Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ὡραία" on this wiki. See also the other search results found.

  • Jahreszeit, Frühling u. Sommer. vgl. ὡραῖος, B. A. 73. ὡραία: ἡ, ἴδε ὡραῖος Ι. 3. ας (ἡ) : v. ὡραῖος. ὡραία: ион. ὡραίη ἡ (sc. ὥρα) надлежащее (свое) время
    1 KB (76 words) - 08:24, 31 December 2018
  • ὡραία = the season for sailing ⇢ Look up "ἡ ὡραία" on Google | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient
    64 bytes (28 words) - 21:15, 3 July 2020
  • ἥβην ἦλθεν ὡραία γάμων», Ευρ.) β) εσχατόγηρος 6. αυτός που αρμόζει σε κάποιον (α. «βίος τε εὐκλεὴς καὶ θάνατος ὡραῑος», Ξεν. β. «ἔνθα... ὡραῑα ἐπετέλουν
    5 KB (404 words) - 14:35, 14 January 2019
  • ὡραῖα: τά сбор последнего урожая, сельскохозяйственные продукты Thuc., Xen., Plat.
    165 bytes (10 words) - 06:08, 31 December 2018
  • sailing: P. and V. πλοῦς, ὁ, V. εὔπλοια, ἡ. the season for sailing: P. ἡ ὡραία (Dem. 1292). prevention from sailing: P. and V. ἄπλοια, ἡ. when sailing was
    1 KB (119 words) - 08:50, 20 May 2020
  • ὡραία, Κυρηναῖοι, Hsch. Α (κατά τον Ησύχ.) «ὡραία, Κηρηναίοι». Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    396 bytes (18 words) - 12:54, 29 September 2017
  • particul. mûr pour le mariage : ὡραία γάμου ou γάμων HDT, XÉN mûre pour le mariage, nubile ; avec un gén. de pers. : ὡραία ἀνδρός HDT jeune fille mûre pour
    25 KB (2,260 words) - 18:20, 8 July 2020
  • ὡραίη: ἡ ион. = ὡραία.
    69 bytes (4 words) - 06:20, 1 January 2019
  • μέρος ή πύργος από όπου βλέπει κανείς σε μεγάλη απόσταση ή από όπου έχει ωραία θέα 2. το μέρος προς το οποίο βλέπει κανείς. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    595 bytes (56 words) - 06:57, 29 September 2017
  • τὰ ὡραῖα = fruit of the soil, fruits of the earth, produce of the seasons, the fruits of the season ⇢ Look up "τὰ ὡραῖα" on Google | LSJ full text search
    142 bytes (41 words) - 22:10, 3 July 2020
  • και φτερά χιονάτα», Παλαμ. β. «ἐβλάστησεν ἡ κόρη πανεύμορφος καὶ εὐθαλής, ὡραία, χιονάτη», Διγεν. Ακρ.) 2. το θηλ. ως ουσ. η Χιονάτη πασίγνωστη ηρωίδα παιδικών
    920 bytes (69 words) - 13:01, 29 September 2017
  • 806b18, Men.Sam.46.    II a form of speech, dialect, Ev.Matt. 26.73; ἡ λ. σου ὡραία LXX Ca.4.3; style, Phld.Rh.2.27 S. [Seite 9] ἡ, Geschwätz, Gerede, nach
    8 KB (666 words) - 14:25, 7 July 2020
  • («ἦ σὸν τὸ κλεινὸν εἶδος Ἠλέκτρας τόδε» [[[αντί]]: η Ηλέκτρα], Σοφ.) 3. ωραία όψη 4. στον πληθ. διακοσμητικά σχέδια 5. ιατρ. ιδιοσυγκρασία 6. μουσ. η μουσική
    3 KB (217 words) - 07:06, 29 September 2017
  • άλλα») νεοελλ. 1. ως επίθ. μερικοί, -ές, -ά, κάποιοι, -ες, -οια («είδα κάτι ωραία πράγματα») 2. ως προσδιορισμός για έξαρση ή μείωση («έχει κάτι μάτια») 3
    3 KB (210 words) - 14:05, 8 January 2019
  • ο 1. μεγάλο κομμάτι 2. ωραία και προκλητική γυναίκα. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεγεθ. του τ. κομμάτι, πρβλ. κεφάλι: κέφαλος, κλωνί: κλώνος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    339 bytes (28 words) - 07:24, 29 September 2017
  • συναπτόμενον τῷ Ἀφροδίτη, Ὁμ. Ὕμν. εἰς Ἀφροδ. 2. 2) μετάφορ., ἐπὶ ὡραίας κόρης, = ὡραία ὡς Ἀφροδίτη, Ὀππ. Ἁλ. 4. 235. ΙΙ. ὡς προσηγορ., ἔρως, πάθος, Εὐρ. Βάκχ. 773·
    6 KB (505 words) - 10:10, 29 June 2020
  • φιλτάτης μ. σποδὸν Σοφ. Ἠλ. 1159. 2) συχνάκις, ὡς τὸ Λατ. forma, species, ὡραία μορφή, Πινδ. Ο. 6. 128., 9. 99, κτλ. 3) καθόλου, εἶδος, σχῆμα, ἐξωτερικόν
    32 KB (2,957 words) - 09:35, 8 July 2020
  • (I) το (AM ἄρωμα) νεοελλ. η ωραία μυρωδιά, η μοσχοβολιά αρχ. 1. ευωδιαστό βότανο ή οπώρα 2. τα καλλιεργούμενα μυρωδικά, τα μπαχαρικά. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης
    912 bytes (57 words) - 12:10, 8 January 2019
  • η (ΑΜ εὐπρέπεια) ευπρεπής 1. ωραία, σοβαρή και καλαίσθητη εξωτερική εμφάνιση 2. ψυχική ομορφιά, ευγένεια και σεμνότητα ήθους 3. ευγενική, πολιτισμένη συμπεριφορά
    788 bytes (52 words) - 07:14, 29 September 2017
  • Σοφ.) 3. αυτός που βρίσκεται σε ευωρία, σε ωραία εποχή, σε καλή ώρα 4. (κατά τον Ησύχ.) «εὔωρος γῆ, ἡ τὰ ὡραία ἔχουσα», καρποφόρος. [ΕΤΥΜΟΛ. < εύ + ὤρα «φροντίδα»
    1 KB (91 words) - 14:00, 8 January 2019
  • μαθημάτων Πλάτ. Πολ. 444D, Γοργ. 475Α· ἐς κάλλος ἀσκεῖ, προσπαθεῖ νὰ φαίνηται ὡραία, νὰ ἐπιδεικνύῃ τὸ κάλλος αὐτῆς, Εὐρ. Ἠλ. 1073· οὐ γὰρ ἐς κάλλος τύχας δαίμων
    18 KB (1,657 words) - 20:30, 7 July 2020
  • ἡ. season of marriage: V. γάμων ἀκμή, ἡ. the fruits of the season: P. τὰ ὡραῖα. in season: see seasonably. out of season: see unseasonably. spice: P.
