Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "δάκρυ" on this wiki. See also the other search results found.

  • στάζει, όπως το δάκρυδάκρυ πεύκινον», «το δάκρυ του πεύκου») νεοελλ. 1. πολύ μικρή ποσότητα υγρού, σταγόνα, σταλαγματιά 2. ως επίθ. δάκρυ ο καθαρός, ο
    16 KB (1,530 words) - 14:25, 2 October 2019
  • subs. Distillation from a tree: V. δάκρυ, τό, ἱδρώς, ὁ, σταλαγμός, ὁ. Look up gum on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary
    221 bytes (29 words) - 09:42, 21 July 2017
  • Ν ψεύτης 1. ψευδής, προσποιητός («ψεύτικος όρκος») 2. απατηλός («ψεύτικο δάκρυ») 3. πλαστός («ψεύτικη διαθήκη») 4. τεχνητός («ψεύτικο δόντι») 5. κίβδηλος
    1 KB (86 words) - 06:30, 29 September 2017
  • δακρυόφι(ν) und δάκρυα eben so gut zu δάκρυ gezegen werden, und doppelt zweideutig ist die Verbindung δάκρυ ἀναπρήσας oder δάκρυ' ἀναπρήσας Odyss. 2, 81 Iliad
    12 KB (1,404 words) - 13:25, 3 October 2019
  • δακρύω < δάκρυ, ενώ ο τ. δακρύζω < εδάκρυσα, αόρ. του αρχ. ρημ. δακρύω κατά το σχήμα επότισα-ποτίζω, εγύρισα-γυρίζω και ο τ. δακρυώνω < δάκρυ]. Αναζήτηση
    2 KB (133 words) - 07:02, 29 September 2017
  • 8.476: hence generally, θ. κατὰ δάκρυ χέουσα shedding big tears, Il.6.496, cf. 24.9, 794, etc.; θ. δέ οἱ ἔκπεσε δάκρυ 2.266; θαλερώτερα δάκρυα Mosch.4
    12 KB (1,033 words) - 23:10, 9 January 2019
  • ὀμμάτων ἔσταξα πηγάς (Eur., H. F 1354). Shed tears over: V. καταστάζειν δάκρυ (gen.). Met., see lament. Shed tears, weep: P. and V. δακρύειν; see weep
    1 KB (144 words) - 10:02, 21 July 2017
  • ῠος, ὁ, ἡ, (δάκρυ)    A of or with many tears: hence,    I muchwept, lamented, Ἄρης, πόλεμος, ὑσμίνη, Il.3.132,165,17.544; μῆτις B. 15.24; Ἴτνς Ar.Av.212
    5 KB (400 words) - 13:40, 9 January 2019
  • μεταφ., φρέσκος, ζωντανός, σε Σοφ., Ευρ.· χλωρὸν δάκρυ, όπως θαλερὸν δάκρυ, φρέσκο, πρόσφατο δάκρυ, σε Ευρ.· χλωρὰ μέλεα, φρέσκα, νεανικά βήματα, σε Θεόκρ
    26 KB (2,275 words) - 14:40, 3 October 2019
  • ῥίπτειν Hdt.8.53; κατώρυξέν με κατὰ τῆς γῆς κ. Ar.Pl.238; χώρει κ. A.Pr.74; κ. δάκρυ' εἰβομένη S.Ant.527 (anap.), cf. E.Fr.384; esp. of the nether world, A.Pers
    29 KB (2,626 words) - 13:55, 3 October 2019
  • -ον) αυτός που σταλάζει δάκρυα νεοελλ. (για νερό) που στάζει σαν δάκρυ. [ΕΤΥΜΟΛ. < δάκρυ + σταλάζω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    386 bytes (28 words) - 07:02, 29 September 2017
  • καταλείβω,    A let flow down, shed, τί νυ δάκρυ κατείβετον Od.21.86:—Med., flow apace, θαλερὸν δὲ κατείβετο δάκρυ παρειῶν Il.24.794; τὸ κατειβόμενον Στυγὸς
    6 KB (490 words) - 19:25, 9 January 2019
