Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "δάκρυ" on this wiki. See also the other search results found.

  • στάζει, όπως το δάκρυδάκρυ πεύκινον», «το δάκρυ του πεύκου») νεοελλ. 1. πολύ μικρή ποσότητα υγρού, σταγόνα, σταλαγματιά 2. ως επίθ. δάκρυ ο καθαρός, ο
    16 KB (1,570 words) - 23:40, 29 December 2020
  • καταστάζειν δάκρυ = shed tears over ⇢ Look up "καταστάζειν δάκρυ" on Google | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's
    57 bytes (27 words) - 21:20, 3 July 2020
  • πεύκινον δάκρυ… ἀπέρρεον = the flesh fell from her bones like the distillation of a pine ⇢ Look up "σάρκες δ' ἀπ' ὀστέων ὥστε πεύκινον δάκρυ… ἀπέρρεον"
    102 bytes (51 words) - 17:20, 6 July 2020
  • Ν ψεύτης 1. ψευδής, προσποιητός («ψεύτικος όρκος») 2. απατηλός («ψεύτικο δάκρυ») 3. πλαστός («ψεύτικη διαθήκη») 4. τεχνητός («ψεύτικο δόντι») 5. κίβδηλος
    1 KB (86 words) - 06:30, 29 September 2017
  • δάκρυα, cf. δάκρυ. δάκρυον: τό, Επικ. γεν. πληθ. δακρυόφι (-φιν), (δάκρυ),· I. 1. δάκρυ, σε Όμηρ., Ηρόδ., Αττ. κ.λπ. 2. οτιδήποτε μοιάζει με δάκρυ ή πέφτει
    12 KB (1,415 words) - 21:15, 29 December 2020
  • δακρύω < δάκρυ, ενώ ο τ. δακρύζω < εδάκρυσα, αόρ. του αρχ. ρημ. δακρύω κατά το σχήμα επότισα-ποτίζω, εγύρισα-γυρίζω και ο τ. δακρυώνω < δάκρυ]. * Αναζήτηση
    2 KB (131 words) - 07:02, 29 September 2017
  • 8.476: hence generally, θ. κατὰ δάκρυ χέουσα shedding big tears, Il.6.496, cf. 24.9, 794, etc.; θ. δέ οἱ ἔκπεσε δάκρυ 2.266; θαλερώτερα δάκρυα Mosch.4
    12 KB (1,079 words) - 09:41, 30 December 2020
  • distillation from a tree: V. δάκρυ, τό, ἱδρώς, ὁ, σταλαγμός, ὁ. ⇢ Look up "gum" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary
    268 bytes (28 words) - 21:00, 9 December 2020
  • ἀπ' ὀμμάτων ἔσταξα πηγάς (Eur., h.F 1354). shed tears over: V. καταστάζειν δάκρυ (gen.). Met., see lament. shed tears, weep: P. and V. δακρύειν; see weep
    2 KB (140 words) - 11:25, 10 December 2020
  • μεταφ., φρέσκος, ζωντανός, σε Σοφ., Ευρ.· χλωρὸν δάκρυ, όπως θαλερὸν δάκρυ, φρέσκο, πρόσφατο δάκρυ, σε Ευρ.· χλωρὰ μέλεα, φρέσκα, νεανικά βήματα, σε Θεόκρ
    26 KB (2,331 words) - 15:40, 31 December 2020
  • ῥίπτειν Hdt.8.53; κατώρυξέν με κατὰ τῆς γῆς κ. Ar.Pl.238; χώρει κ. A.Pr.74; κ. δάκρυ' εἰβομένη S.Ant.527 (anap.), cf. E.Fr.384; esp. of the nether world, A.Pers
