Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "δίζημαι" on this wiki. See also the other search results found.

  • misma r. de que deriva δίεμαι q.u.; cf. ai. dīyati ‘volar’. Source: δίζημαι δίζημαι (Α) 1. αναζητώ ανάμεσα σε πολλούς 2. προσπαθώ, επιδιώκω 3. (με απαρμφ
    15 KB (1,506 words) - 22:20, 7 July 2020
  • δαπάνη. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Ίσως η λ. συνδέεται με τα ζήλος, ζητώ, δίζημαι «επιζητώ, προσπαθώ, επιδιώκω»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    2 KB (115 words) - 07:15, 29 September 2017
  • διοικέω, διζῶ, ἐκδίζω, ἐνζητέω, δίζημαι, ἐκδιφάω, διφέω, ἀναμαστεύω, διφάω, ἀναδιφάω, ἀγρεύω, ἀλφέω, ἔλδομαι, ἀναζητέω, ἀνερευνάω, ἀθρέω, διώκω, ἀντέχω
    447 bytes (22 words) - 06:45, 22 August 2017
  • δίζημαι, εἰσπράσσω, δηλόω, ἀνακρίνω, αἰτέω, ἀπαιτέω, ἐλέγχω, διέρομαι, ἀνείρομαι, ἀνερωτίζω, ἐξανερωτάω, διεξερέομαι, ἀνετάζω, ἐκπυνθάνομαι, διερωτάω,
    491 bytes (20 words) - 07:16, 22 August 2017
  • ἀγαπάω, δίζημαι, ἐκπροθυμέομαι, ἔλδομαι, δέω, ἀράομαι, βούλομαι, ἐθέλω, ἐνθυμέομαι, ἐνυπνιάζω
    231 bytes (10 words) - 07:01, 22 August 2017
  • δίζημαι, ἐκδιφάω, βασανεύω, διαπορέω, ἀναμανθάνω, ἀνερευνάω, διασκέπτομαι, ἀνετάζω, δίζω, δοκεύω
    234 bytes (10 words) - 06:40, 22 August 2017
  • [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολογίας. Συγγενές πιθ. με τα ζητρός, ζητέω-ώ, ζημία, δίζημαι, αλλά χωρίς σαφείς αντιστοιχίες στις άλλες ΙΕ γλώσσες. ΠΑΡ. ζηλεύω αρχ.
    3 KB (210 words) - 12:25, 15 February 2019
  • δίζημαι, ἀξιόω, ἀμφισβητέω, βούλομαι, ἐθέλω, ἀντιλαμβάνω
    146 bytes (6 words) - 07:16, 22 August 2017
  • Hdt.1.65:—Med., δ. ὅτι... μή... Eus.Mynd.58, Tryph.240.    II Med., = δίζημαι 11, ἄτεκνον ἔριθον δίζεσθαι Hes.Op. 603 codd.; δίζεαι Theoc.25.37; δίζετο
    8 KB (807 words) - 22:25, 7 July 2020
  • δίζημαι, διστάζω, διαπορέω
    76 bytes (3 words) - 07:16, 22 August 2017
  • απαντούν σε γλώσσες του Ησυχίου προέρχονται πιθ. από θ. ζᾱ, ζη- (πρβλ. δίζημαι «επιζητώ, προσπαθώ, επιδιώκω»). Το ουσ. ζητρός σχηματίζεται περαιτέρω με
    1 KB (59 words) - 15:15, 28 June 2020
  • δαπάνη. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Ίσως η λ. συνδέεται με τα ζήλος, ζητώ, δίζημαι «επιζητώ, προσπαθώ, επιδιώκω»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    20 KB (1,882 words) - 08:45, 8 July 2020
  • or demand besides, Id.5.106: so ἐπιδίζομαι Mosch.2.28. [Seite 938] (s. δίζημαι), noch dazu suchen, forschen, verlangen, Her. 1, 95. 5, 106. seul. prés
    3 KB (186 words) - 15:14, 1 July 2020
  • v. δίζημαι. Source: δίτταμαι
    38 bytes (4 words) - 12:25, 21 August 2017
  • δίζημαι, δηλόω
    50 bytes (2 words) - 06:45, 22 August 2017
  • v. δίζημαι. Source: δίσδημαι
    38 bytes (4 words) - 12:09, 21 August 2017
  • δίζημαι, ἁμιλλάομαι
    61 bytes (2 words) - 06:54, 22 August 2017
  • [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολογίας. Συγγενές πιθ. με τα ζητρός, ζητέω-ώ, ζημία, δίζημαι, αλλά χωρίς σαφείς αντιστοιχίες στις άλλες ΙΕ γλώσσες. ΠΑΡ. ζηλεύω αρχ.
