Πλάτ. Πολ. 443D, κλπ., πρβλ. παρυπάτη, καὶ ἴδε Chapell Anc Mus. σ. 36. - Ἴδε Γ. Κατζιδάκι Βιβλιοκρισίαν ἐν
    3 KB (251 words) - 17:50, 8 July 2020
  • λάβω: λᾰβών, ἴδε ἐν λέξ. λαμβάνω. sbj. ao.2 de λαμβάνω. λάβω: υποτ. αορ. βʹ του λαμβάνω· μτχ. λαβών. λάβω: conjct. к λαμβάνω.
    321 bytes (23 words) - 23:24, 31 December 2018
  • [Seite 358] ep. = ὀπίσω, w. m. s. ὀπίσσω: Ἐπίρρ. Ἐπικ. ἀντὶ ὀπίσω, Ὅμ., ἴδε ὀπίσω. épq. c. ὀπίσω. ὀπίσσω: επίρρ., Επικ. αντί ὀπίσω. ὀπίσσω: adv
    499 bytes (30 words) - 15:30, 9 January 2019
  • συνδέω, συνενώνω, Ἰω. Ἀκτουάρ. περὶ Διαγνώσ. ἐν Ideler Phys. 2. 365, Βυζ. ― Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ., σ. 82, Χ. Χαριτωνίδου Ποικίλα Φιλολογικὰ τομ. Αϳ,
    2 KB (177 words) - 14:50, 7 July 2020
  • Att. contr. for ὀστέον (q.v.). ὀστοῦν: τό, Ἀττ. συνῃρ. ἀντὶ ὀστέον, ὃ ἴδε. contraction de ὀστέον. ὀστοῦν: τό, Αττ. συνηρ. αντί ὀστέον. ὀστοῦν:
    1 KB (139 words) - 17:35, 8 July 2020
  • VI, 492 b; Xen. Cyr. 5, 3, 27 u. sonst. πότε: Ἰων. κότε (ἴδε *πὸς ἐν τέλ.), Δωρ. πόκα (ἴδε κατωτ.), Αἰολ. πότα Α. Β. 2. 606, 607· ― ἐρωτηματ. μόριον ἐν
    23 KB (2,183 words) - 12:43, 8 July 2020
  • κάμνειν νόσῳ, ἴδε ἐν λ. κάμνω· ἀσθενεῖν ταύτην τὴν νόσον Ἰσοκρ. 389C· πρβλ. νοσέω· - ἐκ τῆς νούσου ἀνέστη Ἡρόδ. 1. 22· - ἱερὰ νόσος, ἴδε ἱερός ΙΙΙ. 4.
    23 KB (2,175 words) - 10:04, 8 July 2020
  • λεσχήν, -ῆνος. λέσχης: -ου, ὁ, λάλος, πολυλόγος, Τίμων παρὰ Διογ. Λ. 9. 40, ἴδε Λοβέκ. Φρυνίχ. 184. λέσχης, ὁ (Α) λέσχη φλύαρος, πολυλογάς. Αναζήτηση σε:
    577 bytes (59 words) - 07:36, 31 December 2018
  • 10, κ. ἀλλ.· πρὸς τοὺς ἐν Μαγνησίᾳ κ. Συλλ. Ἐπιγρ. 3454. 1. 14, κ. ἀλλ., ἴδε Böckh. σ. 669·― ἐν Αἰσχύλ. Ἀγ. 1285, ὁ Ahrens προτείνει τὴν γραφήν, μέτοικος
    3 KB (238 words) - 17:39, 7 July 2020
  • asellus, Δωρίων παρ’ Ἀθην. 118C, Εὐθύδ. αὐτόθι 315F· ἴδε σημ. Κοραῆ εἰς Ξενοκρ. σ. 48. ΙΙΙ. ἔντομόν τι, ἴδε ἴουλος IV, Γαλην. IV. ὡς τὸ ὄνος VII, 1, μοχλός
    4 KB (321 words) - 10:00, 30 June 2020
  • 000 ἐτῶν, Πλάτ. Φαῖδρ. 284Ε· ὥρα ἔτους, ἴδε ἐν λ. ὥρα Ι. ΙΙ. περὶ τῆς ἀρχικῆς διακρίσεως τοῦ ἐνιαυτός καὶ ἔτος, ἴδε ἐνιαυτός· καὶ περὶ τοῦ τρόπου τοῦ ἐν Ἀθήναις
    22 KB (2,469 words) - 17:00, 14 July 2020
  • 6. 107 (δίς)˙ - «δόντι», Ὅμ., Ἡσ., κλ.˙ ἕρκος ὀδόντων, ἴδε ἐν λέξ. ἕρκος˙ πρίειν ὀδόντας, ἴδε ἐν λέξ. πρίω˙ - ὁ Ἀριστ. καλεῖ τοὺς προσθίους ὀδόντας ὀξεῖς
    18 KB (1,394 words) - 17:25, 8 July 2020