    28 KB (2,677 words) - 10:25, 30 December 2020
  • -ον) αυτός που σταλάζει δάκρυα νεοελλ. (για νερό) που στάζει σαν δάκρυ. [ΕΤΥΜΟΛ. < δάκρυ + σταλάζω. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    386 bytes (28 words) - 07:02, 29 September 2017
  • καταλείβω, A let flow down, shed, τί νυ δάκρυ κατείβετον Od.21.86:—Med., flow apace, θαλερὸν δὲ κατείβετο δάκρυ παρειῶν Il.24.794; τὸ κατειβόμενον Στυγὸς
    6 KB (503 words) - 11:15, 30 December 2020
  • ἐγώ σ' ἀπ' ὄσσων ἐκβαλόντ' ἰδὼν δάκρυ ᾤκτειρα καὐτὸς ἀντάφηκα σοὶ πάλιν = seeing you let fall tears from your eyes I felt pity and myself shed tears in
    136 bytes (66 words) - 18:00, 6 July 2020
  • όποιος μοιάζει στο σχήμα με δάκρυ 2. (το ουδ. πληθ.) δακρυοειδή κατηγορία σπερμάτων, όπως της αχλαδιάς, που μοιάζουν με το δάκρυ. * Αναζήτηση σε: Google
    314 bytes (32 words) - 06:26, 29 September 2017
  • ἀναμετρούμενος τὸ σῶφρον ὁ αὐτ. Ἠλ. 52. 3) ἀναμετρεῖσθαι δάκρυ εἴς τινα, μετρῶ εἴς τινα δάκρυ, δηλ. πληρώνω εἰς αὐτὸν τὸν φόρον δακρύων, ὁ αὐτ. Ι. Τ. 346
    10 KB (920 words) - 18:35, 31 December 2020
  • Click links below for lookup in third sources: ῠος, ὁ, ἡ, (δάκρυ) A of or with many tears: hence, I muchwept, lamented, Ἄρης, πόλεμος, ὑσμίνη, Il.3
    5 KB (413 words) - 17:05, 1 January 2021
  • Vielleicht ist getrennt δάκρυ χέων zu schreiben, vgl. κατὰ δάκρυ χέουσα Iliad. 18, 428, θαλερὸν κατὰ δάκρυ χέουσα Iliad. 6, 496, τέρεν κατὰ δάκρυ χέουσα Iliad. 3
    3 KB (256 words) - 21:20, 29 December 2020
  • (-άω) σταγόνα σταγόνα, βγάζω υγρό σαν δάκρυ («χάραξαν το πεύκο και δακρυλογά»). [ΕΤΥΜΟΛ. < δάκρυ + -λογώ < -λόγος < λέγω (πρβλ. δροσολογώ, μπεκρολογώ,
    568 bytes (31 words) - 06:26, 29 September 2017
  • ἀπομόργνυ ib.798; πεύκης ἀπὸ δάκρυ' ὀμ. v.l. in Nic.Al.547:— Med., wipe off from oneself, ἀπομορξαμένω κονίην Il.23.739; ἀπομόρξατο δάκρυ wiped away his tears
    8 KB (665 words) - 20:30, 31 December 2020
  • in Harm.p.195.10 W.): aor. A ἐστάλαξα Lyc.37, LXX Mi.2.11: I let drop, δάκρυ σ. E.Hel.633 (lyr.); σ. ἐς οἶδμα . . δακρύων . . αὐγάς Id.Hipp. 738 (lyr
    7 KB (694 words) - 09:35, 31 December 2020
  • Od. 11, 527, auch οὔτε παρειῶν δάκρυ' ὀμορξάμενον, 530, von der Wange, wie Il. 18, 124; sp. D., Ap. Rh. 2, 242 δάκρυ δ' ὀμορξαμένω, auch ohne δάκρυα.