    25 KB (2,483 words) - 08:53, 8 July 2020
  • ¿Quizá de *di̯°H2- c. vocalismo analóg. ε, frente a δῖνος < *diH2-? Cf. δίζημαι. Source: δίεμαι δίεμαι (Α) 1. φεύγω γρήγορα 2. φοβάμαι. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται
    12 KB (1,203 words) - 22:25, 7 July 2020
  • δίζημαι
    34 bytes (1 word) - 06:44, 22 August 2017
  • divines; 3 chercher à obtenir, acc.; III. désirer. Étymologie: DELG cf. δίζημαι, ζῆλος. seek, Il. 14.258†. ζητέω, -ῶ, [in LXX chiefly for בּקשׁ pi.,
    30 KB (3,442 words) - 08:36, 8 July 2020
  • η (Α δίζησις) δίζημαι νεοελλ. «διζήσεως ευεργέτημα» — το δικαίωμα του εγγυητή να αρνηθεί την καταβολή οφειλής μέχρις ότου ο δανειστής προβεί σε αναγκαστική
    502 bytes (40 words) - 07:04, 29 September 2017
  • δίζημαι
    34 bytes (1 word) - 07:22, 22 August 2017
  • λόγος τον τε Κῡρον», Ηρόδ.) 2. απαιτώ, ζητώ επί πλέον. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + δίζημαι «ψάχνω, ερευνώ»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    533 bytes (38 words) - 06:31, 29 September 2017
  • домогаться = παραγγέλλω, ἀντιποιέω, προσπορεύομαι, δίζημαι, μνάομαι, μετέρχομαι Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия
    167 bytes (42 words) - 08:15, 15 October 2019
  • ζητέω, ἐρευνάω, μαίομαι, ἰχνεύω, θηρεύω, μεταπορεύομαι, μεταδιώκω, ἐρέω, δίζημαι, διφάω, διφέω, ἐκζητέω, προκαταφεύγω, περιβλέπω, ἐρεείνω, ἀμφιέπω Look
    555 bytes (62 words) - 07:25, 15 October 2019
  • расспрашивать = ἐλέγχω, διερωτάω, ἀποστοματίζω, ἐξιστορέω, δίζημαι, διαπυνθάνομαι, ἀνακρίνω, ἐκπυνθάνομαι, μεταλλάω, ἱστορέω, ἀναπυνθάνομαι, ἐξερωτάω,
    422 bytes (53 words) - 09:55, 15 October 2019
  • ἐπιστρέφω, ποθέω, προσδέω, ζητέω, ἐξαιτέω, αἰνέω, ἐγκαλέω, κατακελεύω, ἀνώγω, δίζημαι, ἐπιδίζημαι, ἀναπράσσω, ἀναπράττω, ἐπαιτέω, μεταιτέω, προσχρῄζω, προσχρηΐζω
    431 bytes (55 words) - 09:30, 15 October 2019
  • συνδοκιμάζω, ἰχνεύω, στιβεύω, θηρεύω, διαριθμέω, μεταδιώκω, συμβιβάζω, δίζημαι, ἐκζητέω, ἀναζητέω, ἀναλύω, ἀλλύω, διαζητέω, ἐξετάζω, ἐπιδίζημαι, προσθεωρέω
    987 bytes (77 words) - 07:40, 15 October 2019
  • ὁράω, μεθοδεύω, ἀνιχνεύω, ματεύω, μαστεύω, ζητέω, ἰχνεύω, θηρεύω, ἐρέω, δίζημαι, διφάω, διφέω, ἐκζητέω, ἀναζητέω, ἐξαιτιολογέω, ἐπιζητέω, ἐρεείνω, ἐρευνάω
    376 bytes (54 words) - 08:14, 15 October 2019
  • θηρεύω, μεταπορεύομαι, προσπορεύομαι, ἐφίημι, ἐπίημι, καταδιώκω, ἐπιδικάζω, δίζημαι, προθυμέομαι, μνάομαι, ἐπιθύω, πράσσω, ἐξεργάζομαι, μετέρχομαι, κατεργάζομαι
    683 bytes (66 words) - 09:30, 15 October 2019
  • πολυπραγμονέω, πολυπρηγμονέω, ἀποπυνθάνομαι, ἐρέω, ἀναμανθάνω, ἐξιστορέω, δίζημαι, διαπυνθάνομαι, ἐκπυνθάνομαι, μεταλλάω, ἱστορέω, ἀναπυνθάνομαι, ἐξερωτάω
    417 bytes (51 words) - 09:25, 15 October 2019
  • стараться понять = δίζημαι Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet | Glosbe
    38 bytes (38 words) - 00:10, 14 October 2019
  • συνεπερείδω, ἐπισχύω, κατακελεύω, διϊσχυρίζομαι, βιάζω, ἀναγκάζω, διατείνω, δίζημαι, φιλονεικεω, λιπαρέω, ἔγκειμαι, ἐπιστρέφω Look up in: Google | Wiktionary
    346 bytes (50 words) - 07:36, 15 October 2019
  • ag. 1, 144f. Derivative: Vielleicht primäre Ableitungen von ζη- (ζα-) in δίζημαι; Lit. bei Bq und Schwyzer 263. Etymology : Nach Anderen (Brugmann-Thumb
    3 KB (326 words) - 21:30, 7 July 2020