    726 bytes (76 words) - 08:52, 20 May 2020
  • ὁ; see fruit. grain: P. and V. σῖτος, ὁ. produce of the seasons: P. τὰ ὡραῖα. produce (of money, etc.): P. ἐπικαρπία, ἡ. ⇢ Look up "produce" on Perseus
    2 KB (155 words) - 09:15, 20 May 2020
  • β' πρόσ. του αδύνατου τύπου της κτητικής αντωνυμίας («τα μάτια σου είναι ωραία»). (II) το, Ν άκλ. είδος γλυκού. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. chou (a la creme) «μικρό
    740 bytes (56 words) - 11:55, 9 January 2019
  • στάχυς, ὁ, V. γῆς βλαστήματα, τά. γῆς φυτά, τά, P. τὰ ἐκ τῆς γῆς φυόμενα, τὰ ὡραῖα. corn: P. and V. σῖτος, ὁ. tree fruit: P. and V. ὀπώρα, ἡ. P. δένδρων καρπός
    2 KB (197 words) - 19:56, 7 June 2020
  • ὡραία ⇢ Look up "the season for sailing" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full text
    48 bytes (22 words) - 12:15, 23 May 2020
  • και άσκημος, -η, -ο (AM ἄσχημος, -ον) Ι. αυτός που δεν έχει ωραία εμφάνιση, δύσμορφος μσν.- νεοελλ. 1. δυσάρεστος, δυσμενής («άσχημα μαντάτα») 2. (για
    4 KB (281 words) - 15:20, 15 January 2019
  • μυρωδάτος, μοσχομυρισμένος («εὐῶδες ἔλαιον», Ομ. Ιλ.). επίρρ... εὐωδῶς (Μ) με ωραία, γλυκιά μυρωδιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -ωδης (< όζω < όδ-jω) τ. που εμφανίζει την
    1 KB (67 words) - 15:25, 15 January 2019
  • τελευταία εισάγεται με τον αλλά για να δηλώσει σπουδαιότητα «ωραία η εμφάνισή του, ωραία η ομιλία του, αλλά το κυριότερο ο χαρακτήρας του» 2. εκφέρεται
    11 KB (864 words) - 11:25, 14 January 2019
  • περὶ τοῦ κυνὸς Ἄργου, Ὀδ. Ρ. 308, πρβλ. Ἡρόδ. 3. 107· ἴδε ἐν λ. δέμας. 2) ὡραία μορφή, κάλλος, ὡς τὸ Λατ. forma, Ὀδ. Ρ. 454, Ἡρόδ. 1. 199., 8. 105, κτλ.·
    52 KB (5,442 words) - 23:00, 7 July 2020
  • σύνθεση («παίζει στο πιάνο και τραγουδάει το ίδιο κομμάτι κάθε απόγευμα») 3. ωραία και προκλητική γυναίκα, κόμματος 4. στον πληθ. κομμάτια συντρίμμια, θραύσματα
    3 KB (250 words) - 07:25, 29 September 2017
  • -ές (ΑΜ εὐπρεπής, -ές) 1. αυτός που έχει ωραία, σοβαρή και σεμνή εξωτερική εμφάνιση, ο ευπρόσωπος, ο ευπαρουσίαστος 2. ευγενικός, κόσμιος μσν. μεγαλοπρεπής
    1 KB (90 words) - 12:25, 15 February 2019
  • 1128Η, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 7. 1, 6, π. Ζ. Γεν. 2. 4, 10. ΙΙ. λεπτὰ καὶ ὡραῖα ὑποδήματα, Ἄλεξ. ἐν «Ταραντίνοις» 4. λευκά: τά 1) (sc. ἱμάτια) белые одежды
    718 bytes (68 words) - 07:52, 31 December 2018
  • -ον) αυτός που δεν έχει ορισμένη μορφή, σχήμα αρχ. 1. αυτός που δεν έχει ωραία μορφή, δύσμορφος, άσχημος 2. ταπεινωτικός, ατιμωτικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ- στερ
    695 bytes (44 words) - 06:19, 29 September 2017
  • κούκλα κι από μέσα πανούκλα» — λέγεται για καθετί κακό, το οποίο όμως έχει ωραία εξωτερική εμφάνιση. [ΕΤΥΜΟΛ. < μσν. πανούκλα < λατ. panucula, υποκορ. του
    666 bytes (50 words) - 12:13, 29 September 2017
  • ονομασία τών φυτών που κατά παλαιότερη ταξινόμηση ήταν γνωστά ως ερείκη η ωραία και ερείκη η δενδρώδης 3. φρ. μτφ. «δεν μπαίνω σε καλούπι» ή «δεν βάζω σε
    1 KB (96 words) - 07:20, 29 September 2017
  • ἔμορφος, -η, -ο και ὄμορφος, -η, -ο (ΑΜ εὔμορφος, -ον) 1. αυτός που έχει ωραία μορφή, ωραίος, καλοκαμωμένος («εὐμόρφων δὲ κολοσσῶν ἔχθεται χάρις ἀνδρί»
    3 KB (191 words) - 15:15, 15 January 2019
  • Rep. IX, 573 d, κῶμοι καὶ θάλειαι, früher θαλίαι. θάλεια: ἡ, θάλλουσα, ὡραία, ἄφθονος· παρ’ Ὁμ. ἀείποτε ἐπὶ εὐωχίας ἢ συμποσίων, θεῶν ἐν δαιτὶ θαλείῃ
    8 KB (717 words) - 08:40, 8 July 2020
  • καλοπιάνω) 1. φέρομαι καλά, κολακεύω κάποιον, τον πιάνω με το καλό 2. προσπαθώ με ωραία και παρήγορα λόγια να εξευμενίσω κάποιον νεοελλ. 1. πιάνω κάτι καλά, γερά
    711 bytes (67 words) - 07:21, 29 September 2017
  • ευνοημένος από την τύχη (μσν) 1 (για τόπο) κατάλληλος για κάτι 2. όμορφος, με ωραία εμφάνιση 3. ευγενικός, λεπτός αρχ. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ ἐπιδέξια τα
    3 KB (247 words) - 06:31, 29 September 2017
  • καλοκαίριον) το θέρος, η θερινή εποχή νεοελλ. 1. καλός καιρός, καλοκαιρία, ωραία μέρα 2. φρ. ειρων. «όξω από τα καλοκαίρια» — για αυτούς που κρύβουν την πραγματική
    2 KB (112 words) - 07:21, 29 September 2017
  • θαυμάσιος («εξαίσιο ταξίδι») 2. (επίρρ. εξαίσια και εξαισίως πάρα πολύ, πολύ ωραία, υπέροχα νεοελλ. γοητευτικός («εξαίσιο παρουσιαστικό») αρχ.-μσν. εκπληκτικός
    1 KB (74 words) - 06:39, 29 September 2017
  • εὐτυχίαν, ἐπὶ τῆς Ἀφροδίτης, Σοφ. Τρ. 515, Ἀνθ. Π. 5. 545 · ἐπὶ νύμφης, ὡραία, Σοφ. Ἀντ. 795. ος, ον : 1 dont la couche est désirable; 2 propice aux
    2 KB (159 words) - 15:50, 30 June 2020
  • γῆς βλαστήματα, τά, γῆς φυτά τά, P. τὰ ἐκ τῆς γῆς φυόμενα. (Plato), τὰ ὡραῖα. he who provides the seed is responsible for the crop: P. ὁ τὸ σπέρμα παρασχὼν
    2 KB (152 words) - 08:50, 20 May 2020
  • μοιάζει με ζωγραφιά», Βιζυην.) 3. φρ. «είναι ζωγραφιά» — είναι ωραίος ή ωραία μσν. αγιογραφία μσν.-αρχ. ζωγραφική τέχνη αρχ. 1. το ζωγράφισμα 2. (για πρόσ
    1 KB (102 words) - 07:16, 29 September 2017
  • εἰς ὄνυχα, ad unguem expressit, Διον. Ἁλ. π. Δημ. 13· σύμπηξις εἰς ὄνυχα, ὡραία, λεπτή, τελεία ἁρμογή, ὡς τὸ Λατ. committere in unguem, Γαλην. 4, σ. 11·
    29 KB (2,987 words) - 17:55, 8 July 2020
  • 1. (επιφών. επιδοκιμασίας και θαυμασμού) εύγε, έξοχα, πολύ ωραία 2. ειρωνικά και σε εκφράσεις αποδοκιμασίας («μπράβο σου, το έσπασες το ποτήρι») 3. (ως
    632 bytes (45 words) - 11:55, 29 September 2017
  • «ἐπιτελῆ, εἰς πέρας ἀγόμενα» Σουΐδ.: ― ἐπὶ γυναικός, ἡ ἐν ὥρᾳ γάμου, «ἐπιτελής· ὡραία γαμεῖσθαι» Ἡσύχ. ― Ἐπίρρ. -έως, ἐπὶ τέλους, Ἀρετ. π. Αἰτ. Χρον. Παθ. 2. 8
    6 KB (452 words) - 15:35, 4 July 2020
  • εὐπροσωπία, ἡ (Α) ευπρόσωπος ωραία όψη, ωραία εμφάνιση. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    134 bytes (17 words) - 07:15, 29 September 2017
  • ξεθώριασε) 3. βλέμμα («ελόγιασα να τή θωρώ, κι ώς τη θωριά να σώνω», Ερωτόκρ.) 4. ωραία όψη, ευχάριστη όψη («φέρνει μόσχους και θωριές εις τ' άνθη μ' ένα φίλημα»
    923 bytes (78 words) - 07:18, 29 September 2017
  • κριθῶν, οἷσι δὴ καὶ τὰ ἅπαντα ἀκολουθείτω τὰ ἄλλα ὡραῖα νεμόμενα, Legg. VIII, 847 e. – Dah. ἡ ὡραία, sc. ὥρα, die Jahreszeit, in welcher die Feldfrüchte
    7 KB (740 words) - 14:35, 14 January 2019
  • Σοφ.) 3. αυτός που βρίσκεται σε ευωρία, σε ωραία εποχή, σε καλή ώρα 4. (κατά τον Ησύχ.) «εὔωρος γῆ, ἡ τὰ ὡραία ἔχουσα», καρποφόρος. [ΕΤΥΜΟΛ. < εύ + ὤρα «φροντίδα»
    3 KB (231 words) - 14:10, 30 June 2020
  • μου» — γίνεται ό,τι θέλω δ) «περνάει η μπογιά της» — διατηρείται ακόμη η ωραία της εμφάνιση ε) «περασμένα ξεχασμένα» — πρέπει να αντιμετωπίζει κανείς δυσάρεστες
    6 KB (474 words) - 12:17, 29 September 2017
  • (για ανθρώπους και κυρίως για γυναίκες) αυτός που έχει αρμονικές γραμμές, ωραία σωματική διάπλαση και ωραίες αναλογίες. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλλ(ι)- + -γραμμος (<