  • ἡὲ σκῖρος ἕην· νῦν αὖ θέτο τέρματ’ Ἀχιλλεύς, ἴδε Σχόλ. Victor ἐν τόπῳ. ΙΙΙ. Σκῖρος, ἡ, πόλις ἐν Ἀρκαδίᾳ· ἴδε ἐν λέξ. Σκιρῖται. (Οἱ τύποι σκίρρος, σκεῖρος
    7 KB (594 words) - 19:15, 7 July 2020
  • συνημμένον μετὰ τοῦ τις, οἷον, ποιός τις, ποιὰ ἄττα ἐν Σοφ. 262Ε, ἐν Πολ. 438Ε· ἴδε Ἀριστ. Κατηγ. 4. 1., 8, 1 κἑξ.· τὸ ποιόν, = ποιότης, ὁ αὐτ. Μετὰ τὰ Φυσ. 10
    4 KB (372 words) - 14:30, 7 July 2020
  • Φοῖνιξ: (καὶ Φοίνιξ ἴδε κατωτ.) ῑκος, ὁ, ἡ, κάτοικος Φοινίκης, Ὅμηρ.· Φοῖνιξ ἀνὴρ ἀπατήλια εἰδὼς Ὀδ. Ξ. 288· διότι τοιοῦτος ἦν ὁ συνήθης τῶν Φοινίκων χαρακτὴρ
    9 KB (875 words) - 02:35, 10 January 2019
  • ἐμπρός, προτάσιες πνευμάτων, κοπώδεις προσπάθειαι πρὸς ἀναπνοήν, Ἱππ. 396, 42· ἴδε Foës Oec. ΙΙ. (ἐπὶ παθ. σημασίας) τὸ προβαλλόμενον ἢ προτεινόμενον· ὅθεν,
    6 KB (492 words) - 12:36, 8 July 2020
  • αὐτὸ φρόνημα, Ἡσ. Ἀσπ. Ἡρ. 50. Ὡς Ἐπίρρ., μόνον παρ’ Ἐπικ., ἀλλ’ ἴδε ὁμόσε, ὁμοῦ. - Ἴδε Κόντου Φιλολ. Ποικίλα ἐν Ἀθηνᾶς τ. Α΄, σ. 151 κἑξ., 170. ή, όν :
    11 KB (1,031 words) - 17:40, 8 July 2020
  • [Seite 195] ἄλοχος, s. μνηστός. μνηστή: ἡ, ἰδὲ μνηστός, η (ΑΜ μνηστή) αυτή που έχει δεσμευτεί με κάποιον με αμοιβαία υπόσχεση γάμου, αρραβωνιαστικιά
    621 bytes (45 words) - 07:39, 29 September 2017
  • ἔνιψα, Ἐπικ. νίψα, Ὅμ., κλ.: - Μέσ. νίζομαι Ἱππ. (ἴδε ἀνωτ.): παρατ. νίζετο Ὀδ. Ζ. 224: - μέλλ. νίψομαι (ἴδε ἀπο-, ἐκ-νίζω)· μεταγεν. νιφήσομαι Ἑβδ. (Λευιτ
    20 KB (2,065 words) - 09:45, 8 July 2020
  • Νικόστρ. ἐν Ἀδήλ. 7· ἴδε Pierson. εἰς Μοῖριν 288. ΙΙΙ. ὁ ἀστερισμὸς Ὄφις, Ἄρατ. 82. IV. ἐν 640. 14, φυτόν τι ἑρπυστικόν. V. εἶδος ἰχθύος, ἴδε ὀφείδιον. VI. =
    15 KB (1,539 words) - 17:50, 8 July 2020
  • πόλις Πινδ. Ὀ. 9. 52, Ν. 7. 136· πολύπυρος ἀγ., Ἐπιγράμμ. Ἑλλ. 1028. 2· ἴδε ἐν λέξ. εὐρύχορος, κνισάω· (ὥσπερ μετοχικός τις σχηματισμὸς τοῦ ἄγω, πρβλ
    2 KB (218 words) - 11:35, 9 January 2019
  • [Seite 90] s. μάλα. μάλιστα: ἐπίρρ., ὑπερθετ. τοῦ μάλα, ἴδε μάλα ΙΙΙ. v. μάλα. see μάλα. neuter plural of the superlative of an apparently primary
    6 KB (624 words) - 16:15, 4 July 2020
  • Παυσ. 9. 30, 3, καὶ ἴδε σκῆπτρον· ὅθεν, κατὰ ῥάβδον ἐπέων, κατὰ τὸ μέτρον τῶν ποιημάτων αὐτοῦ (τοῦ Ὁμήρου), Πινδάρ. Ι. 4. 66, ἔνθα ἴδε Dissen. (3. 56), πρβλ
    32 KB (2,964 words) - 18:14, 8 July 2020
  • σπογγιά, σπογγίον, σπόγγος. [Seite 1051] s. σφεῖς. σφῐν: σφῑσί, σφῐσῐν, ἴδε σφεῖς. v. σφι. σφῐν: σφῐσῐ, σφῐσῐν, δοτ. του σφεῖς. σφιν encl. dat.