  • όποιος μοιάζει στο σχήμα με δάκρυ 2. (το ουδ. πληθ.) δακρυοειδή κατηγορία σπερμάτων, όπως της αχλαδιάς, που μοιάζουν με το δάκρυ. Αναζήτηση σε: Google |
    314 bytes (32 words) - 06:26, 29 September 2017
  • ἀναμετρούμενος τὸ σῶφρον ὁ αὐτ. Ἠλ. 52. 3) ἀναμετρεῖσθαι δάκρυ εἴς τινα, μετρῶ εἴς τινα δάκρυ, δηλ. πληρώνω εἰς αὐτὸν τὸν φόρον δακρύων, ὁ αὐτ. Ι. Τ. 346
    10 KB (909 words) - 21:05, 20 August 2019
  • Vielleicht ist getrennt δάκρυ χέων zu schreiben, vgl. κατὰ δάκρυ χέουσα Iliad. 18, 428, θαλερὸν κατὰ δάκρυ χέουσα Iliad. 6, 496, τέρεν κατὰ δάκρυ χέουσα Iliad. 3
    3 KB (243 words) - 20:45, 9 January 2019
  • (-άω) σταγόνα σταγόνα, βγάζω υγρό σαν δάκρυ («χάραξαν το πεύκο και δακρυλογά»). [ΕΤΥΜΟΛ. < δάκρυ + -λογώ < -λόγος < λέγω (πρβλ. δροσολογώ, μπεκρολογώ,
    568 bytes (31 words) - 06:26, 29 September 2017
  • Βάκχος, δάκρυον, δάκρυ, γῶος, ἀποδάκρυσις
    112 bytes (5 words) - 06:54, 22 August 2017
  • Od. 11, 527, auch οὔτε παρειῶν δάκρυ' ὀμορξάμενον, 530, von der Wange, wie Il. 18, 124; sp. D., Ap. Rh. 2, 242 δάκρυ δ' ὀμορξαμένω, auch ohne δάκρυα.
    10 KB (851 words) - 15:26, 2 October 2019
  • Harm.p.195.10 W.): aor.    A ἐστάλαξα Lyc.37, LXX Mi.2.11:    I let drop, δάκρυ σ. E.Hel.633 (lyr.); σ. ἐς οἶδμα . . δακρύων . . αὐγάς Id.Hipp. 738 (lyr
    8 KB (681 words) - 15:50, 2 October 2019
  • όρασης αρχ. εκείνος που προκαλεί δάκρυα («δακρυογόνος Άρης»). [ΕΤΥΜΟΛ. < δάκρυ + -γονος < γίγνομαι. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    890 bytes (60 words) - 07:02, 29 September 2017
  • (δακρῠχέω) • Morfología:v. tb. δάκρυ χέω s.u. δάκρυ 1 derramar lágrimas, llorar δαϊ<ό>φρων ... ἐτύμως δακρυχέων ἐκ φρενός alma desdichada que vierte lágrimas
    2 KB (212 words) - 11:04, 31 December 2018
  • ὠμοσπάρακτος. v. intrans. See rush. subs. Rent: Ar. and V. λακίς, ἡ. P. and V. δάκρυ, τό, δάκρυον, τό (Plat., b2">Tim. 83D, rare P.). Tears, weeping: Ar. and
    4 KB (425 words) - 16:54, 7 August 2017
  • ἀπομόργνυ ib.798; πεύκης ἀπὸ δάκρυ' ὀμ. v.l. in Nic.Al.547:— Med., wipe off from oneself, ἀπομορξαμένω κονίην Il.23.739; ἀπομόρξατο δάκρυ wiped away his tears
    8 KB (654 words) - 11:45, 10 January 2019
  • -υ, Μ κάπως δακρυσμένος, βουρκωμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- + δάκρυ (πρβλ. περί-δακρυς)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    318 bytes (21 words) - 12:47, 29 September 2017
  • myself shed tears in sympathy with you: V. ἐγώ σʼ ἀπʼ ὄσσων ἐκβαλόντʼ ἰδὼν δάκρυ ᾤκτειρα καὐτὸς ἀντάφηκα σοὶ πάλιν (Eur., I. A. 477). Look up sympathy on
    1 KB (119 words) - 10:05, 21 July 2017