    731 bytes (48 words) - 07:20, 29 September 2017
  • 1. ντύνω κάποιον ωραία, κομψά 2. ντύνω κάποιον με καλά ρούχα 3. (η μτχ. παθ. παρκμ.) καλοντυμένος, -η, -ο 1. ντυμένος ωραία, κομψά 2. ντυμένος με επίσημη
    381 bytes (37 words) - 06:37, 29 September 2017
  • μουσικών οργάνων 4. ναυτ. είδος ιστίου 5. φρ. α) «έχει δυνατή πένα» — γράφει ωραία β) «στην πένα» — άψογα, έξοχα, τέλεια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. penna < λατ. penna
    1 KB (106 words) - 11:45, 9 January 2019
  • Ομοιότητα στον σχηματισμό παρουσιάζει το αρχ. ινδ. sudiv-, su-div-a-m «ωραία μέρα»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1 KB (97 words) - 06:33, 29 September 2017
  • сезон = ὡραία, ὡραίη Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet | Glosbe |
    52 bytes (38 words) - 09:50, 14 October 2019
  • Or.23(42).20, 36(48).120, Philostr.Ep.16. Τέμπεα: συνῃρ. Τέμπη, τά, ἡ ὡραία κοιλὰς ἡ μεταξὺ τοῦ Ὀλύμπου καὶ τῆς Ὄσσης, δι’ ἧς ὁ Πηνειὸς ῥέων ἐκβάλλει
    4 KB (324 words) - 14:29, 30 June 2020
  • και όμορφος, -η, -ο αυτός που έχει ωραία όψη, ο νόστιμος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    124 bytes (20 words) - 07:08, 29 September 2017
  • -α, -ο (AM καλλιπάρειος, -ον) αυτός που έχει ωραίες παρειές, ωραία μάγουλα. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλλ(ι)- + -πάρειος (< παρειά «μάγουλο»), πρβλ. λευκο-πάρειος, χαλκο-πάρειος]
    519 bytes (32 words) - 06:38, 29 September 2017
  • -ο (Α ἄγευστος, -ον) 1. αυτός που δεν έχει γεύση 2. αυτός που δεν έχει ωραία γεύση, ανούσιος, άνοστος 3. αυτός που δεν δοκίμασε, που δεν γνώρισε κάτι
    919 bytes (69 words) - 06:30, 29 September 2017
  • -ές (ΑΜ εὐειδής, -ές) αυτός που έχει ωραία μορφή (είδος), ο ωραίος, ο όμορφος («γυνή προσελθούσα καλή και ευειδής», Παπαδ.) αρχ. το ουδ. ως ουσ. τὸ εὐειδές
    736 bytes (52 words) - 07:14, 29 September 2017
  • και αποτελεί το παλαιότερο ίσως άθυρμα του ανθρώπινου γένους 2. μτφ. πολύ ωραία και κομψή γυναίκα («κούκλα είσαι μ' αυτό το ντύσιμο») 3. ομοίωμα ανθρώπου
    2 KB (121 words) - 07:25, 29 September 2017
  • μέντἄν διετέθην Ἀριστοφ. Ὄρν. 1692. 2) ἄνευ ῥήματός τινος, ὡς καὶ νῦν, εὖγε, ὡραῖα! πολὺ καλὰ! Λατ. cuge! Πλάτ. Γοργ. 494C, κ. ἀλλ.· διπλοῦν, εὖγ’, εὖγε Ἀριστοφ
    7 KB (624 words) - 13:40, 4 July 2020
  • εὐάμπελος, -ον (Α) 1. αυτός που έχει ωραία αμπέλια («Σαλαμῑνα τὴν εὐάμπελον», Στράβ.) 2. αυτός που είναι κατάλληλος για ωραία αμπέλια 3. επίθ. του Διονύσου.
    513 bytes (37 words) - 07:13, 29 September 2017
  • εὐχαίτης, ὁ (Α) 1. (για άλογα) αυτός που έχει ωραία χαίτη 2. (για πρόσ.) αυτός που έχει ωραία μαλλιά («πρὸς εὐχαίτεω Γανυμήδεος», Καλλ.) 3. ως επίθ. του
    695 bytes (56 words) - 07:15, 29 September 2017
  • ἡδυσώματος, -ον (Α) αυτός που έχει ωραίο σώμα, ωραία μορφή (ως αντίθ. του ἡδυγνώμων). [ΕΤΥΜΟΛ. < ηδυ- + -σώματος (< σώμα), πρβλ. α-σώματος, φιλο-σώματος]
    507 bytes (32 words) - 06:35, 29 September 2017
  • μνημονεύεται ἐκ τοῦ Διον. Ἀρεοπαγ.· - καλλιέργημα, τό, καὶ καλλιεργία, ἡ, ὡραία ἐργασία, Εὐσ. ἐν Βίῳ Κωνστ. 3. 31, 2. - Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 398
    1 KB (70 words) - 12:45, 1 July 2020
  • καλὸν πετράδιον, ὡραία ψηφίς, «λίθοι.. ὅμοιαι καλολάϊγξιν, αἷς παίζουσιν αἱ κόραι» Τζέτζ. Ἱστ. 7. 254. καλολάιγξ, -ιγγος, ἡ (Μ) ωραία ψηφίδα, όμορφο πετραδάκι
    1 KB (53 words) - 21:15, 30 June 2020
  • θεῷ make them pay a tithe to Apollo, Hdt.7.132; of things, δ. τὰ ἐξ ἀγροῦ ὡραῖα tithe them (as an offering)... X.An.5.3.9; δ. τοὺς Θηβαίους τοῖς θεοῖς Plb
    12 KB (1,150 words) - 22:30, 7 July 2020
  • εὔνυμφος, -ον (Α) αυτός που ανήκει σε ωραία νύφη ή που έχει ωραία νύφη («εὔνυμφον λέχος» — κρεβάτι ωραίας νύφης ή που έχει ωραία νύφη). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + νύμφη.
    448 bytes (36 words) - 07:14, 29 September 2017
  • Α και εὖ γε) (επιφών. επιδοκιμασίας, συχνά σε διπλή ή και τριπλή εκφορά) ωραία! πολύ καλά! μπράβο! («εὖγε, ὦ βέλτιστε», Πλάτ.) αρχ. 1. επίρρ. (σε απαντήσεις
    1 KB (81 words) - 07:14, 29 September 2017
  • ζαργάνη) νεοελλ. 1. (ιχθυολ.) λαϊκή ονομ. του ψαριού βελόνη η οξεία 2. μτφ. ωραία, ελκυστική και καμαρωτή γυναίκα αρχ. το ψάρι ταινία. [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. < αρχ
    539 bytes (40 words) - 06:35, 29 September 2017
  • και καρδία μυλωνά» — λέγεται για πρόσωπα ή πράγματα επιφανειακά μεν πολύ ωραία, αλλά κατά βάθος άσχημα β) «όλοι κλαίνε τον πόνο τους κι ο μυλωνάς τ' αυλάκι»
    2 KB (172 words) - 11:25, 14 January 2019
  • εὐείμων, -ον (Α) ωραία ντυμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -ειμων (< είμα «ένδυμα» < έννυμι «ενδύομαι»), πρβλ. κακο-είμων, μελαν-είμων]. Αναζήτηση σε: Google |
    484 bytes (26 words) - 07:14, 29 September 2017
  • βόρεια πλευρά και το κέντρο του ναού και, μπαίνοντας πάλι στο ιερό από την Ωραία Πύλη, τά αποθέτει στην Αγία Τράπεζα «τὰ ἅγια τοῑς ἁγίοις», λειτουργική φράση
    1 KB (127 words) - 06:31, 29 September 2017
  • , ὡς θηλ. κύριον ὄνομα ἡ Πανδώρα, δηλ. ἡ παρὰ πάντων λαβοῦσα δῶρα, γυνὴ ὡραία πλασθεῖσα ὑπὸ τοῦ Ἡφαίστου καὶ λαβοῦσα δῶρα παρὰ πάντων τῶν θεῶν ὅπως ἑλκύσῃ
    5 KB (405 words) - 13:40, 1 July 2020
  • ἱμερόγυιος, -ον (Α) αυτός που έχει ωραία μέλη του σώματος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἵμερος + -γυιος (< γυῖον), πρβλ. αγλαό-γυιος, λιπό-γυιος]. Αναζήτηση σε: Google
    450 bytes (28 words) - 06:37, 29 September 2017
  • -η, -ο αυτός που έχει κτιστεί με ωραία μάρμαρα («καλλιμάρμαρο στάδιο»). [ΕΤΥΜΟΛ. < καλλ(ι)- + -μάρμαρος (< μάρμαρο), πρβλ. ολο-μάρμαρος, πολυ-μάρμαρος
    486 bytes (30 words) - 07:20, 29 September 2017
  • («τον πρύτανη πλαισιώνουν ικανά στελέχη») β) περιβάλλω κάτι σαν πλαίσιο («ωραία κτήρια πλαισιώνουν την πλατεία»). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    570 bytes (47 words) - 12:04, 29 September 2017
  • -ον (ΑΜ, Α και δωρ. τ. εὐάμερος, -ον) αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε ωραία ή ευτυχισμένη μέρα («λευκὸν εὐάμερον φάος», Σοφ.) αρχ. 1. χαρούμενος, ευτυχισμένος
    779 bytes (56 words) - 07:14, 29 September 2017
  • εὔκραιρος, -ον και εὐκραίρη, -ον, επικ. τ. ἐΰκραιρος, -ον (Α) 1. αυτός που έχει ωραία κέρατα (α. «εὐκραίρῳ βοΐ», Αισχύλ. β. «εὐκραίρῳ ἀμνῷ», Οππ.) 2. (για πλοίο)
    708 bytes (54 words) - 06:34, 29 September 2017
  • ἔμορφος, -η, -ο και ὄμορφος, -η, -ο (ΑΜ εὔμορφος, -ον) 1. αυτός που έχει ωραία μορφή, ωραίος, καλοκαμωμένος («εὐμόρφων δὲ κολοσσῶν ἔχθεται χάρις ἀνδρί»
    5 KB (383 words) - 14:50, 4 July 2020
  • надлежащее время = ὡραία, ὡραίη Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    52 bytes (39 words) - 03:25, 14 October 2019
  • к весне = ὡραία Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet | Glosbe | Wordreference
    35 bytes (38 words) - 08:05, 15 October 2019