    908 bytes (39 words) - 09:56, 31 December 2018
  • θεοπνευστία: ἡ, θεία ἔμπνευσις, Ἐκκλ., ἴδε Κόντον ἐν Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 128. η (AM θεοπνευστία) θεόπνευστος η θεία έμπνευση. Αναζήτηση σε: Google |
    286 bytes (28 words) - 07:17, 29 September 2017
  • καρπὸς: (Α), ὁ, (ἴδε ἐν τέλει):- ὡς καὶ νῦν· παρ᾽ Ὁμ. καὶ Ἡσ. (μόνον καθ᾽ ἑνικ.) τὸ πλεῖστον ἐπὶ τῶν καρπῶν τῆς γῆς, τῶν σιτηρῶν, καρπὸς ἀρούρης Ἰλ. Ζ
    4 KB (376 words) - 10:08, 5 August 2017
  • λαγόνες), καὶ ἴσως τὸ λαγώς· πρβλ. τὸ Σανσκρ. lañǵâ (scortum)· ἴδε ὡσαύτως λαγαρός). - Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 177 κἑξ. ος ou η, ον : libertin, débauché
    4 KB (374 words) - 09:04, 8 July 2020
  • τρόπον τοῦ ἐλαύνειν, Πινδ. Ο. 13. 27, ἔνθα ἴδε σημ. Donalds.· - μέτρῳ = μετρίως, Πινδ. Π. 8. 111· μέτρῳ πίνειν (ἴδε ἀμετρὶ) Ἀλκίφρων 3. 32. II. τὸ μέτρον τῶν
    37 KB (3,730 words) - 17:40, 7 July 2020
  • Σοφοκλῆς γὰρ ἡδύς, διὸ καὶ μέλιττα ἐκαλεῖτο» Σχόλ. εἰς Ἀριστοφ. Σφ. 460· ἴδε κατωτ. ΙΙΙ. 2) εἰς τὰς ἐν Δελφοῖς ἱερείας, Πίνδ. Π. 4. 106· εἰς τὰς τῆς Δήμητρος
    15 KB (1,258 words) - 08:35, 16 July 2020
  • Περὶ τῆς θέσεως τοῦ Ἀρχαίου Φαλήρου, ἴδε Ἐνρ. Οὐλερίχ. ἐν τῷ περιοδικῷ «Ἐρανιστῇ» τ. 1. τοῦ βϳ ἔτους, σ. 432, κἑξ., ἴδε καὶ πραγματείαν Γ. Ζαννέτου ἐν τῷ
    2 KB (181 words) - 07:28, 31 December 2018
  • ἡ τῶν βουνῶν πίτυς, (ἴδε πεύκη), π. βλωθρή, τήν τ’ οὔρεσι τέκτονες ἄνδρες ἐξέταμον Ἰλ. Ν. 390, Π. 483· μακρῇσίν τε πίτυσσιν ἰδὲ δρυσὶν Ὀδ. Ι. 186· ἓν
    11 KB (1,161 words) - 11:35, 8 July 2020
  • τοῦ ἄγω)· ἀπαρ. ἆξαι. Ἀπολλ. Ρόδ: ― Παθ., ἐνεστ. (ἴδε κατωτέρ.)· ἀόρ. β΄ ἐάγην, Ὅμ. καὶ Ἀττ. (ἴδε κατωτέρ.)· ἐνεργ. πρκμ. (μετὰ παθ. σημ.)· ἔᾱγα, Ἰων
    18 KB (1,809 words) - 15:23, 8 July 2020
  • Ἐπικ. ὅτεῳ Ὀδ. Β. 114, καὶ ὡς δισύλλαβ., Ἰλ. Μ. 428, Ο. 664· οὕτως Ἡρόδ., ἴδε Δινδορφ. Διάλ. Ἡροδ. σελ. ΧΙΧ· - Ἐπικ. αἰτιατ. ὅτινα Ὀδ. Θ. 204, Ο. 395. -
    57 KB (6,345 words) - 17:46, 8 July 2020
  • ἔσχον: ἐσχόμην, ἴδε ἔχω. ao.2 de ἔχω. see ἔχω. ἔσχον: ἐσχόμην, Ενεργ. και Μέσ. αόρ. βʹ του ἔχω. ἔσχον: aor. 2 к ἔχω.