    9 KB (864 words) - 12:30, 1 January 2021
  • pieces: Ar. ὠμοσπάρακτος. See rush. rent: Ar. and V. λακίς, ἡ. P. and V. δάκρυ, τό, δάκρυον, τό (Plato, b2">Tim. 83D, rare P.). tears, weeping: Ar. and
    5 KB (422 words) - 11:45, 10 December 2020
  • όρασης αρχ. εκείνος που προκαλεί δάκρυα («δακρυογόνος Άρης»). [ΕΤΥΜΟΛ. < δάκρυ + -γονος < γίγνομαι. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    890 bytes (60 words) - 07:02, 29 September 2017
  • (δακρῠχέω) • Morfología:v. tb. δάκρυ χέω s.u. δάκρυ 1 derramar lágrimas, llorar δαϊ<ό>φρων ... ἐτύμως δακρυχέων ἐκ φρενός alma desdichada que vierte lágrimas
    2 KB (210 words) - 11:04, 31 December 2018
  • myself shed tears in sympathy with you: V. ἐγώ σ' ἀπ' ὄσσων ἐκβαλόντ' ἰδὼν δάκρυ ᾤκτειρα καὐτὸς ἀντάφηκα σοὶ πάλιν (Eur., Iphigenia in Aulis 477). ⇢ Look
    1 KB (119 words) - 11:47, 10 December 2020
  • -υ, Μ κάπως δακρυσμένος, βουρκωμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)- + δάκρυ (πρβλ. περί-δακρυς)]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    318 bytes (21 words) - 12:47, 29 September 2017
  • abs., Hdt.4.60; οὐδ' ἄν τι θύων οὐδ' ἐπισπένδων ἄνοις A.Fr.161; also ἐ. δάκρυ Theoc.23.38. 2. promise, pledge, Leg.Gort.4.52, 6.11:—Med., accept in pledge
    5 KB (478 words) - 09:51, 1 January 2021
  • drip, I of persons, 1 c. acc. rei, let fall in drops upon, shed over, κ. δάκρυ τινός E.Hec.760; ἀφρὸν κατέσταζ' εὐτρίχου γενειάδος Id.HF934; also of a garment
    10 KB (884 words) - 23:05, 6 January 2021
  • το (Α δακρύδιον) μικρό δάκρυ νεοελλ. 1. το σημείο συναντήσεως της πίσω δακρυϊκής ακρολοφίας και της μετωποδακρυϊκής ραφής 2. γένος κωνοφόρων φυτών 3. γένος
    698 bytes (52 words) - 07:02, 29 September 2017
  • fallen lassen, (δάκρυ) σοὶ ἀνταφῆκα, Eur. I. A. 478. ἀνταφίημι: μέλλ. -αφήσω, ἀφίνω καὶ ἐγώ, χύνω καὶ ἐγώ, ἐγώ σ’ ἀπ’ ὄσσων ἐκβαλόντ’ ἰδὼν δάκρυ… καὐτὸς ἀνταφῆκά
    2 KB (204 words) - 19:35, 31 December 2020
  • llanto = Βάκχος, δάκρυον, δάκρυ, γῶος, ἀποδάκρυσις * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    112 bytes (19 words) - 06:54, 22 August 2017
  • και κορόμπλο, το 1. ο καρπός της κορομηλιάς 2. φρ. «τρέχει το δάκρυ κορόμηλο» — κλαίει με άφθονα δάκρυα. [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. < καρό-μηλον < καρυό-μηλον, με αφομοιωτική
    533 bytes (40 words) - 07:25, 29 September 2017
  • κάνω κάτι να εκχυθεί, δάκρυ' ἀναπρήσας, με δάκρυα που ξεσπούν, σε Όμηρ. ἀναπρήθω: (part. aor. ἀναπρήσας) нагнетать, выдувать: δάκρυ᾽ ἀναπρήσας Hom. залившись
    3 KB (225 words) - 18:25, 31 December 2020
  • pleurer en gémissant; II. (δάκρυ, goutte) distiller des gouttes (de résine, de gomme, etc.) en parl. des arbres. Étymologie: δάκρυ. aor. ἐδάκρῦσα, pass.