  • подходящая пора = ὡραία, ὡραίη Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet |
    52 bytes (39 words) - 23:50, 13 October 2019
  • εύκερως γένος υμενόπτερων εντόμων αρχ. αυτός που έχει ωραία κέρατα. επίρρ... εὐκεράως (Α) με ωραία κέρατα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -κερως, (< κέρας), πρβλ. ά-κερως
    824 bytes (56 words) - 11:25, 14 January 2019
  • θάλασσα νεοελλ. 1. (ως προσηγορικό) νύμφη τών υδάτων, νεράιδα 2. μτφ. πολύ ωραία γυναίκα, λυγερή κοπέλα αρχ. (στον εν.) Νηρηΐς α) τίτλος έργου του Αναξανδρίδου
    1 KB (91 words) - 11:58, 29 September 2017
  • καρπός, ἄροτος, στάχυς, γῆς βλαστήματα, γῆς φυτά, τὰ ἐκ τῆς γῆς φυόμενα, τὰ ὡραῖα ⇢ Look up "fruits of the earth" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC
    210 bytes (34 words) - 19:56, 7 June 2020
  • ἄροτος, στάχυς, γῆς βλαστήματα, γῆς φυτά τά, τὰ ἐκ τῆς γῆς φυόμενα, τὰ ὡραῖα ⇢ Look up "fruit of the soil" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC |
    215 bytes (35 words) - 19:40, 22 May 2020
  • -η, -ο αυτός που έχει ωραία όψη. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλ(ο)- + -θωρος (< θωρώ), πρβλ. γλυκό-θωρος, κακό-θωρος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    392 bytes (26 words) - 07:20, 29 September 2017
  • μεγαλοευπώγων, -ωνος, ὁ (Α) αυτός που έχει μακριά και ωραία γενειάδα. [ΕΤΥΜΟΛ. < μεγαλ(ο)- + -εὐπώγων. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    341 bytes (24 words) - 07:36, 29 September 2017
  • εὐλείμων, -ον, ποιητ. τ. ἐϋλείμων, -ον (Α) αυτός που έχει ωραία λιβάδια («οὐ γάρ τις νήσων ἱππήλατος οὐδ' εὐλείμων», Ομ. Οδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + λειμών «λιβάδι»]
    447 bytes (34 words) - 06:34, 29 September 2017
  • το φυτό με ωραία άνθη (συνήθως θερμοκηπίου) της οικογένειας ακανθίδες (acanthaceae). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    176 bytes (20 words) - 07:13, 29 September 2017
  • (για το βλέμμα) γυρίζω γλυκά, στρέφω με χάρη («στον χορό γλυκογυρίζουν ωραία μάτια ερωτικά», Δ. Σολ.). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    217 bytes (25 words) - 07:02, 29 September 2017
  • (ἐπάξω ἐπ' ἐμαυτὸν κατάραν, οὐκ εὐλογίαν», ΠΔ) αρχ. 1. ωραίος λόγος, καλή, ωραία έκφραση («εὐλογία καὶ εὐαρμοστία καί... εὐρυθμία», Πλάτ.) 2. ευηχία λόγου
    5 KB (351 words) - 07:14, 29 September 2017
  • ἀγλαόπαις (-αιδος), ο, η (Α) αυτός που έχει πολλά και ωραία παιδιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγλαός + παῖς. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    315 bytes (24 words) - 06:31, 29 September 2017
  • ἀγλαόγυιος, -ον (Α) αυτός που έχει ωραία τα μέλη του σώματος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγλαός + γυῖον. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    305 bytes (23 words) - 06:31, 29 September 2017
  • εὔτοξος, -ον (Α) (για τη φαρέτρα) αυτή που έχει ωραία τόξα ή βέλη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + τόξον. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    304 bytes (25 words) - 07:15, 29 September 2017
  • εὔγραφος, -ον (Μ) ωραία ζωγραφισμένος ή διακοσμημένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + γραφή]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    285 bytes (19 words) - 06:33, 29 September 2017
  • εὔδενδρος, -ον (Α) αυτός που έχει πολλά ή ωραία δέντρα («εὔδενδρον τέμενος», Σιμων.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + δένδρον. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    356 bytes (25 words) - 06:34, 29 September 2017
  • εὔνησος, -ον (Α) αυτός που έχει ωραία νησιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + νήσος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    264 bytes (20 words) - 07:14, 29 September 2017
  • εὔοφρυς, -υ (ΑΜ) αυτός που έχει ωραία φρύδια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + οφρύς «φρύδι»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    285 bytes (21 words) - 07:15, 29 September 2017
  • εὐσχήμων, -ον (ΑΜ) 1. αυτός που έχει ωραίο σχήμα, ωραία εμφάνιση 2. ευπρεπής, κόσμιος στην εμφάνιση και στη συμπεριφορά 3. πρόκριτος, προύχοντας, ευκατάστατος
    1 KB (77 words) - 07:15, 29 September 2017
  • Ἀθην. 517Ε· οὕτω, καλὸς ἰδέᾳ Πινδ. Ο. 10 (11). 123· ὡσαύτως, χορῷ καλή, ὡραία ἐν τῷ χορῷ, Ἰλ. Π. 180· κάλλιστος... ποικίλμασιν ἠδὲ μέγιστος Ζ. 294, Ὀδ
    114 KB (11,486 words) - 18:00, 7 July 2020
  • και καρδία μυλωνά» — επιβλητική και ωραία εξωτερική εμφάνιση χωρίς ουσιαστική αξία νεοελλ.-μσν. 1. στολισμός 2. ωραία εξωτερική εμφάνιση, θωριά μσν.-αρχ
    20 KB (1,837 words) - 08:45, 8 July 2020
  • εὐῶπις, -ιδος, ἡ (Α) αυτή που έχει ωραία μάτια, ωραία όψη («εὐώπιδα κούρην», Ομ. Οδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < θηλυκό του εύωψ βλ. λ.]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    335 bytes (30 words) - 07:15, 29 September 2017
  • χρησιμοποιείται ως υποστήριγμα 2. μτφ. α) κομμάτι ξερού ψωμιού β) εύσωμη και ωραία γυναίκα, αλλ. κόμματος. [ΕΤΥΜΟΛ. < βεν. taco]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    449 bytes (36 words) - 12:57, 29 September 2017
  • και θεραπεύονται εύκολα τα τραύματα και οι πληγές του μσν. αυτός που έχει ωραία σάρκα, εύσαρκος, καλοκάμωτος, καλοσχηματισμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλ(ο)- + -σαρκος
    823 bytes (55 words) - 07:21, 29 September 2017
  • λιοντάρι) αυτός που έχει ωραία χαίτη («λέων... ἠϋγένειος», Ομ. Οδ.) 2. (για άνδρες και για τον θεό Πάνα) αυτός που έχει ωραία γένια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + γένειον
    3 KB (222 words) - 15:51, 1 July 2020
  • στενοί συγγενείς β) στενοί φίλοι 7. φιλικός, πολύ γνώριμος («αισθάνθηκα πιο ωραία, όταν βρέθηκα σε οικείο περιβάλλον») νεοελλ. 1. αυτός τον οποίο γνωρίζει
    5 KB (425 words) - 12:45, 15 February 2019
  • προκαλείται από το ποτό («το κρασί δεν έχει καλό πιόσιμο» — το κρασί δεν αφήνει ωραία γεύση στο στόμα) 4. ως επίθ. αυτό που μπορεί κανείς να πιει, το πόσιμο. [ΕΤΥΜΟΛ
    842 bytes (75 words) - 12:18, 29 September 2017
  • (φουστανέλα, φέσι, τσαρούχια), τσολιάς μσν.-αρχ. 1. (για γυναίκα) ζωσμένη ωραία, με λεπτή μέση, κομψή 2. ντυμένος ελαφρά, ζωσμένος, έτοιμος για αγώνα ή πορεία
    2 KB (111 words) - 07:14, 29 September 2017
  • -ές (ΑΜ εὐανθής, -ές) 1. αυτός που έχει ή παράγει ωραία και πολλά άνθη («εὐανθὴς καὶ εὐώδης τόπος», Πλάτ.) 2. ανθηρός, θαλερός, ωραίος αρχ. 1. αυτός που
    2 KB (117 words) - 12:25, 15 February 2019
  • επίρρ... ζωγραφιστά 1. με ζωγραφιά, με ζωγραφικό τρόπο 2. περίτεχνα, με ωραία διακόσμηση. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1 KB (91 words) - 07:16, 29 September 2017
  • Scherz von Plat. Rep. VII, 527 a gebildet; Themist. καλλίπολις: -εως, ἡ, ὡραῖα πόλις, Πλάτ. Πολ. 527C· συχν. ὡς κύριον ὄνομα, Ἡρόδ, Ἡρόδ. 7. 154, κτλ.