    331 bytes (24 words) - 21:08, 31 December 2018
  • νεανίας, Βυζ. (Παρὰ Θρᾳξίν, οἱ κυριευθέντες ἔφηβοι Εὐστ. Λέων Γραμμ. σ. 460, ἴδε, μῆτερ, οἷον ἄγουρον νῦν ἐπελαβόμην. Ἄννα Κομν. βιβλ. 6, Ἀλεξιάδ. σ. 205 ἐνετείλατο
    1 KB (88 words) - 13:20, 29 June 2020
  • Stellholz in der Mäusefalle. πάσσᾰλος: Ἀττ. πάττ-, ὁ· Ἐπικ. γενκ. πασσαλόφι, ἴδε κατωτ.· (√ΠΑΓ, πήγνυμι)· - «παλοῦκι» ξύλινον, καρφίον πρὸς ἀνάρτησιν ἱματίων
    16 KB (1,507 words) - 11:35, 8 July 2020
  • αὐτοῦ ἴδε ἐν Λεξικῷ Ἀρχαιολ. Ἀλ. Ρ. Ραγκαβῆ, καὶ Müller Archäol. d. Kunst, § 354 κἑξῆς. (Ἴσως ἐκ τῆς αὐτῆς ῥίζης, ἐξ ἧς τὸ πόσις, ὃ ἴδε). ― Ἴδε Κόντου
    18 KB (1,822 words) - 21:45, 7 July 2020
  • ἀντὶ ὦ ταυρόμορφε Κηφισέ, Εὐρ. Ἴων. 1261· ἴδε ἀνωτ. ΙΙΙ καὶ πρβλ. ὄνομα IV. - Περὶ τῶν συνθέτων ἐκ τοῦ ὄμμα ἴδε Κόντου Φιλολ. Σύμμικτα ἐν Ἀθηνᾶς τ. Ι΄, σ
    30 KB (2,927 words) - 17:45, 8 July 2020
  • ἀλλήλους καὶ φ. κρατίστη οὖσα ὁ αὐτ. ἐν Οἰκ. 21, 10. ― Ἴδε Κόντου Παρατηρήσεις ἐν Ἀθηνᾶς τ. Γϳ, σ. 314, ἴδε καὶ Κόβητον ἐν Λογίῳ Ἑρμῇ τ. 1, σ. 274. ας (ἡ) :
    7 KB (692 words) - 16:00, 4 July 2020
  • Ἀφ. 1255, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 3. 19, 11· ἴδε Foës Oecon. II. = ῥοὴ 2, Πλάτ. Κρατ. 411D, πρβλ. 419D. - Ἴδε Κόντον ἐν «Σωκράτει» σ. 3 κἑξ. ῥόου (ὁ) :
    8 KB (733 words) - 12:05, 19 July 2020
  • εἰσῆγε διαμαρτυρίαν, ὅπως προλάβῃ τὸν κατηγορούμενον, ἴδε Λυσ. 167. 38 κἑξ. 2) ἐν διαδικασίᾳ κλήρου (ἴδε διαδικασία), πᾶς ἔχων ἀξιώσεις ἐπί τινος περιουσίας
    6 KB (534 words) - 13:35, 30 June 2020
  • φάγω: ἴδε ἐν λ. φαγεῖν. a primary verb (used as an alternate of ἐσθίω in certain tenses); to eat (literally or figuratively): eat, meat. Α βλ. φάγομαι
    302 bytes (36 words) - 12:53, 29 September 2017
  • 6. 8, 16· ἴδε Böckh Ρ. Ε. 1. 254 κἑξ.· - ὅτι δὲ ἡ τῶν λογιστῶν ἀρχὴ ἦτο διάφορος τῆς τῶν εὐθύνων ἴδε Ἀριστ. Ἀθην. Πολ. 69. 8 (ἔκδ. Blass). Ἴδε καὶ Λεξ.
    5 KB (432 words) - 15:44, 4 July 2020
  • φθόρῳ Θέογν. 833 (ἴδε ἐν λ. κόραξ). Θουκ. 2. 52, Πλάτ. Εὐθύδ. 285Β· ἀλλὰ κατὰ τὸ πλεῖστον ἐν ταῖς φράσεσιν, ἴτ’ ἐς φθόρον φθείρεσθε (ἴδε φθείρω ΙΙ. 1), ὅπερ
    6 KB (494 words) - 13:35, 1 July 2020
  • εἴωθα Ἰουστιν. Κῶδ. 1. 17, 3, Ἰω. ὁ τῆς Κλίμακ. 697Α, 887Α, 900D, 1025D. ― Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 82. ΝΜA κάνω κάτι από συνήθεια, εθίζω τον εαυτό
    4 KB (284 words) - 12:50, 29 September 2017
  • πλήθους ἀγαθῶν. θάλασσα: θᾰ, μεταγ. Ἀττ. -ττα, ἡ (ἴσως ἐκ √ΤΡΑΧ, ταράσσω, ἴδε Κούρτ. σ. 655): - ἡ θάλασσα, Ὅμ., κτλ.· ὁ Ὅμ. θάλασσαν ἴδίως ἐννοεῖ τὴν καλουμένην