  •    I of persons,    1 c. acc. rei, let fall in drops upon, shed over, κ. δάκρυ τινός E.Hec.760; ἀφρὸν κατέσταζ' εὐτρίχου γενειάδος Id.HF934; also of a garment
    10 KB (871 words) - 00:00, 10 January 2019
  • abs., Hdt.4.60; οὐδ' ἄν τι θύων οὐδ' ἐπισπένδων ἄνοις A.Fr.161; also ἐ. δάκρυ Theoc.23.38.    2. promise, pledge, Leg.Gort.4.52, 6.11:—Med., accept in
    6 KB (465 words) - 17:30, 10 January 2019
  • το (Α δακρύδιον) μικρό δάκρυ νεοελλ. 1. το σημείο συναντήσεως της πίσω δακρυϊκής ακρολοφίας και της μετωποδακρυϊκής ραφής 2. γένος κωνοφόρων φυτών 3. γένος
    698 bytes (52 words) - 07:02, 29 September 2017
  • fallen lassen, (δάκρυ) σοὶ ἀνταφῆκα, Eur. I. A. 478. ἀνταφίημι: μέλλ. -αφήσω, ἀφίνω καὶ ἐγώ, χύνω καὶ ἐγώ, ἐγώ σ’ ἀπ’ ὄσσων ἐκβαλόντ’ ἰδὼν δάκρυ… καὐτὸς ἀνταφῆκά
    3 KB (193 words) - 16:10, 9 January 2019
  • και κορόμπλο, το 1. ο καρπός της κορομηλιάς 2. φρ. «τρέχει το δάκρυ κορόμηλο» — κλαίει με άφθονα δάκρυα. [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. < καρό-μηλον < καρυό-μηλον, με αφομοιωτική
    533 bytes (40 words) - 07:25, 29 September 2017
  • κάνω κάτι να εκχυθεί, δάκρυ' ἀναπρήσας, με δάκρυα που ξεσπούν, σε Όμηρ. ἀναπρήθω: (part. aor. ἀναπρήσας) нагнетать, выдувать: δάκρυ᾽ ἀναπρήσας Hom. залившись
    3 KB (214 words) - 15:55, 9 January 2019
  • pleurer en gémissant; II. (δάκρυ, goutte) distiller des gouttes (de résine, de gomme, etc.) en parl. des arbres. Étymologie: δάκρυ. aor. ἐδάκρῦσα, pass.
    17 KB (1,844 words) - 13:25, 3 October 2019
  • (-ωτος), ο το να δακρύζει και να γελάει κανείς ταυτόχρονα. [ΕΤΥΜΟΛ. < δάκρυ + γέλως. Για τον σχηματισμό πρβλ. κλαυσίγελως. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    375 bytes (27 words) - 07:02, 29 September 2017
  • («συμπαθεῑς οἱ ἥρωες... καὶ ἑτοιμοδάκρυες», Ευστ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < έτοιμος + δάκρυ]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    455 bytes (30 words) - 07:13, 29 September 2017
  • λιβάνι) αυτός που αποτελείται από ιερά δάκρυα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιερ(ο)- + -δακρυς (< δάκρυ), πρβλ. απειρό-δακρυς, πολύ-δακρυς]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    491 bytes (31 words) - 06:37, 29 September 2017
  • δάκρυον, δάκρυ, δάκρυμα
    70 bytes (3 words) - 07:10, 22 August 2017
  • -υ (Α) αυτός που είναι έτοιμος να δακρύσει. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρτι- + -δακρυς < δάκρυ (πρβλ. απειρόδακρυς, αρίδακρυς)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    422 bytes (25 words) - 10:52, 23 December 2018