    2 KB (109 words) - 21:18, 30 June 2020
  • oscureció en su ira el Señor a la hija de Sión? LXX La.2.1, γνοφωθήσονται τὰ ὡραῖα τῆς ἐρήμου Aq.Ps.64.13. Source: γνοφόω
    699 bytes (43 words) - 15:19, 9 March 2020
  • Étymologie: κάλλος, ὤψ. (AM καλλωπίζω) 1. κάνω ωραίο το πρόσωπο κάποιου ή δίνω ωραία όψη στην εξωτερική εμφάνιση, ομορφαίνω («τήν πόλιν καταχρυσοῦντας και καλλωπίζοντας
    12 KB (1,021 words) - 18:00, 7 July 2020
  • ἐϋπλόκαμος, -ον, θηλ. και ἐϋπλοκαμίς, -ῑδος)] αυτός που έχει ωραίες πλεξούδες, ωραία κόμη νεοελλ. ζωολ. το αρσ. ως ουσ. ο ευπλόκαμος γένος πτηνών της οικογένειας
    1,009 bytes (77 words) - 11:15, 14 January 2019
  • η, Ν 1. είδος νεράιδας, αερικό της κελτικής μυθολογίας 2. μτφ. κομψή, ωραία γυναίκα. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. γαλλ. sylphide < νεολατ
    859 bytes (68 words) - 12:36, 29 September 2017
  • with beautiful leaves, Thphr.HP5.3.2. καλόφυλλος, -ον (Α) αυτός που έχει ωραία φύλλα. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλ(ο)- + -φυλλος (< φύλλον), πρβλ. λευκό-φυλλος, μεγαλό-φυλλος]
    899 bytes (36 words) - 10:00, 1 July 2020
  • ἐριώπης, ὁ, (θηλ. ἐριῶπις) (Α) αυτός που έχει μεγάλα, ωραία μάτια. [ΕΤΥΜΟΛ. < επιτ. μόριο ερι- + -ωπης (< ωψ «οφθαλμός» που απαντά μόνο ως β’ συνθετικό
    606 bytes (40 words) - 07:14, 29 September 2017
  • ο αυτός που έχει ωραία εμφάνιση ή γλυκούς τρόπους. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    117 bytes (18 words) - 06:27, 29 September 2017
  • ο γέρος με ωραία, αρρενωπή κορμοστασιά ή και με δυναμικό, ανυπότακτο χαρακτήρα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    178 bytes (21 words) - 07:31, 29 September 2017
  • εὐηλάκατος, -ον (αιολ. τ. εὐαλάκατος) (Α) (για γυναίκα) αυτή που έχει ωραία ηλακάτη, ρόκα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + ηλακάτη «ρόκα»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    381 bytes (27 words) - 07:14, 29 September 2017
  • (Α) 1) (για την Αφροδίτη) αυτός που παρέχει συζυγική ευτυχία 2. (για νύφη) ωραία («ἵμερος εὐλέκτρου νύμφας», Σοφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + λέκτρον «κλίνη (συζυγική)»
    572 bytes (36 words) - 07:14, 29 September 2017
  • έχει ωραίους κίονες («εὐστύλων ναῶν», Ευρ.) 2. (για ναό) αυτός που έχει ωραία διάταξη τών κιόνων, με αρμονικές αποστάσεις μεταξύ τους. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ +
    514 bytes (39 words) - 06:34, 29 September 2017
  • ἐριστάφυλος, -ον (Α) 1. (για κρασί) αυτός που είναι παρασκευασμένος από μεγάλα, ωραία σταφύλια 2. (για τόπο) αυτός που είναι πλούσιος σε σταφύλια 3. επίθ. του
    630 bytes (45 words) - 07:13, 29 September 2017
  • εὐειματῶ, -έω (Α) ευείματος είμαιντυμένος ωραία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    114 bytes (15 words) - 07:14, 29 September 2017
  • -ον, ΜΑ (ως ερμ. της λ. εὐῶπις) αυτός που έχει ωραία μάτια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὡραῖος + -όφθαλμος (< ὀφθαλμός), πρβλ. μεγαλ-όφθαλμος]. Αναζήτηση σε: Google |
    429 bytes (28 words) - 06:30, 29 September 2017
  • εὐάρματος, -ον (Α) 1. αυτός που έχει ωραία άρματα («εὐαρμάτου ἄλσους», Σοφ.) 2. νικητής στο αγώνισμα της αρματηλασίας («εὐάρματον ἄνδρα», Πίνδ.). [ΕΤΥΜΟΛ
    643 bytes (39 words) - 07:14, 29 September 2017
  • το 1. διασκέδαση, φαγοπότι 2. (ως επίρρ.) φρ. «τήν περνάω ζέφκι» — περνάω ωραία, διασκεδάζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. zevk]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    385 bytes (28 words) - 07:15, 29 September 2017
  • καλοφτ(ε)ιασμένος, -η, -ο α) καλοδουλεμένος, καλοκαμωμένος β) (για πρόσ.) αυτός που έχει ωραία σωματική διάπλαση, ο καλά διαπλασμένος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    650 bytes (57 words) - 07:21, 29 September 2017
  • αρσ. ως ουσ. ὁ εὔγραμμος ο καλλιγράφος 3. το ουδ. ως ουσ. τὸ εὔγραμμον η ωραία εμφάνιση, η αρμονική γραμμή («τῶν ὀφρύων τὸ εὔγραμμον»). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ +
    1 KB (73 words) - 12:25, 15 February 2019
  • οποία τότε διαβαζόταν από τον ιερέα πίσω από τον άμβωνα, ενώ σήμερα από την Ωραία Πύλη). [ΕΤΥΜΟΛ. < οπισθ(ο)- + ἄμβων, -ωνος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    664 bytes (51 words) - 12:10, 29 September 2017
  • που έχει καλά και γρήγορα πόδια, ο ταχύς μσν. 1. (για ρυθμό στο στίχο) με ωραία συνθεμένους πόδες, με ρέοντα ρυθμό 2. φρ. «εὔπους ἥβη» — η βιαστική νιότη
    685 bytes (55 words) - 07:14, 29 September 2017
  • βημόθυρα, τα (AM βημόθυρον, το, Μ και βημόθυρα, η) η μεσαία πύλη του Ιερού, η Ωραία Πύλη του χριστιανικού ναού. [ΕΤΥΜΟΛ. < βήμα + θύρα. Αναζήτηση σε: Google
    390 bytes (34 words) - 07:00, 29 September 2017
  • «μια χούφτα» — ελάχιστη ποσότητα ή ελάχιστο πλήθος ιβ) «μια χαρά» — πολύ ωραία («τά κατάφερα μια χαρά») ιγ) «είμαι μια χαρά» — είμαι πολύ καλά ιδ) «μία-μία»
    5 KB (429 words) - 09:25, 8 July 2020
  • εὔνυμφος, -ον (Α) αυτός που ανήκει σε ωραία νύφη ή που έχει ωραία νύφη («εὔνυμφον λέχος» — κρεβάτι ωραίας νύφης ή που έχει ωραία νύφη). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + νύμφη.
    871 bytes (48 words) - 16:40, 30 June 2020
  • καλλίπαις θεά, schönes Kind, Eur. Or. 962. καλλίπαις: παιδος, ὁ, ἡ, ἔχων ὡραῖα τέκνα, εἰ μή σε Λητὼ καλλίπαις ἐγίνατο Τραγ. παρὰ Γαλην. 11. 483· καλ. πότμος
    4 KB (366 words) - 12:20, 6 July 2020
  • (Egypt, ii B.C.), Hdn.8.2.3 (Pass.), etc.:—Med., cause to be brought down, ὡραῖα πλοίοις Pl.Criti.118e.    2 bring into harbour, ναῦν D. 50.55; ναῦν Ἀθήναζε
    7 KB (622 words) - 10:05, 1 July 2020
  • στολίς. vestir ΝΜΑ στόλος / στολή 1. διακοσμώ, κοσμώ, καλλωπίζω, ντύνω με ωραία ενδύματα και κοσμήματα (α. «στολίζουν τη νύφη» β. «νέον τινὰ στολίσαντες
    7 KB (553 words) - 19:26, 7 July 2020
  • ἠΰκομος, -ον (Α) 1. (για θεές και ευγενείς γυναίκες) αυτή που έχει ωραία κόμη, ωραία μαλλιά, η καλλίκομος 2. (για ζώα) αυτός που έχει καλό, ωραίο μαλλί
    1,006 bytes (74 words) - 06:40, 29 September 2017
  • χρωματισμό, ωραίες αποχρώσεις μσν. (για πρόσ.) αυτός που έχει ωραία εξωτερική εμφάνιση, ωραία θωριά. επίρρ... θωριακά με ωραίο χρωματισμό, με επιτυχημένο
    590 bytes (48 words) - 07:18, 29 September 2017
  • εὐπάρθενος, -ον (Α) 1. (για πόλη ή χώρα) αυτός που έχει ωραία κορίτσια, ωραίες παρθένους 2. ωραία κόρη («εὐπάρθενε Δίρκα», Ευρ.) 3. αγνή κόρη («Ἄρτεμι..