    29 KB (3,008 words) - 08:40, 8 July 2020
  • ὑπὸ τῶν νησιωτῶν Ἑλλήνων εἰς τοὺς Ἀθηναίους, = φορὰ χρημάτων Θουκ. 1. 96 (ἴδε φορὰ Β. Ι. 2)· φόρου ἀπαγωγὴ Ἡρόδ. 1. 6, 27· ξυμμάχους φόρου ὑποτελεῖς, ὑποκειμένους
    24 KB (1,867 words) - 13:00, 8 July 2020
  • χρήσει μόνον ἐν τῷ θηλ., μεθύση γραῦς Ἀριστοφ. Νεφ. 555, Σφ. 1393, κτλ., ἴδε Φρύνιχ. 151, Α. Β. 107, Θωμᾶν Μάγιστρ.· ἀλλὰ παρὰ μεταγενεστ. ὡσαύτως, 2)
    4 KB (368 words) - 10:55, 1 July 2020
  • ἀρχαιότατοι δεσπόται καὶ ἄρχοντες τοῦ Ἄργους, Θεόκρ. 15. 142˙ ἴδε Valck. Ἄδων. σ. 414. ΙΙΙ. δρυὸς ἄκρα, ἴδε ἐν λ. ἀκρόδρυα. ΙV. ἐν τῇ λογ. τοῦ Ἀριστοτέλους τὰ ἄκρα
    11 KB (963 words) - 15:25, 8 July 2020
  • παρὰ Φωτ. Βιβλ. 369. 22· ὡσαύτως ἔστρωτο Ἰλ. Κ. 155, Ἡρόδ. (Ἐκ τῆς √ΣΤΟΡ, ἴδε κατωτ., ὅθεν πιθ. τὸ στρατός· πρβλ. Σανσκρ. star, str-nômi, stri-nâmi, star-as
    6 KB (589 words) - 10:30, 5 August 2017
  • αὐτόθι 180, ἴδε ἐν λ. προσβάλλω Ι. 3)· προσβολαὶ κακαὶ Εὐρ. Ἠλ. 829· πρ. θεῖαι Ἀντιφῶν 123. 23· πρ. δεισιδαιμονίας Πλούτ. 2. 45D, ἔνθα ἴδε Wyttenb.· ἑνικ
    25 KB (2,128 words) - 12:25, 8 July 2020
  • -όν, σεσωσμένος, σῶος, πλοῖον Ἀπολλώνιος περὶ Κατεψευσμένης Ἱστορίας 6· ἴδε Δουκάγγ. -ή, -ό, ΝΑ νεοελλ. 1. άρτιος, χωρίς ατέλειες ή ελλείψεις (α. «σωστό
    2 KB (145 words) - 20:25, 28 June 2020
  • 6)· ἀλλὰ παρὰ τοῖς κωμ. καὶ πεζοῖς εἶναι ὁ συνήθης τύπος τοῦ ἐνεστῶτος (ἴδε θνήσκω)· σεῦ ἀποτεθνηῶτος Ἰλ. Χ. 432· ἀποθνήσκων περὶ φασγάνῳ Ὀδ. Λ. 424·
    6 KB (567 words) - 14:40, 14 July 2020
  • διὰ τοῦ δόρατος, ὅ ἐ. ἐν πολέμῳ (ἴδε κατωτέρω 3), ὁ αὐτ. 5. 94· τοξουλκὸς αἰχμή, ἐπὶ βέλους, Αἰσχύλ. Πέρσ. 239· ἴδε κατωτέρω 3· σπάνιον παρὰ πεζοῖς τῶν
    16 KB (1,373 words) - 22:04, 7 July 2020
  • Ἀθηνῶν (404 π. Χ.), αὐτόθι 2. 3, 2, Πλάτ. Ἀπολ. 32C, κλπ. 3) ἄρχοντές τινες, ἴδε τεσσαράκοντα. - Καθ’ Ἡσύχ.: «τριάκοντα· οὗτοι ἐχειροτονοῦντο δικασταὶ Ἀθήνησιν
    9 KB (776 words) - 16:00, 1 July 2020
  • ἐν χρήσει σχεδὸν ὡς συνών. τῷ χυλός, εἰ καὶ διακρίνεται ἐνίοτε ἀπ’ αὐτοῦ, (ἴδε ἐν λ. χυλός). Ι. ὁ ὀπὸς φυτῶν, Πλάτ. Τίμ. 59Ε, 60Β, Ἀριστ. περὶ τὰ Ζῷα Ἱστ
    9 KB (759 words) - 13:50, 8 July 2020
  • τό,    A v. ἴδιος. ἴδιον: τό, ἴδε ἴδιος. το (ΑΜ ἴδιον) βλ. ίδιος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    3 KB (220 words) - 15:46, 4 July 2020
  • τοῦ Ἡραίου νῆσον Θουκ. 3. 75, πρβλ. 7. 22· πρὸ ποδός, ἴδε ἐν λ. ποὺς Ι. 4. α· οὕτω, πρὸ χειρῶν, ἴδε χεὶρ ΙΙ. 6. λ· πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν προφαίνεσθαι Αἰσχίν.