  • οἱ ψευδεῖς λόγοι S.Fr.834; ᾠά hatch, Arist.HA564b8; call forth, excite, δάκρυ τινί E.Supp.770:—Med., γέλωτα ἐξαγαγέσθαι X.Cyr.2.2.15; μικρὰ ἆθλα πολλοὺς
    58 KB (6,054 words) - 13:00, 3 October 2019
  • = σταλάσσω,    I let drop, let fall, δάκρυ Maiist.43, AP7.552 (Agath [Seite 929] = στάζω 2, tröpfeln, triefen; ὄμματα σταλάοντα, Agath. 12 (V, 237);
    2 KB (159 words) - 13:30, 9 January 2019
  • subs. Exudation from trees: V. ἱδρώς, ὁ, δάκρυ, τό, σταλαγμός, ὁ. Look up exudation on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary
    217 bytes (28 words) - 09:41, 21 July 2017
  • Α', Β' -or- «ξύλο» στο οποίο παραμένει ανεξήγητη η απουσία του -d- (πρβλ. δάκρυ). Ανάγεται στην ΙΕ ρίζα dor-w- που απαντά με τη μορφή dr-ew στα δένδρον,
    36 KB (3,324 words) - 14:35, 2 October 2019
  • ἱδρὼς εἴβεται ἐκ λαγόνων Ap. Rit. 2, 664. – Med. = act., Soph. Ant. 523 κάτω δάκρυ' εἰβομένη. εἴβω: Ἐπ. (χάριν τοῦ μέτρου) ἀντὶ τοῦ λείβω, στάζω, ἀφίνω νὰ
    7 KB (632 words) - 14:30, 2 October 2019
  • περνάει νήμα 2. μτφ. α) μάτι, ιδίως λαμπερό και όμορφο β) χοντρή σταγόνα από δάκρυ 3. φρ. «τα μάτια σου χάντρες να γίνουν» (ως κατάρα) να τυφλωθείς. [ΕΤΥΜΟΛ
    704 bytes (63 words) - 12:44, 29 September 2017
  • σταγόνα σταγόνα (α. «του στάλαξε φαρμάκι στο κρασί του» β. «ἀνεπτέρωκα καὶ δάκρυ σταλάσσω», Ευρ. γ. «μὴ σταλάζετε σταλάζοντες», ΠΔ) 2. (αμτβ.) στάζω, πέφτω
    4 KB (270 words) - 12:31, 29 September 2017
  • ές, of water,    A plashing, κ. δάκρυ A.Ch.152 (lyr.). [Seite 1320] ές, rauschend, tönend, Aesch. Ch. 150 ἵετε δάκρυ καναχές, mit Schluchzen oder lauter
    2 KB (110 words) - 11:45, 9 January 2019
  • βότρυν Id.Ph.230 (lyr.); ὕδωρ σ. πέτρα Id.Hipp.122 (lyr.); esp. of tears, σ. δάκρυ Id.IA1466; ἀπ' ὀμμάτων ἔσταξα πηγάς Id.HF1355; and metaph., κατ' ὀμμάτων
    23 KB (2,183 words) - 15:55, 2 October 2019
  • llanto βαλέειν τ' ἀπὸ δάκρυ παρειῶν Od.4.198, οὔτε κατὰ βλεφάρων θερμὰ βάλοι δάκρυα Thgn.1206, κατ' ὄσσων δ' οὐ θέμις βαλεῖν δάκρυ E.Hipp.1396, sangre μηδ'
    129 KB (13,494 words) - 13:15, 3 October 2019
  • δεῦε δὲ γαῖαν (sc. αἷμα) Il.13.655, cf. 23.220; γλάγος ἄγγεα δεύει 2.471; δάκρυ δ' ἔδευε… παρειάς Od.8.522; σπογγιὰν δεύων Hp.Loc. Hom.12: c. dat. modi,
    29 KB (2,905 words) - 14:29, 2 October 2019
  • (Crin.):—poet. Adj.    A soft, delicate, in Hom. mostly in neut., τέρεν δάκρυ Il.3.142, al.; τέρενα φύλλα 13.180, Od.12.357; τέρεν' ἄνθεα ποίης 9.449,
    9 KB (801 words) - 15:55, 2 October 2019
  • το (AM δάκρυον) βλ. δάκρυ. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    84 bytes (14 words) - 07:03, 29 September 2017

View (previous 50 | next 50) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)