    732 bytes (47 words) - 07:15, 29 September 2017
  • κατσαρές») 6. φρ. α) «παρά τρίχα» — λίγο έλειψε, παρά λίγο β) «στην τρίχα» — πολύ ωραία, πολύ κομψά γ) «ήλθε στην τρίχα» — κινδύνευσε πολύ δ) «στέκεται στην τρίχα»
    9 KB (751 words) - 14:47, 1 July 2020
  • πρόσωπον, καλὴ ὄψις, Διον. Ἁλ. 3. 11. εὐπροσωπία, ἡ (Α) ευπρόσωπος ωραία όψη, ωραία εμφάνιση. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    691 bytes (35 words) - 14:05, 30 June 2020
  • μηρί’ εὐτρίχων τε μήλων Βακχυλίδ. Ἀποσπ. 4. 5 (ἔκδ. Blass)· ἐπὶ πτηνῶν, ἔχων ὡραῖα πτερά, Θεόκρ. 18. 57. II. κατεσκευασμένος ἐξ ἰσχυρῶν τριχῶν, ἐπὶ ἁλιευτικῆς
    3 KB (211 words) - 08:36, 8 July 2020
  • μέση και στη συνέχεια με σώμα ψαριού που έχει μία ή δύο ουρές 2. γυναίκα ωραία και χαριτωμένη 3. μεγαλόσωμη, δύστροπη γυναίκα 4. ακρόπρωρο καραβιού. [ΕΤΥΜΟΛ
    1 KB (90 words) - 06:26, 29 September 2017
  • μουσκάτος, -η, -ο (Μ μοσχάτος και μοσκάτος, -η, -ον) 1. αυτός που μυρίζει ωραία σαν το αρωματικό φυτό μόσχος, ευωδιαστός («μοσχάτα λουλούδια», Βιζυην.) 2
    1 KB (85 words) - 07:39, 29 September 2017
  • esp. of the earth, yield, καρπόν Plu.Cam.15, cf. Hp.Aër.12, E.Fr.484.4; ὡραῖα Th.3.58.    2 send up, Φερσεφόνα . . ἀνδιδοῖ ψυχὰς πάλιν Pi.Fr.133.3.    3
    21 KB (2,065 words) - 16:15, 2 July 2020
  • ἀριστεύει πάλαι (N. 10.10) -η, -ο (Α καλλίκομος, -ον) 1. αυτός που έχει ωραία κόμη, ωραία μαλλιά («ὅς μοι παλλακίδος περιχώσατο καλλικόμοιο», Ομ. Ιλ.) 2. (για
    4 KB (270 words) - 10:02, 1 July 2020
  • εὐβλέφαρος, -ον (Α) αυτός που έχει ωραία βλέφαρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + βλέφαρον. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr
    279 bytes (20 words) - 07:13, 29 September 2017
  • εὐίσχιος, -ον (ΑΜ) αυτός που έχει ωραία ισχία, ωραίους γλουτούς (α. «Μηνοφίλαν εὐίσχιον» β. «εὐίσχιοι βόες»). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    222 bytes (25 words) - 07:14, 29 September 2017
  • εὔπρυμνος, -ον (Α) με ωραία πρύμνη («νῆες... εὔπρυμνοι», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + πρυμνός «πρύμνη»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    340 bytes (23 words) - 07:15, 29 September 2017
  • ἐρασίπτερος, -ον (Α) αυτός που έχει εράσμια, πολύ ωραία φτερά. [ΕΤΥΜΟΛ. Για το α’ συνθετικό βλ. ερασίμολπος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    277 bytes (26 words) - 06:32, 29 September 2017
  • καλολάιγξ, -ιγγος, ἡ (Μ) ωραία ψηφίδα, όμορφο πετραδάκι. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλ(ο)- + λάιγξ, -γγος, ἡ «μικρός λίθος»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    374 bytes (25 words) - 07:21, 29 September 2017
  • εὔφυλλος, -ον (Α) αυτός που έχει πολλά και ωραία φύλλα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + φύλλον. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    289 bytes (22 words) - 07:15, 29 September 2017
  • ἀγλαόβοτρυς (-υος), -υ (Α) αυτός που έχει πολύ ωραία, έξοχα σταφύλια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγλαός + βότρυς. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    318 bytes (23 words) - 06:31, 29 September 2017
  • ἀγλαόδενδρος, -ον (Α) αυτός που έχει ωραία δέντρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγλαός + δένδρον. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    285 bytes (20 words) - 06:31, 29 September 2017
  • εἰς Πινδ. Ο. 10 (11). 91. -ον, ΜΑ (ως ερμ. της λ. εὐῶπις) αυτός που έχει ωραία μάτια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὡραῖος + -όφθαλμος (< ὀφθαλμός), πρβλ. μεγαλ-όφθαλμος]
    1 KB (52 words) - 06:30, 29 September 2017
  • εὐδάκτυλος, -ον (ΑΜ) αυτός που έχει ωραία δάκτυλα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    115 bytes (17 words) - 07:14, 29 September 2017
  • καλλίθριξ, -τριχος (Α) 1. αυτός που έχει ωραία μαλλιά, ωραίο τρίχωμα («καλλίτριχα μῆλα», Ομ. Οδ.) 2. αυτός που έχει ωραία χαίτη («καλλίτριχας ἵππους», Ομ. Ιλ
    3 KB (261 words) - 10:00, 1 July 2020
  • καλλιγραφίας νεοελλ.-μσν. αυτός που έχει ωραίο γραφικό χαρακτήρα, που γράφει πολύ ωραία μσν.-αρχ. ικανός, επιδέξιος αντιγραφέας παπύρων και κωδίκων. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλλ(ι)-
    2 KB (124 words) - 18:59, 29 June 2020
  • schönen Augenlidern, Augen, Probl. 16 (XIV, 122). εὐβλέφᾰρος: -ον, ἔχων ὡραῖα βλέφαρα, Ἀνθ. Π. 14. 122. ος, ον : aux belles paupières, aux beaux yeux
    2 KB (89 words) - 15:40, 30 June 2020
  • εὐάμπελος, -ον (Α) 1. αυτός που έχει ωραία αμπέλια («Σαλαμῑνα τὴν εὐάμπελον», Στράβ.) 2. αυτός που είναι κατάλληλος για ωραία αμπέλια 3. επίθ. του Διονύσου.
    2 KB (131 words) - 14:45, 4 July 2020
  • καλοφωνίζω (Μ) τραγουδώ ωραία, γλυκά, γλυκοτραγουδώ. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος ενεστ. του καλοφωνῶ από τον αόρ. καλοφώνησα που συνέπιπτε με τον αόρ. -ισα
    435 bytes (35 words) - 07:21, 29 September 2017
  • ξεστομίζω, κοινολογώ 2. (το ουδ. μτχ. ως ο υ σ.) τo ἐκλαλοῡν η διατύπωση με ωραία, παραπλανητικά συνήθως, λόγια. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    300 bytes (32 words) - 07:07, 29 September 2017
  • -ισσα, -ικο 1. ο αγαπητικός, ο εραστής 2. νέος με ωραία εμφάνιση, ο εύσωμος, ο λεβέντης 3. ο γενναίος 4. ο κομψός 5. ο γενναιόδωρος. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ.