    64 KB (6,144 words) - 12:37, 8 July 2020
  • 617Β. IV. Ἐπίρρ. ἴσως, ἴδε ἐν λέξ.· ἀλλ’ ὑπάρχουσι πολλοὶ ἄλλοι ἐπιρρ. τύποι. 1) οὐδ. ἑνικ. καὶ πληθ. ἀπὸ τοῦ Ὁμ. καὶ ἐφεξῆς (ἴδε ἐν ἀρχῇ), ἶσον... ἀπήχθετο
    58 KB (5,603 words) - 14:35, 14 July 2020
  • Κ. 170, 310, Τρ. 705· ἴδε κῆχος ― Διαφέρει ἀπὸ τοῦ πῆ; καθ’ ὅσον τὸ ποῖ; σημαίνει πρὸς ποῖον μέρος; τὸ δὲ πῆ; ποῦ Λατ. qua? ἴδε Ellendt Λεξ. Σοφ. ἐν λέξ
    9 KB (873 words) - 12:19, 8 July 2020
  • σφιν,    A v. σφεῖς. σφῐ: σφῐν, ἴδε ἐν λ. σφεῖς. pron. encl. de la 3ᵉ pers. au dat. sg., pl. et duel, v. σφε-. σφῐ: σφῐν, δοτ. του σφεῖς. σφι of
    626 bytes (36 words) - 10:08, 31 December 2018
  • ὅπερ ἔκλεψεν ἐκ τοῦ Ὀλύμπου· ἐντεῦθεν καὶ τὸ ὄνομα αὐτοῦ (ἐκ τοῦ προμηθής, ὃ ἴδε), κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὸν ἀδελφόν του ὃς ἐκαλεῖτο Ἐπιμηθεύς. ― Τὰ στοιχεῖα
    6 KB (473 words) - 21:55, 7 July 2020
  • κλίσεως ἐν τοῖς συνθέτοις ἴδε Λοβέκ. εἰς Φρύνιχ. 108. Τρεῖς, Ὅμηρ., κλπ., τρία ἔπη, παροιμία παρὰ Πινδ. ἐν Ν. 7. 71, ἔνθα ἴδε Σχολιαστάς,- διότι ἐξ ἀρχαιοτάτων
    21 KB (2,179 words) - 20:10, 7 July 2020
  • ἡ, (ἴδε ἐν τέλ.)· - ὀγκώδης λίθος χρησιμεύων ὡς προστήριγμα ἢ ἀντηρὶς τοίχου, στήλας τε προβλῆτας ἐμόχλεον Ἰλ. Μ. 259· ὡς εἰκὼν σταθερότητος, ἴδε κατωτ
    35 KB (3,139 words) - 19:45, 7 July 2020
  • φθίμενος, ἴδε κατωτ. Ι. 2. Ἴδε τὴν λ. φθείρω· (πρβλ. ὡσαύτως φθινάω, φθινύθω). [Ὁ Ὅμ. ἔχει ῑ ἐν τῷ ἐνεστ. ὑποτακτ. φθίης, ῐ ἐν τῷ παρατ. ἔφθιεν (ἴδε κατωτ
    33 KB (3,250 words) - 08:35, 16 July 2020
  • κλπ., ἴδε ἀνωτ. Ὁσάκις φαίνεται ὅτι συντάσσεται μετὰ δοτικῆς, ἡ δοτικὴ αὕτη πρέπει νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὸ ῥῆμα, τὸ δὲ πρόσθεν νὰ ληφθῇ ὡς ἐπίρρ., ἴδε κατωτ
    43 KB (4,357 words) - 12:45, 8 July 2020
  • χρήμασι Pol. 4, 57, 10. λαμπρός: -ά, -όν, οὐδέποτε λαμπρή, ἔτι καὶ παρ’ Ἐπ., ἴδε Ἡσ. Θ. 18, 371, ἂν καὶ διατηρεῖται ἐν Ἐπιγρ. Ὁμ. 3. 3· (λάμπω)· λαμπρός, ἀκτινοβόλος
    38 KB (3,313 words) - 09:00, 8 July 2020
  • συνωδεύοντο μετὰ μουσικῆς (ἴδε τὰ μνημονευθέντα χωρία), καὶ πιθανῶς ἐτελοῦντο διὰ κανονικῶν βημάτων καὶ ἐμμελῶν χειρονομιῶν (ἴδε Ἰλ. Σ. 599 κἑξ., καὶ Ἡσ.
    43 KB (4,005 words) - 13:50, 8 July 2020
  • enklitisch, oft bei Hom., Pind. u. Tragg., z. B. Aesch. Spt. 28 σέθεν: ἴδε σύ, Ἡσύχ. gén. épq. de σύ. see σύ. Α (ποιητ. τ. γεν.) βλ. εσύ. Αναζήτηση
    1 KB (89 words) - 18:55, 7 July 2020
  • Crat. 424 d, wahrscheinlich eine Art Lackfarbe. ὄστρεον: ἢ ὄστρειον, τό· (ἴδε ἐν λ. ὀστέον)· - ὀστρείδιον, κοινῶς «ὀστρεῖδι», Λατιν. ostrea: - ὁ κυρίως
    6 KB (449 words) - 17:54, 8 July 2020
  • ὁμογάστριος, διάφορ. γραφὴ παρὰ Λυκόφρονι 452· ὀγάστωρ, ὁ, ἡ, Ἡσύχ.· ἴδε Heyne εἰς Ἰλ. Φ. 95. - Ἴδε Κόντον ἐν Ἀθηνᾶς τ. Α΄, σ. 182-183. ὀγάστριος, -ον (Α) ὁμογάοτριος
    1 KB (66 words) - 17:30, 8 July 2020
  • Λυκόφρ. 108· ἀλλὰ ἀποθρέξεις Πλάτ. Κωμικ. ἐν Ἀδήλ. 65· - ἀόρ. α΄ ἔθρεξα (ἴδε κατωτ.)· - ἀλλ. ὁ συνήθης μέλλ. καὶ ἀόρ. παράγονται ἐξ ἑτέρας ῥίζης ΔΡΑΜ,
    40 KB (3,986 words) - 17:50, 14 July 2020