    17 KB (1,855 words) - 12:45, 6 January 2021
  • («συμπαθεῑς οἱ ἥρωες... καὶ ἑτοιμοδάκρυες», Ευστ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < έτοιμος + δάκρυ]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    455 bytes (30 words) - 07:13, 29 September 2017
  • (-ωτος), ο το να δακρύζει και να γελάει κανείς ταυτόχρονα. [ΕΤΥΜΟΛ. < δάκρυ + γέλως. Για τον σχηματισμό πρβλ. κλαυσίγελως. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    375 bytes (27 words) - 07:02, 29 September 2017
  • λιβάνι) αυτός που αποτελείται από ιερά δάκρυα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιερ(ο)- + -δακρυς (< δάκρυ), πρβλ. απειρό-δακρυς, πολύ-δακρυς]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    491 bytes (31 words) - 06:37, 29 September 2017
  • -υ (Α) αυτός που είναι έτοιμος να δακρύσει. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρτι- + -δακρυς < δάκρυ (πρβλ. απειρόδακρυς, αρίδακρυς)]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    422 bytes (25 words) - 10:52, 23 December 2018
  • οἱ ψευδεῖς λόγοι S.Fr.834; ᾠά hatch, Arist.HA564b8; call forth, excite, δάκρυ τινί E.Supp.770:—Med., γέλωτα ἐξαγαγέσθαι X.Cyr.2.2.15; μικρὰ ἆθλα πολλοὺς
    57 KB (6,065 words) - 17:00, 1 January 2021
  • below for lookup in third sources: = σταλάσσω, I let drop, let fall, δάκρυ Maiist.43, AP7.552 (Agath * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works
    2 KB (172 words) - 09:35, 31 December 2020
  • exudation from trees: V. ἱδρώς, ὁ, δάκρυ, τό, σταλαγμός, ὁ. ⇢ Look up "exudation" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary
    264 bytes (27 words) - 20:35, 9 December 2020
  • περνάει νήμα 2. μτφ. α) μάτι, ιδίως λαμπερό και όμορφο β) χοντρή σταγόνα από δάκρυ 3. φρ. «τα μάτια σου χάντρες να γίνουν» (ως κατάρα) να τυφλωθείς. [ΕΤΥΜΟΛ
    704 bytes (63 words) - 12:44, 29 September 2017
  • plashing, κ. δάκρυ A.Ch.152 (lyr.). * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works [Seite 1320] ές, rauschend, tönend, Aesch. Ch. 150 ἵετε δάκρυ καναχές
    2 KB (123 words) - 10:50, 30 December 2020
  • βότρυν Id.Ph.230 (lyr.); ὕδωρ σ. πέτρα Id.Hipp.122 (lyr.); esp. of tears, σ. δάκρυ Id.IA1466; ἀπ' ὀμμάτων ἔσταξα πηγάς Id.HF1355; and metaph., κατ' ὀμμάτων
    23 KB (2,196 words) - 09:35, 31 December 2020
  • llanto βαλέειν τ' ἀπὸ δάκρυ παρειῶν Od.4.198, οὔτε κατὰ βλεφάρων θερμὰ βάλοι δάκρυα Thgn.1206, κατ' ὄσσων δ' οὐ θέμις βαλεῖν δάκρυ E.Hipp.1396, sangre μηδ'
    127 KB (13,505 words) - 13:00, 6 January 2021
  • δεῦε δὲ γαῖαν (sc. αἷμα) Il.13.655, cf. 23.220; γλάγος ἄγγεα δεύει 2.471; δάκρυ δ' ἔδευε… παρειάς Od.8.522; σπογγιὰν δεύων Hp.Loc. Hom.12: c. dat. modi,
    29 KB (2,915 words) - 00:00, 30 December 2020
  • from, or made of pine or pine wood, κορμοί E.Hec.575; λαμπάς S. Tr.1198; π. δάκρυ tear of the pine, i. e. the resinous drops that ooze from it, E.Med.1200;
    3 KB (316 words) - 15:50, 1 January 2021
  • 430 (Crin.):—poet. Adj. A soft, delicate, in Hom. mostly in neut., τέρεν δάκρυ Il.3.142, al.; τέρενα φύλλα 13.180, Od.12.357; τέρεν' ἄνθεα ποίης 9.449,
    9 KB (839 words) - 17:00, 1 January 2021
  • το (AM δάκρυον) βλ. δάκρυ. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    84 bytes (14 words) - 07:03, 29 September 2017

View (previous 50 | next 50) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)