    490 bytes (38 words) - 06:58, 29 September 2017
  • ἔχων ὡραῖα φύλλα, Ἀνακρέοντ. 45. 3· πιθαν. γραφ. ἐν Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 5. 3, 2 (ἀντὶ καλόφυλλος). καλλίφυλλος, -ον (Α) 1. αυτός που έχει ωραία φύλλα
    1 KB (70 words) - 10:00, 1 July 2020
  • 9, 27; καλλιδενδρότατος τόπος Pol. 5, 19, 2. καλλίδενδρος: -ον, ἔχων ὡραῖα δένδρα, Πολύβ. 5. 19, 2, ἐν τῷ Ὑπερθ.: ― καλλιδενδρία, ἡ, δάσος ἐκ καλῶν
    2 KB (97 words) - 10:10, 1 July 2020
  • εύκερως γένος υμενόπτερων εντόμων αρχ. αυτός που έχει ωραία κέρατα. επίρρ... εὐκεράως (Α) με ωραία κέρατα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -κερως, (< κέρας), πρβλ. ά-κερως
    2 KB (139 words) - 08:35, 8 July 2020
  • πτερά, Νόνν. Δ. 10. 256. ἐρασίπτερος, -ον (Α) αυτός που έχει εράσμια, πολύ ωραία φτερά. [ΕΤΥΜΟΛ. Για το α’ συνθετικό βλ. ερασίμολπος]. Αναζήτηση σε: Google
    1 KB (64 words) - 15:38, 1 July 2020
  • τὰ ὡραῖα ⇢ Look up "the fruits of the season" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full
    51 bytes (23 words) - 12:15, 23 May 2020
  • (AM κτίσμα) κτίζω 1. ό,τι έχει κτιστεί, οικοδόμημα (α. «η πόλη έχει πολλά ωραία κτίσματα» β. «είναι κτίσμα της αρχαίας εποχής») 2. δημιούργημα, πλάσμα («εἰς
    4 KB (406 words) - 19:10, 29 June 2020
  • mss. εὐαλδές. εὐαλσής: -ές, (ἄλσος) ἔχων ὡραῖα ἄλση, Στραβ. 152. εὐαλσής, -ές (Α) αυτός που έχει ωραία άλση («νησίον εὐαλσές», Στράβ.). [ΕΤΥΜΟΛ. <
    1 KB (59 words) - 15:35, 30 June 2020
  • γαλάνα γαλάνα, η (δωρ. τ.) (Α) η γαλήνη («φρόνημα νηνέμου γαλάνας» — για την ωραία Ελένη, σαν ιδέα γαλήνης καλοκαιρινής, Αισχ.). Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    958 bytes (56 words) - 22:00, 30 December 2018
  • εὔπωλος, -ον (Α) (για περιοχή) με πολλά και ωραία πουλάρια, με ωραία άλογα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + πώλος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    326 bytes (25 words) - 06:34, 29 September 2017
  • καὶ ὥρα Plu.2.128d.    3 Ὥρα personified, like Ἥβη, Pi.N.8.1.    III = τὰ ὡραῖα, the produce of the season, fruits of the year, ἀπὸ τῆς ὥρας ἐτρέφοντο X
    62 KB (6,555 words) - 18:10, 8 July 2020
  • feet, Hsch. s.v. ἀργυρόπεζα. καλλίπους, -οδος, ὁ, ἡ (Α) αυτός που έχει ωραία πόδια. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλλ(ι)- + -πους (< πούς), πρβλ. γυμνό-πους, ωκύ-πους]
    855 bytes (40 words) - 09:58, 1 July 2020
  • παρειά. -ο (Α λευκοπάρειος, ιων. τ. λευκοπάρῃος, -ον) αυτός που έχει λευκά, ωραία μάγουλα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1 KB (95 words) - 16:15, 1 July 2020
  • εὐπρεπέστατος. Étymologie: εὖ, πρέπω. -ές (ΑΜ εὐπρεπής, -ές) 1. αυτός που έχει ωραία, σοβαρή και σεμνή εξωτερική εμφάνιση, ο ευπρόσωπος, ο ευπαρουσίαστος 2. ευγενικός
    10 KB (798 words) - 08:45, 8 July 2020
  • [ὁ στρατὸς] συνελέγετο Ἡρόδ. 8. 130· πρῷα τῶν καρπίμων, τὰ πρώϊμα, ὡς τὰ ὡραῖα, Ἀριστοφ. Σφ. 264· σικύων πρῴων ὁ αὐτ. ἐν Εἰρ. 1001, πρβλ. 1164 Θεοφρ. π
    2 KB (238 words) - 00:36, 10 January 2019
  • -ον, Μ αυτός που γράφει ωραία, καλλιγράφος («ὡραιογράφος χείρ», Στουδ. Θεόδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ὡραῖος + -γράφος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    343 bytes (23 words) - 06:16, 29 September 2017
  • εὐφανής, -ές (ΑΜ) αυτός που έχει καλή εμφάνιση, που φαίνεται ωραία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -φανης (< φαίνω), πρβλ. ευλογο-φανής, οφθαλμο-φανής]. Αναζήτηση σε:
    467 bytes (29 words) - 07:15, 29 September 2017
  • ἐρατωπός, -ή, -όν (Α) με πολύ ωραία, θαυμαστή εμφάνιση. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    121 bytes (18 words) - 07:13, 29 September 2017
  • εὐκόρυθος, -ον (Α) αυτός που φέρει ωραία περικεφαλαία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -κόρυθος (< κόρυς, -θος), πρβλ. ιππο-κόρυθος, τρι-κόρυθος. Αναζήτηση σε: Google
    451 bytes (27 words) - 07:14, 29 September 2017
  • καλοστόλιστος και καλοστόλισθος, -ον (Μ) καλοστολίζω ωραία, λαμπρά στολισμένος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    178 bytes (18 words) - 07:20, 29 September 2017
  • η καλόθωρος καλή όψη, ωραία εμφάνιση. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    97 bytes (15 words) - 06:37, 29 September 2017
  • εὐειμονῶ, -έω (Α) ευείμων είμαι ντυμένος ωραία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    115 bytes (16 words) - 06:37, 29 September 2017
  • καλλίπτερος, -ον (Μ) αυτός που έχει ωραία φτερά. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλλ(ι)- + -πτερος (< πτερόν), πρβλ. κυανό-πτερος, πυκνό-πτερος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    446 bytes (27 words) - 06:39, 29 September 2017
  • η 1. μεγάλο μπαρμπούνι 2. μτφ. εύσωμη και ωραία γυναίκα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    153 bytes (19 words) - 12:00, 29 September 2017
  • -η, -ον, Μ αυτός που έχει στρογγυλή και ωραία γενειάδα. [ΕΤΥΜΟΛ. < στρογγύλος + εὔμορφος + -πώγωνος (< πώγων, -ωνος), πρβλ. μακρο-πώγωνος]. Αναζήτηση
    489 bytes (28 words) - 12:32, 29 September 2017
  • (για τον φλοιό της Γης) υφίσταμαι στολίδωση αρχ. 1. στολίζομαι, ντύνομαι ωραία 2. σχηματίζω πτυχές, ρυτιδώνομαι. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    346 bytes (30 words) - 12:32, 29 September 2017
  • αυτός που έχει ωραίο κεφάλι 2. (για ύφος λόγου) περίοδος που τελειώνει ωραία και γλαφυρά («εὐκόρυφοι καὶ εὔγραμμοι περίοδοι», Διον. Αλ.). Αναζήτηση σε:
    339 bytes (34 words) - 07:14, 29 September 2017
  • εὐπλυνής, -ές (Α) αυτός που είναι ωραία, καθαρά πλυμένος, ο καθαρός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -πλυνής (< πλύνω), πρβλ. νεο-πλυνής]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    429 bytes (27 words) - 07:14, 29 September 2017
  • (Μ δροσομυρίζω) 1. μυρίζω ωραία μέσα σε δροσερό περιβάλλον 2. μτχ. παρακμ. δροσομυρισμένος, -η, -ο δροσερός και ευωδιαστός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    289 bytes (27 words) - 06:27, 29 September 2017
  • εὐμορφομυρισμένος, -η, -ον (Μ) αυτός που μυρίζει ωραία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    119 bytes (17 words) - 06:38, 29 September 2017
  • καλοφωνάζω (Μ) τραγουδώ ωραία, γλυκοτραγουδώ. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    116 bytes (14 words) - 06:38, 29 September 2017
  • εὐθαλῶ, -έω (ΑΜ) εύθαλος 1. βλαστάνω ή ανθίζω ωραία («φυτῶν καὶ σπερμάτων εὐθαλούντων καὶ βλαστανόντων», Πλούτ.) 2. βρίσκομαι σε ακμή, ευτυχώ. Αναζήτηση
    324 bytes (30 words) - 06:34, 29 September 2017
  • -η, -ο, Ν ωραία στολισμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ωραίος + στολιστός (< στολίζω). Η λ. μαρτυρείται από το 1761 στον Ιωσ. Μοισιόδακα]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    388 bytes (27 words) - 06:30, 29 September 2017
  • -η, -ο αυτός που έχει αγγελικό σώμα, ωραία κορμοστασιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < άγγελος + κορμί]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    299 bytes (21 words) - 06:30, 29 September 2017
  • η, Ν το να λέει ή να γράφει κανείς ωραία λόγια, τα οποία συνήθως στερούνται ουσιαστικού περιεχομένου. [ΕΤΥΜΟΛ. < ωραίος + -λογία]. Αναζήτηση σε: Google
    384 bytes (29 words) - 06:30, 29 September 2017
  • -ο, Ν αυτός που χρησιμοποιεί ωραία λόγια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ωραίος + -λόγος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr |
    266 bytes (19 words) - 06:30, 29 September 2017
  • το, Ν βοτ. αναρριχώμενος θάμνος με ωραία άνθη, καλλωπιστικό φυτό της Άπω Ανατολής. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    194 bytes (22 words) - 12:28, 29 September 2017
  • Ν σουσούμι 1. περιγράφω τα χαρακτηριστικά κάποιου 2. εξαίρω, τα ωραία χαρακτηριστικά κάποιου. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    226 bytes (22 words) - 12:30, 29 September 2017
  • ἐρωτοκουρτέσα, ἡ (Μ) η ωραία αρχόντισσα. [ΕΤΥΜΟΛ. < έρως, -ωτος + κουρτέσα «ευπροσήγορη, αξιαγάπητη»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    333 bytes (21 words) - 07:13, 29 September 2017
  • ἀγλαοφύτευτος, -ον (Μ) αυτός που έχει φυτευτεί ωραία, κομψά, πλούσια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγλαός + φυτεύω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    317 bytes (22 words) - 06:26, 29 September 2017
  • καλοφωνώ (Μ) καλόφωνος καλοφωνίζω, τραγουδώ ωραία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    129 bytes (15 words) - 06:37, 29 September 2017