  • Τρ. 412· συμβολὰς - Ἀπόκρ. πῶς συμβολάς; Ἄλεξις ἐν «Μανδραγόρᾳ» 4, κτλ.· ἰδὲ Cobet. N. LL. σ. 16. 2) μετὰ δευτέρας ἐρωτήσεως ἐν τῇ αὐτῇ προτάσει, πῶς ἐκ
    50 KB (5,710 words) - 12:45, 8 July 2020
  • ἔλλειψις: -εως, ἡ, παράλειψις, ἔλλειψις, ἐν τῇ γραμματικῇ, Ἀθήν. 644Α· ἴδε Βοσίου (Βος) Ellipses Graecae, ἔκδ. Schäf., Herm. Vig. append. ΙΙ. (ἐκ τοῦ
    12 KB (1,167 words) - 14:15, 4 July 2020
  • περὶ τοῦ ἐν Ἀριστοφ. Λυσ. 695 στίχου: ἀετὸν τίκτοντα κάνθαρός σε μαιεύσομαι ἴδε μαιεύομαι. ΙΙ. εἶδος ποτηρίου, cantharus, scarabaeus, Φρύν. ἐν «Κωμασταῖς»
    12 KB (1,089 words) - 17:55, 7 July 2020
  • εὐωχίαν, εἰλαπίνη ἦε γάμος; ἐπεὶ οὐκ ἔρανος τάδε γ’ ἐστὶν (ἴδε εἰλαπίνη) Ὀδ. Α. 226 (ἔνθα ἴδε Nilzsch), πρβλ. Λ. 414: παρὰ Πινδ., συμπόσιον, πανήγυρις,
    21 KB (1,974 words) - 16:55, 8 July 2020
  • κέγχρος, Hippocr. κεγχρίς: -ίδος, ἡ, = κέρχνη, κερχνῄς, ἴδε ἐν λέξ. κέρχνη. 2) = κεγχρίας ΙΙ, ὃ ἴδε. ΙΙ. = κέγχρος, Ἱππ. 572. 39. ίδος (ἡ) : petit oiseau
    2 KB (139 words) - 16:05, 28 June 2020
  • ἢ πηδητική». - Ἴδε παρὰ τῷ αὐτῷ καὶ τὰς λέξεις: ἰσσέλα καὶ ἰτθελᾶν ἃς ἑρμηνεύει διὰ τῆς λέξεως διφθέρα. - Πρβλ. ἀλωπεκῆ, λεοντῆ. - Ἴδε Κόντον ἐν Ἀθηνᾶς
    2 KB (167 words) - 17:12, 8 July 2020
  • πλήρεα, «σωστὰ τέσσαρα χρόνια», Ἡρόδ. 7. 20· ἴδε ἐν λ. μήν. 3) στερεός, ὁλόκληρος, ἐπὶ χαλικίου (ψήφου), ἴδε ἐν λ. τρυπάω· πλ. ὁπλαὶ Πολυδ. Α΄, 191· αὔλημα
    23 KB (2,124 words) - 12:10, 8 July 2020
  • ἡ,    A v. τόλμα. τόλμη: ἡ, ἴδε τόλμα. η, ΝΜΑ, και δωρ. τ. τόλμα Α 1. θάρρος, αφοβία, σθένος, περιφρόνηση του κινδύνου (α. «είχε την τόλμη να υψώσει
    5 KB (406 words) - 15:57, 2 October 2019
  • θαμίζουσα ἐν αὐτῷ, ἴδε κατωτ. Β. 3˙ ὁ Jebb ἔχει τὸν οἰνωπὸν ἔχουσα κισσὸν καὶ ἑρμηνεύει ἔχουσα ὡς κατοικίαν τὸν οἰνόχρουν κισσόν, ἴδε σημ. αὐτοῦ ἐν τόπῳ
    68 KB (6,460 words) - 14:25, 8 July 2020
  • ὡσαύτως ος, ον· ὁ τύπος τέλεος εἶναι ἐν χρήσει σχεδὸν ἀπανταχοῦ παρ’ Ἡροδ. (ἴδε κατωτ. IV), ἐν ᾧ παρ’ Ἀττικ. ἀπαντῶσιν ἀμφότεροι, ὧν οἱ ποιηταὶ λαμβάνουσιν
    50 KB (4,693 words) - 14:03, 5 July 2020
  • [Seite 1235] s. ἴδιος. ἰδίᾳ: ἴδε ἴδιος VI. 2. adv. v. ἴδιος. επίρρ. βλ. ίδιος (II). (ΑΜ ἰδίᾳ, Α και ιων. τ. ἰδίῃ) επίρρ. ιδιαιτέρως, χωριστά («οὔτε
    2 KB (198 words) - 14:10, 4 July 2020
  • διασυνομένου, λιπο- πρὸ συμφώνου, ὡς ἀποδεικνύει ἡ ἀνεξαίρετος χρῆσις τῶν ποιητῶν, ἴδε Ἀνέκδ. Ὀξων. 2. 239, Δινδόρφ. ἐν τῷ Θησαυρῷ τοῦ Ἑρ. Στεφ. Ὅθεν βλέπε λιπανδρέω
    966 bytes (72 words) - 11:40, 5 August 2017
  • ἀναλόγως: ἴδε ἀνάλογος, ἐν τέλει. adv. en rapport avec. Étymologie: ἀνάλογος. ἀναλόγως: соразмерно, тж. аналогично Plut., Sext.: ἀ. τινός Luc. в соответствии
    360 bytes (25 words) - 12:00, 31 December 2018
  • καὶ παρατ.: περὶ τοῦ μέλλ. ἔρξω, ἀορ. ἔρξα, πρκμ. ἔοργα καὶ ὑπερσ. ἐώργειν ἴδε τὸ ῥῆμα ἔρδω. (Ἐκ τῆς √ϜΕΡΓ παράγονται ὡσαύτως ἔργον (γραφόμενον ϝάργον ἐν
    28 KB (2,548 words) - 16:50, 8 July 2020
  • φονεύς, εὕρηται μόνον ἐν συνθέσει, π. χ. Ἀργειφόντης, βροντοφόντης, κλπ., ἴδε Χοιροβοσκ. 50.
    849 bytes (38 words) - 09:42, 5 August 2017
  • Bürgers handelte, gebraucht wurde, Plut. Pericl. 14 u. a. Sp. ὄστρᾰκον: τό, (ἴδε ἐν λ. ὄστρεον) πήλινον ἀγγεῖον, Λατ. testa, Ἀριστοφ. Βάτρ. 1190, πρβλ. Ἐκκλ
    15 KB (1,450 words) - 17:55, 8 July 2020
  • μεστή, πλήρης μεγαλείου, Διον. Ἁλ. 6. 81· ἐν τῷ πληθ., Ὀρφ. Ὕμν. 17. 18, ἴδε Διον. Ἁλ. 2. 75. οῦ (ὁ) : c. σέβασις. Étymologie: σεβάζω. ο, ΝΑ σεβάζομαι
    2 KB (138 words) - 03:24, 1 January 2019
  • ἑρμηνείαν διὰ τοῦ γλωσσόκομον, ἴδε Ἐτυμολ. Μέγ., Ζωναρ., κλπ.)· ― συχνάκις φέρεται κατὰ μετάθεσιν τοῦ ν καὶ λ φαιλόνης ἢ φελόνης, ἴδε Δινδ. ἐν Θησ. Στεφάνου·
    5 KB (445 words) - 16:05, 2 October 2019
  • ἑαυτοῦ) Ἡροδ. 4. 144· μν. ἔχειν τινὸς Σοφ. Ο. Τ. 1246, Ο. Κ. 509, κτλ. (ἴδε κατωτ. ΙΙ)· 1110· μν. τίθεσθαί τινος, ἀναμιμνήσκεσθαι, Εὐρ. Φοίν. 1585· οἱ
    20 KB (1,681 words) - 09:30, 8 July 2020
  • ἔμμεναι, Ep. for εἶναι,    A v. εἰμί. ἔμμεν: ἔμμεναι, Ἐπ. ἀντὶ τοῦ εἶναι, ἴδε εἰμί. dor. inf. prés. de εἰμί. v. εἰμί. Source: ἔμμεν ἔμμεν και ἔμμεναι
    883 bytes (53 words) - 16:45, 8 July 2020
  • Κυκλώπειος τ. Σοφ. Ἀποσπ. 222, ἴδε Bast εἰς Γρηγόρ. Κορίνθ. σ. 512· ὡς τὸ τρόχωμα: - ὡσαύτως μηχανὴ πολιορκητική, Διόδ. 17. 45 ἔνθα ἴδε W?s?el. VI. κρίκος τις
    26 KB (2,133 words) - 21:05, 7 July 2020
  • 2448Ι. 7., 4838b, 5774. 51, κ. ἀλλ.), κατ’ ἐπέκτασιν ἐκ τοῦ σάω, σαόω, σώω (ἴδε κατωτ.)· πρκμ. σέσωκα. ― Μέσ., μέλλ. σώσομαι Εὐριπ. Βάκχ. 793, Ξεν.· ἀόρ.
    30 KB (2,910 words) - 01:40, 10 January 2019
  • superl. ἐλάχιστος, ἥκιστος. ὀλίγος: [ῐ], -η, -ον, Ταραντῖν. ὀλίος, ὃ ἴδε: (ἴδε ἐν τέλ.): - ἐπὶ ἀριθμοῦ ἢ ποσότητος, ὀλίγος, σπάνιος, μικρός, ἀντίθετ.
    51 KB (5,009 words) - 17:30, 8 July 2020
  • Gegenstand der Liebe, Luc. Tim. 14. ἔρως: -ωτος, ὁ: περὶ τῆς δοτ. ἔρῳ ἀντὶ ἔρωτι ἴδε ἐν λ. ἔρος˙ παρὰ ποιητ. ἔχομεν αἰτ. ἔρων ἀντὶ ἔρωτα, Ἰακωψίου Ἀνθ. Π. 459
    14 KB (1,345 words) - 17:05, 8 July 2020

View (previous 250 | next 250) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)