  • -η, -ο, Ν αυτός που έχει ωραία φτερά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ωραίος + -πτερος (< πτερόν). Η λ. μαρτυρείται από το 1808 στον Κυρ. Καπετανάκη]. Αναζήτηση σε: Google
    396 bytes (30 words) - 06:30, 29 September 2017
  • -η, -ο (Α ἀγλαόμορφος, -ον) 1. αυτός που έχει λαμπρή, ωραία μορφή 2. ως επίθ. του θεού Διονύσου (CIG 1, 38). [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγλαός + μορφή. Αναζήτηση σε:
    393 bytes (33 words) - 06:31, 29 September 2017
  • ἐπικομῶ, -άω (Α) τρέφω μακριά, πλούσια κόμη, έχω ωραία, πλούσια μαλλιά. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr |
    160 bytes (20 words) - 07:11, 29 September 2017
  • εὔπτερος, -ον (ΑΜ) 1. αυτός που έχει ωραία φτερά 2. αυτός που έχει φτερά στην ψυχή του, ο αγγελικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -πτερος (< πτερόν), πρβλ. χρυσό-πτερος
    542 bytes (37 words) - 07:15, 29 September 2017
  • εὔχειλος, -ον (Μ) αυτός που έχει ωραία χείλη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + χείλος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr |
    264 bytes (20 words) - 07:15, 29 September 2017
  • καλομύρωδος, -ον (Μ) αυτός που μυρίζει ωραία, μυρωδάτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλ(ο)- + μυρωδία]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    311 bytes (21 words) - 07:20, 29 September 2017
  • καλογεναμένος, -η, -ον (Μ) ο κατασκευασμένος ωραία, ο καλοφτειαγμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλ(ο)- (< επίρρ. καλά) + γεναμένος, μτχ. παθ. παρακμ. του ρ. γίνομαι
    461 bytes (30 words) - 07:20, 29 September 2017
  • καλογραφέας, ὁ (Μ) αυτός που γράφει ωραία. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλ(ο)- + γραφέας (< γράφω)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    335 bytes (21 words) - 07:20, 29 September 2017
  • η εύσωμη και ωραία κοπέλα, κορίτσαρος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    99 bytes (15 words) - 07:25, 29 September 2017
  • η ωραία, όμορφη κόρη. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    63 bytes (13 words) - 12:09, 29 September 2017
  • εὐλεξία, ἡ (Α) ωραία ομιλία, ορθή προφορά τών λέξεων. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -λεξία (< λεκτός), πρβλ. ακυρο-λεξία, νεο-λεξία κ.ά.]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    442 bytes (29 words) - 06:34, 29 September 2017
  • εὐμορφοστολίζω και ἐμορφοστολίζω και ὀμορφοστολίζω (Μ) στολίζω ωραία, κοσμώ καλά. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    182 bytes (19 words) - 06:34, 29 September 2017
  • εὐφθογγῶ, -έω (Α) εύφθογγος μιλώ ή τραγουδώ γλυκά, με ωραία φωνή. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    158 bytes (20 words) - 06:34, 29 September 2017
  • εὐμορφογραφία και ἐμορφογραφία, ἡ (Μ) ωραία γραπτή διατύπωση. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    140 bytes (17 words) - 07:14, 29 September 2017
  • εὐπρήων, -ον (Α) 1. αυτός που έχει ωραία ακρωτήρια 2. πετρώδης, με απότομα βράχια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + πρηών «ακρωτήριο»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    379 bytes (27 words) - 07:14, 29 September 2017
  • εὐμορφοπλασμένος, -η, -ον και 'μορφοπλασμένος, -η, -ον (Μ) αυτός που είναι ωραία πλασμένος, ο καλοσχηματισμένος. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    224 bytes (24 words) - 07:14, 29 September 2017
  • εὐπλοκαμῶ, -έω και ἐϋπλοκαμῶ, -έω (Α) ευπλόκαμος έχω ωραίους πλοκάμους, ωραία μαλλιά. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    181 bytes (21 words) - 07:14, 29 September 2017
  • εὐφαντάσιος, -ον (Α) αυτός που φαντάζεται ωραία πράγματα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + φαντασία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    291 bytes (20 words) - 07:15, 29 September 2017
  • η γυναίκα με ωραία ή αρρενωπή κορμοοτασιά, που συνήθως συνδυάζει και δυναμικότητα στον χαρακτήρα ή και ανώτερα πνευματικά και ψυχικά προτερήματα. Αναζήτηση
    302 bytes (30 words) - 06:41, 29 September 2017
  • -έω, Μ ὡραιογράφος γράφω ωραία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    86 bytes (14 words) - 06:30, 29 September 2017
  • -ον, Μ αυτός που έχει ωραία διακόσμηση, που έχει διακοσμηθεί με ομορφιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὡραῖος + κοσμῶ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    331 bytes (24 words) - 06:30, 29 September 2017
  • ἀγλαοφανής, -ές (Α) αυτός που έχει λαμπρή, ωραία εμφάνιση. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγλαός + -φανής < φαίνω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    357 bytes (22 words) - 06:31, 29 September 2017
  • ἀγλαομήτηρ, ἡ (Μ) αυτή που γεννά ωραία και ευγενικά παιδιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγλαός + μήτηρ. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    303 bytes (22 words) - 06:31, 29 September 2017
  • χρησιμοποιώ επιμελημένο ύφος του λόγου 2. περιαυτολογώ χρησιμοποιώντας ωραία λόγια. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    277 bytes (24 words) - 06:37, 29 September 2017
  • καλλιχεύμων, -ίχευμον (Μ) αυτός που ρέει ωραία. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλλ(ι)- + -χεύμων (< χεῦμα < χέω), πρβλ. βαθυ-χεύμων, πολυ-χεύμων]. Αναζήτηση σε: Google |
    489 bytes (27 words) - 07:20, 29 September 2017
  • καλλιδενδρία, ἡ (Α) καλλίδενδρος δάσος με ωραία δένδρα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    134 bytes (17 words) - 07:20, 29 September 2017
  • εὐμορφοντύνω και ὀμορφοντύνω (Μ) ντύνω ωραία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    110 bytes (15 words) - 07:14, 29 September 2017
  • εὐιματία, ἡ (Α) ευιματώ ωραία ευδυμασία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    99 bytes (15 words) - 07:14, 29 September 2017
  • και εμορφογυναίκα και ομορφογυναίκα, η (Μ εὐμορφογυναῑκα) όμορφη, ωραία γυναίκα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    174 bytes (19 words) - 07:14, 29 September 2017
  • σελάνας ἐρατὸν φάος (O. 10.74) εὐῶπις, -ιδος, ἡ (Α) αυτή που έχει ωραία μάτια, ωραία όψη («εὐώπιδα κούρην», Ομ. Οδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < θηλυκό του εύωψ βλ. λ
    3 KB (238 words) - 15:51, 1 July 2020
  • 169; κιθάρα Herc. Fur. 350; auch ἱστοί, I. T. 221. καλλίφθογγος: -ον, ὡραῖα ἠχῶν, κιθάρα, ᾠδὴ Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 350, Ἴων. 169· ἱστοὶ ὁ αὐτ. Ι. Τ. 222.
    2 KB (146 words) - 15:55, 1 July 2020
  • Edelstein, Orph. Lith. 3, 1; Plin. H. N. 37, 10, 58. εὐπέτᾰλος: -ον, ἔχων ὡραῖα φύλλα, πλήρης φύλλων, Ἀριστοφ. Θεσμ. 1000, Ἀνθ. Π. 4. 1, 19, κτλ. ΙΙ. ὡς
    3 KB (234 words) - 17:20, 1 July 2020
  • χαίτη. εὐχαίτης, ὁ (Α) 1. (για άλογα) αυτός που έχει ωραία χαίτη 2. (για πρόσ.) αυτός που έχει ωραία μαλλιά («πρὸς εὐχαίτεω Γανυμήδεος», Καλλ.) 3. ως επίθ
    3 KB (235 words) - 08:55, 8 July 2020
  • και χαρά σας!» ή «γεια χαρά!» — τρόπος χαιρετισμού ζ) «χαρά Θεού» — πολύ ωραία μέρα, πολύ καλός καιρός η) «στις χαρές σου [ή σας]» ή «στη χαρά σου [ή σας]»
    14 KB (1,475 words) - 13:00, 8 July 2020
  • -ον (ΑΜ, Α και δωρ. τ. εὐάμερος, -ον) αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε ωραία ή ευτυχισμένη μέρα («λευκὸν εὐάμερον φάος», Σοφ.) αρχ. 1. χαρούμενος, ευτυχισμένος
    4 KB (329 words) - 23:00, 7 July 2020
  • -η, -ο (AM καλλίμορφος, -ον) 1. ο σχηματισμένος ωραία («καλλίμορφος χορός», Ευρ.) 2. αυτός που έχει ωραία μορφή, ο όμορφος. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλλ(ι)- + -μορφος
    2 KB (154 words) - 21:10, 30 June 2020
  • 1. (για σκέλος εντόμου) αυτός που έχει ωραίους ταρσούς, ωραία πόδια 2. αυτός που ανήκει σε ωραία πόδια («εὔταρσοι ἀστράγαλοι»). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + ταρσός.
    2 KB (167 words) - 08:45, 8 July 2020
  • μυρωδάτος, μοσχομυρισμένος («εὐῶδες ἔλαιον», Ομ. Ιλ.). επίρρ... εὐωδῶς (Μ) με ωραία, γλυκιά μυρωδιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -ωδης (< όζω < όδ-jω) τ. που εμφανίζει την
    5 KB (391 words) - 08:35, 8 July 2020
  • -ον, θηλ. και καλλιτόκεια (AM) (για γυναίκα) αυτή που γέννησε καλά και ωραία παιδιά, η καλλίτεκνος μσν. (για τη Θεοτόκο) αυτή που γέννησε με θαυμαστό
    1 KB (55 words) - 07:20, 29 September 2017
  • Luc. D. D. 16, 1; superl., Plut. Aemil. Paul. 5. καλλίτεκνος: -ον, ἔχων ὡραῖα τέκνα, Ἀριστ. Ἀποσπ. 622. - Συγκρ., καλλιτεκνοτέρα τῆς Νιόβης Λουκ. Θεῶν
    3 KB (167 words) - 10:05, 1 July 2020

View (previous 250 | next 250) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)